ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΑΘΗΤΩΝ ΛΥΚΕΙΟΥ

  1. ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Χριστίνα Χατζάργυρου
3ο Λύκειο Καλαμαριάς

1.Μια αληθινή ιστορία από την ανατολική Θράκη

“Η ιστορία της Αναστασίας”
Μια αληθινή ιστορία από την Ανατολική Θράκη που αναφέρεται στις αρχές του 20ου αιώνα 1900-1922 σε ένα χωριό κοντά στην Αδριανούπολη. Την ιστορία αυτή διηγήθηκε η γιαγιά Χρυσή Ζηλιασκοπούλου (ετών 75) και είναι αληθινή ιστορία της γιαγιάς της Αναστασίας. Η γιαγιά Χρυσή κατοικεί στο Θούριο- Διδυμότειχου- Έβρου και όλα τα παρακάτω τα διηγήθηκε στην εγγονή της Χριστίνα (ετών 15).

Που λες παιδί μ’ τα χρόνια τα παλιά κόσμους πολύ υπόφιρνι. Θα σι πω εγγόνα μ’ μια αληθινή ιστορία για τη γιαγιά μ’ την Αναστασία, απ’ του Αζατλί της Αδριανούπολης. Τότες το Αζατλί λέγονταν Ελευθεροχώρι. Η γιαγιά μ’ η Αναστασία ήταν είκοσι χρονώ κι ήταν πολύ όμορφη. Ήταν η πιο όμορφ’ κοπέλα σόλα τα χωριά γύρου.
Η Αναστασία ήταν κόρη του Αποστόλ’ του Πέτκου (Πετρίδη). Ήταν τότες στο χωριό ένας γραμματέας. Νέο παλικάρ’ κι ήξερνι καλά τα γράμματα και οι χωριανοί πολύ τον εκτιμούσαν.
Αυτούνους ο γραμματικός ζήτηξε την Αναστασία, για να την πάρ’γυναίκα τ’. Τότες πάαινε στου σπίτι’ του κυρ Αποστόλη για να πάρει τυρί και γάλα και την ίδιε την Αναστασία και την άρεσε. Έτσι τη ζήτηξε από τον πατέρα της.
Μεγάλη τιμή για την οικογένεια να ζητήξει ο γραμματικός μια φτωχιά κοπέλα κι οι δικοί τ’ς απ’ τη χαρά τους. Είπαν το “ναι” χωρίς να ρωτήξουν την κουπέλα.
Όμως η Αναστασία άλλον αγαπούσε. Ένα όμορφο παλικάρι απ’ του διπλανό χωριό, το Σιαραπλάρ (δηλαδή το Κρασοχώρι).Τουν έλεγαν Χρήστο Τακιρδίκη. Η Αναστασία τουν γνώρισε στου πανηγύρι του χωριού τους κι ήταν πολύ όμορφος. Αψηλός με γαλανά μάτια κι ήρθε απάνω στου μπεγίρ (δηλαδή στο άλογο).
Την αγάπησε κι αυτός την Αναστασία με την πρωτ’ ματιά κι όλο ερχόταν στο Αζατλί για να την ανταμώσει.
Τότις όμως παιδί μ’ τα κορίτσια δε μίλαγαν και δεν αναντιώνονταν στα γονικά τους. Κι έτσι η Αναστασία δε μίλησε.
Ο γραμματικός σε μια εβδομάδα έφερε τα προξενιά κι όλοι μαζί οι συμπέθερ’ ξεκίνησαν να παν’ στην Αδριανούπολη για τα ψώνια του Αρραβώνα.
Τότες έτσι γίνονταν. Κι έμειναν τρεις μέρες στην (Edirne) στην πόλη για να διαλέξουν τα σημάδια.
Στου μεταξύ η Αναστασία έκλαιγε συνέχεια. Την είδε η νύφη της η Δέσποινα και τη λυπήθηκε. Της φανέρωσε τότε τον καημό της και η Δέσποινα του βράδυ τα είπε στουν άντρα της τον Σιδέρη, αδερφό της Αναστασίας.
Ο Σιδέρης το σκέφτηκε, τη μίλησε και σαν είδε πως η αδερφή τ’δεν τον ήθελε τον γραμματικό, σκέφτηκε να τη βοηθήσει. Στέλνει έναν αξάδερφο, την ίδια μέρα στο Σιαραπλάρ για να ειδοποιήσει τον Χρήστου. Ότι το άλλο βράδυ θα γένονταν η αρραβώνα. Την ίδια ώρα που λες παιδί μ’ ου Χρήστους σελώνει τ’ άλογο, βάζει δύο σέλες και τρέχοντας έρχεται στο Αζατλί.
Η Αναστασία μάζεψε τα ρούχα της σ’ένα μποχτσά αποχαιρέτησε τον αδερφό της και τη νύφη της και ανέβηκε στ΄’άλογο του Χρήστου. Έτσι την έκλεψε και την πήρε στο Σιαραπλάρ.
Την άλλ’ μέρα έρχονατι οι συμπέθεροι πάνω στουν αραμπά φορτωμένοι δώρα και σημάδια. Ρούχα καλά, σιγκούνι κεντημένο, μεταξωτό πουκάμισο, ντούμπλες, βέρες και κούντρες καλές (δηλαδή παπούτσια-γόβες). Γιατί τότες πιδί μ’ κόσμους περπατούσι ξυπόλητος και τα παπούτσια ήταν σπουδαίο δώρο.
Σαν κατέβηκαν απ’ του κάρου, μαθαίνουν ότι η Αναστασία κλέφτηκε μ’ έναν ξένο κι έφυγε! Πα-πα-πα πιδί μ’ ! τι εγίνηκε!τι ντροπή ! Τι κακό τους βρήκε ! Τι να πουν στο γαμπρό και τους συμπεθέρους ; Ο παππούς Αποστόλης ο Πέτκους άστραψε και βρόντηξε. Σαν φύγαν οι συμπέθεροι
ντροπιασμέμοι και μ’ άδεια χέρια, ορκίστηκε ο πατέρας της Αναστασίας, ότι δεν τη θέλει ξανά στου σπίτι τ’.  Να μη τη διουν τα μάτια του. Δέκα ολόκληρα χρόνια δεν την είδαν την Αναστασία. Δεν την συγχώρεσαν και ούτε ήθελαν να ακούν για αυτήν.
Στου μεταξύ η Αναστασία παντρεύτηκε με το Χρήστο κι έκαμαν τρία παιδιά, τρία κουρίτσια. Τη Θεοπούλα, τη Σμαραγδή και τη Δέσποινα. Στα δέκα χρόνια πάνου (είχε πεθάνει ο πατέρας ο Αποστόλης), μαθαίνει η Αναστασία ότι και η μάνα της είναι βαριά άρρωστη κι κοντεύει να πεθάνει.
Ήταν τότες αγκαστρωμένη στο τέταρτο παιδί τ’ς. Ξεκινάει να ρθει να δεί τη μάνα της. Ο Χρήστος ήταν στο στρατό. Ήταν πόλεμος τότε. Πρόφτασε η Αναστασία τη μάνα της ζωντανή, μα σαν πέθανε η μάνα σε λίγες μέρες , δεν ΄ξερε η Αναστασία ότι κόλλησε και αυτή την αρρώστια της μάνας. Κι η αρρώστια αυτή ήταν χολέρα. Γεννάει το παιδί που περίμενε πεθαμένο. Και ήταν και αγόρι. Τη βοηθούν τα αδέρφια της και θάβουν το πιδί στην αυλή του σπιτιού της μάνας της. Μαθαίνει ο Χρήστος τι έγινε και φεύγει από το στρατό κρυφά και έρχεται και παίρνει την Αναστασία και την πάει σπίτι τους.
Σαν έφυγε όμως ο Χρήστος, πέφτει βαριά στο κρεβάτι η Αναστασία από χολέρα κι εκείνη και πεθαίνει. Μένουν τα τρία κορίτσια ορφανά, η Θεοπούλα 6, η Σμαραγδή 4 και η Δέσποινα 2 χρονών.
Σα γύρισε ο Χρήστος έκλαιγε κι χτυπιόταν. Στο χωριό την έκαναν τραγούδι την Αναστασία και τραγουδούσαν την ομορφιά της και το κακό της ριζικό. Στο χρόνο απάνω παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα, για να κοιτάξει τα πιδιά τ’ . Μα η μητριά η Χρυσώ δεν τα αγαπούσε και τα κακομεταχειριζόνταν τα κοριτσάκια. Δούλες τα είχε. Κι όλο τα μάλωνε και τα χτυπούσε. Σα δεν έφταναν αυτά, γίνεται ο ξεριζωμός. Στα 1922 με την ανταλλαγή φεύγουν όλοι οι Θρακιώτες απ’ την Ανατολική Θράκη στη Δυτική, ματζίρηδες (δηλαδή πρόσφυγες). Οι δικοί μας ήρθαν αντίκρυ απ’ την Αδριανούπολη, στην άλλη μεριά του ποταμού Έβρου σε ένα μέρος που λέγονταν Σοφλάρ.
Σήμερα λέγεται Θούριο. Ήταν κοντά στην Ορεστιάδα που κι εκείνη γέμισε πρόσφυγες. Φτώχεια, πείνα και δυστυχία.
Είχαν αφήσει τ’ αμπάρια τους γεμάτα στην πατρίδα. Σιτάρια και κριθάρια μόλις είχαν θερίσει. Ο παππούς μου ο Χρήστος πρόλαβε να πουλήσει κάτι γεννήματα και τις λίρες που πήρε τις έκρυψαν. Τότες οι Τούρκοι έπαιρναν τα λεφτά από τους πρόσφυγες. Και που τα έκρυψαν; τα έραψε η μητριά Χρυσώ στον ποδόγυρο , στα φουστάνια των κοριτσιών και με εκείνα τα λεφτά χτίσανε την καλύβα τους. Έστησαν και οι άλλοι οι πρόσφυγες πρόχειρες καλύβες, είχαν φέρει και τα πρόβατα και τα βόδια τους (βουβάλια είχαν τότες), και άρχισαν τη ζωή τους ξανά απ’ την αρχή. Η μητριά η Χρυσώ γέννησε τρεις γιους και τα κορίτσια τα ορφανά τα πάντρεψε μικρά μικρά για να φύγουν απ’ το σπίτι, γιατί δεν τα ήθελε. Έτσι έζησαν εκείνοι οι άνθρωπο, κι όλα αυτά στα λέω κοπέλα μ’ για να δείτε τι ζόρια πέρασαν οι παππούδες σας και να εκτιμήστε σε τι καλά χρόνια ζουμι σήμερα. Να φχαριστάτε κάθε μέρα το Θεό, που έχουμε ησυχία, γιατί δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ’ τον πόλεμο, τις αρρώστιες και την προσφυγιά.
Να τα θυμάσαι καλά ατά πιδί μ’ και να τα λες και εσύ στα παιδιά σ’ μια μέρα.
Η γιαγιά σου η Χρυσή.

 

 

Χριστίνα Χατζάργυρου
3ο Λύκειο Καλαμαριάς

 

 

 

2.ΚΑΛΛΙΠΟΛΙΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
“Το Διαμαντένιο Κάστρο”
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας καπετάνιος που είχε τρεις θυγατέρες. Μια φορά ο καπετάνιος ήθελε να πάει ταξίδι. Οι  δύο μεγάλες κόρες καθόταν στο σπίτι, μα η μικρή πήγαινε σε μια δασκάλα και μάθαινε γράμματα. Πριν φύγει ο πατέρας τους λοιπόν, ρώτησε : Τι θέλετε να σας φέρω τώρα που θα πάω στη πόλη; Η πιο μεγάλη είπε : εμένα να με φέρεις ένα δαχτυλίδι. Η δεύτερη είπε: εμένα να με φέρεις μια φούστα. Την πιο μικρή η νταντά της την ορμήνεψε να πει: εμένα να με φέρεις ζαχαρί τσεμπέρι…. σα δε με το φέρεις να μαρμαρώσει η θάλασσα!
Σαν πήγε στη πόλη αγόρασε το δαχτυλίδι και τη φούστα. Ξέχασε όμως να αγοράσει στη μικρή ζαχαρί τσεμπέρι. Σαν μπήκε στο καράβι να φύγει, μαρμάρωσε η θάλασσα και το καράβι δεν πήγαινε μπροστά. τότε θυμήθηκε και το ζαχαρί τσεμπέρι, γύρισε πίσω και πήγε στο παζάρι και αγόρασε το ζαχαρί τσεμπέρι. Σαν το άκουσαν οι άνθρωποι που γύρευε το ζαχαρί τσεμπέρι τον πιάσανε και τον πήγανε στον βασιλιά, γιατί τον βασιλιά τον έλεγαν Ζαχαρί-τσεμπέρι. Σαν τον είδε τον ρώτησε: είναι όμορφη η θυγατέρα σου; ξέρω γω, σαν να είναι. Απάντησε ο καπετάνιος. Τότε πάρε αυτά τα τρία κουτιά. Το ένα είναι άσπρο, το άλλο μαύρο και το τρίτο πράσινο. Το άσπρο να το ανοίξει, να κοιτάξει. Το μαύρο όμως να μην το ανοίξει γιατί όλοι σας θα χαθείτε!
Αυτός ο μπαμπάς τους, σαν πήγε στον τόπο του, έδωσε το δαχτυλίδι στη μεγάλη, τη φούστα στη μεσαία και τη μικρή την πήγαν μέσα στα βουνά και κει την άφησαν να την φάνε τα αγρίμια. Τότε αυτή ανοίγει το άσπρο κουτί και αμέσως χτίστηκε ένα όμορφο παλάτι με δούλες και δούλους κι αυτή έγινε βασίλισσα. Άνοιξε και το πράσινο κουτί και αμέσως έγινε ένα διαμαντένιο γεφύρι. Μια μέρα είπαν οι αδερφές της στον μπαμπά τους: μπαμπά άιντε να πάμε να δούμε τι έγινε η αδερφή μας. Ο πατέρας συμφώνησε και την επόμενη μέρα ξεκίνησαν. Πάνε. Πάνε, πάνε και φτάνουν στο μέρος που την άφησαν. Κοιτάζουν από μακριά και βλέπουν ένα παλάτι. Πλησιάζουν κοντά, κοιτάζουν την αδερφή τους να είναι μέσα βασίλισσα. Το παλάτι είχε σαράντα κάμαρες. Όλες ήταν γεμάτες βίο. Μόνο μία κάμαρα ήταν κλειδωμένη, γιατί είχε μέσα τα τρία κουτιά. Σαν κοιμήθηκε η αδερφή τους πήραν τα κλειδιά κρυφά, άνοιξαν την κάμαρα και βρήκαν τα τρία κουτιά. Ανοίγουν το πράσινο και έγινε ένα διαμαντένιο γεφύρι και ο Ζαχαρί-τσεμπέρι που ερχόταν να βρει την αγαπημένη του με πολύ στρατό. Αυτές ύστερα άνοιξαν το μαύρο κουτί. Τότε χάλασε το γεφύρι, χάλασε και το παλάτι και αυτές μείνανε μέσα στα βουνά και ο Ζαχαρί-τσεμπέρι από τα διαμάντια έκανε το κορμί του γεμάτο πληγές και έπεσε βαριά άρρωστος.
Τότε η βασιλοπούλα με τα μάτια κλαμένα και την καρδιά καμένη πήγε να βρει τη σωτηρία του αγαπημένου της. Και εκεί που πήγαινε βρίσκει ένα γέρο που ήθελε να περάσει ένα ποτάμι και δεν μπορούσε. Τον πιάνει από το χέρι και τον περνά….. εκείνος της είπε: γι’ αυτό το καλό που μου έκανες, άνοιξε το στόμα σου να φτύσω μέσα και θα καταλαβαίνεις τις σιγανές ομιλίες ακόμα και των ζώων που θα μιλούν κοντά σου!!! βράδιασε ο Θεός τη μέρα του και πήγε η βασιλοπούλα να κοιμηθεί κάτω από ένα δέντρο. Απάνω στο δέντρο ήταν δύο περιστέρια και είπε το ένα: αυτό το βασιλόπουλο που είναι άρρωστο, θα γιατρευτεί,όταν μας σφάξουν και τα δυο μας, μας κάψουν και με τη στάχτη μας θα πάνε να τον λούσουν και τον αλείψουν και θα γιατρευτεί. Όταν κοιμήθηκαν τα δύο πουλιά, σηκώθηκε η βασιλοπούλα, τα πήρε, τα έσφαξε, τα έκαψε, πήρε τη στάχτη τούς και πήγε κάτω από το παράθυρο του παλατιού και φώναξε: καλός γιατρός!καλός γιατρός!! φωνάξανε και αυτόν το γιατρό. Και άμα έλουσε το βασιλόπουλο, γιατρεύτηκαν οι πληγές. Τότε αυτό είπε στο γιατρό: τι θέλεις να σου δώσω για το καλό που μου έκανες; θέλω το διαμαντένιο σπαθί που έχει τη χρυσή κορώνα. Του απάντησε. Και αυτός της το έδωσε. Σαν το πήρε και έφυγε και πήγε στις αδερφές της, άνοιξε το άσπρο κουτί κι έγινε το παλάτι, άνοιξε και το πράσινο κουτί και έγινε το γεφύρι. Κι ήρθε και το βασιλόπουλο με θυμό για να τη σκοτώσει. Σαν έφτασε είδε το διαμαντένιο του σπαθί και τη ρώτησε που το βρήκε. Εκείνη του διηγήθηκε τα πάντα χαρτί και καλαμάρι. Και τότε το Ζαχαρί-τσεμπέρι κατάλαβε ποιος είχε το σφάλμα. Τη συγχώρεσε κι έκανε γάμο και χαρά. Και ήμουνα κι’ γώ και σας καλοτυχίζω!

Βογιατζή Ευθυμία
10ο ΓΕΛ Θεσ/νικης
3.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να περιγράψω καλά την ιστορία που άκουσα, η αφήγηση ήταν τόσο έντονη και παραστατική που πέντε λέξεις στο χαρτί δεν είναι αρκετές για να «ζωντανέψουν» ένα κομμάτι της ιστορίας μας. Πριν από λίγες μέρες ο κύριος Δ. Παπαδόπουλος μου αφηγήθηκε μια αληθινή ιστορία από τη Θράκη.
Στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, πριν περίπου τριάντα χρόνια, είχε διοριστεί δάσκαλος στη Κομοτηνή. Τις πρώτες ημέρες σαν ξένος που ήταν καθόταν σε ένα τραπεζάκι στο καφενείο της πλατείας, δίπλα σε μια παρέα ηλικιωμένων. Τα γεροντάκια μιλούσανε για τις πολιτικές εξελίξεις. Και ενώ η κουβέντα τους ήταν ανούσια και βαρετή, τα λόγια κάποιου από την παρέα έγιναν η αφορμή να αναφερθεί ο μπάρμπα-Νίκος σε μια πραγματική ιστορία.
«το 1908 το κίνημα των νεότουρκων απετέλεσε την αντεπανάσταση των Τούρκων ενάντια στα προοδευτικά κινήματα. Οι νεότουρκοι επέλεξαν την πολιτική της βίαιης αφομοίωσης πληθυσμών, με το σύνθημα “Η Τουρκία στους Τούρκους” προσπάθησαν να εξοντώσουν οτιδήποτε διαφορετικό από αυτούς. Με αυτόν τον τρόπο, θέλησαν να εξαφανίσουν τις αναπτυσσόμενες ομάδες, ώστε με τέτοιες βαρβαρότητες να καταντήσουν οι Έλληνες μειονότητα. Μέσα σε αυτό το κλίμα μία μάνα δολοφονήθηκε στις 22 Μαρτίου.
Η μητέρα αυτή είχε δύο γιους κ μία κόρη. Χήρα από τα 32 χρόνια της, αγωνιζόταν μόνη της σε ένα χωριό κοντά στη Κομοτηνή, να μεγαλώσει και να αναθρέψει σωστά τα παιδιά της. Τ’ αγαπούσε πολύ και όπως κάθε μάνα έτσι και αυτή έδωσε τη ζωή της για να τα σώσει. Τη χρονιά 1908 ο μεγάλος γιος της ο Γιώργης σε ηλικία 20 ετών εντάχθηκε μαζί με άλλους πατριώτες σε αντάρτικη ομάδα με στόχο την απελευθέρωση και υπεράσπιση της πατρίδας από τον Τουρκικό ζυγό. Η Λενιώ η κόρη της ήταν 17 χρονών, ενώ το στερνοπαίδι της ο Χρηστάκης της μόνο 12. Δυστυχώς όμως το μικρό της αγοράκι της πέθανε από ευλογιά το Δεκέμβρη. Η έρμη μάνα είχε απομείνει με δύο παιδιά, το ένα στα βουνά και το άλλο δίπλα της με φόβο μη το χάσει και αυτό. Ο Γιώργης ερχόταν πολύ σπάνια, πάντα νύχτα, χτυπώντας συνθηματικά την πόρτα. Οι νεότουρκοι δεν άργησαν να μάθουν από τους σπιούνους τους για την αντάρτικη δράση του Γιώργη, ώστε ένα βράδυ (22 Μαρτίου) μια ομάδα οκτώ Τούρκων κατέφθασαν μπροστά στη πόρτα του μικρού σπιτιού ντυμένοι σαν Έλληνες. Ζητούσαν πληροφορίες για τα αντάρτικα ελληνικά σώματα, δήθεν για να βοηθήσουν. Η μητέρα όμως, κατάλαβε το διπλό ρόλο τους  και άρπαξε την πήλινη κανάτα και τη σπάει στο κεφάλι του ενός, ο οποίος έπεσε κάτω νεκρός. Τότε έδειξαν το πραγματικό τους πρόσωπο. Ο ένας έμεινε με τον νεκρό, ο άλλος έφυγε για να αναφέρει το συμβάν, οι τρεις χτυπούσαν τη γυναίκα και οι άλλοι δύο όρμηξαν στο μικρό κορίτσι που καθόταν πιο μέσα. Της ξέσκισαν τα ρούχα της, την πέταξαν πάνω στο τραπέζι και μια ο ένας μία ο άλλος  “γεύονταν” και φιλούσαν τη νεαρή κοπέλα σαν ζώα. Η μάνα φώναζε, χτυπιόταν. Έκλαιγε στους πόνους της παρθενιάς και στις κραυγές του παιδιού της. “πάρτε εμένα, αφήστε το παιδί μου”. Η  Λενιώ ικέτευε, φώναζε, μα τα χείλια των Τούρκων έπνιγαν τις φωνές της. Μετά από λίγο ετοιμάστηκαν να φύγουν από το σπίτι των γυναικών. Καθάρματα, είπε η μάνα και με τη λίγη δύναμη όρμηξε πάνω τους. Στο  λεπτό το κεφάλι της μάνας είχε κοπεί από το σώμα και μόνο τα ουρλιαχτά της Λενιώς έπνιξαν τη σιωπή.
Οι Τούρκοι επειδή φοβήθηκαν ότι θα το μάθαιναν αργά ή γρήγορα οι αντάρτες συνέλαβαν τη Λενιώ και τη μετέφεραν στο στρατόπεδο στο άλλο χωριό. Επειδή φοβότανε όμως ότι κατά τη διαδρομή οι αντάρτες πιθανόν να τη απαγάγανε, έντυσαν τη Λενιώ με ρούχα Τούρκου στρατιώτη και τη μετέφεραν επάνω σε άλογο. Οι Έλληνες έμαθαν για το συμβάν και τη σύλληψη της κοπέλας και πράγματι προσπάθησαν στη γνωστή διαδρομή να απαγάγουν τη συλληφθείσα. Αλλά δεν τους πέρασε από το νου η μεταμφίεση, δεν αναγνώρισαν τη Λενιώ και έτσι έφυγαν άπρακτοι.»
Από τότε κανείς δεν έμαθε για το τέλος των παιδιών. Κάποιος είπε πως μετά από μέρες είδε το Γιώργη να αυτοκτονεί από τύψεις που δεν μπόρεσε να σώσει την αδελφή του, αλλά δεν είναι σίγουρο, απλά φήμες. Ακολούθησε σιωπή. Τα δάκρυα του κυρίου Παπαδόπουλου που κύλησαν στο πρόσωπο του ήταν αρκετά για να εκφράσουν πως ένιωθα. Δεν μπορούσα να το εκφράσω με λόγια μα μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου “Είμαι περήφανη που είμαι Ελληνίδα”

Φουρλάτου Ανθούλα
10ο Γεν. Λύκειο

4.Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑ
Πριν από χρόνια σε ένα μικρό χωριό απομονωμένο από όλα τα άλλα, ζούσε μια πολύτεκνη οικογένεια με δέκα παιδιά. Ο πατέρας πήγαινε κάθε πρωί στο μύλο και παρέα με το γαϊδουράκι του το Μένιο, άλεθαν το σιτάρι και έβγαζαν αγνό, κάτασπρο αλεύρι. Στη συνέχεια φόρτωνε όσο αλεύρι παρήγαγε στο Μένιο, και το πουλούσε στους χωρικούς τα μεσημέρια γυρνούσε στο σπίτι και η μεγαλύτερη κόρη είχε έτοιμο, ζεστό φαγητό. Όμως ο μισθός του πατέρα δεν έφτανε για να θρέψει τα δέκα παιδιά του. Για αυτό αναγκάζονταν και η μητέρα να δουλεύει ως καθαρίστρια στο μεγάλο παλάτι του πλούσιου πρίγκιπα ανάμεσα στις δεκάδες υπηρέτριες που διατηρούσαν το παλάτι καθαρό. Ο πρίγκιπας ήταν ένας πανέμορφος ξανθός νέος με μπλε εκφραστικά μάτια, σαν το βαθύ μπλε χρώμα της θάλασσας. Ήταν πολύ στεναχωρημένος και οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια τον έκαναν να φαίνεται σαν τέρας. Μια νύχτα η μεγαλύτερη κόρη είχε εφιάλτες και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στη κουζίνα. Εκεί είδε τη μητέρα της να κάθεται σκεπτική στη καρέκλα. Τι έχεις μάνα; την ρώτησε η Άρτεμης. Τίποτα κόρη μου. Βρε μάνα να σε ρωτήσω κάτι; ο πρίγκιπας είναι τόσο όμορφος όσο λένε; είναι κόρη μου…και τότε άρχισε να της αφηγείται την ιστορία του πρίγκιπα και της βασιλικής οικογένειας.
Κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, μια καημένη γριούλα, έφτασε μέχρι τη πόρτα του παλατιού ζητώντας έλεος. Ο μοχθηρός βασιλιάς όμως την έδιωξε με τις κλοτσιές, και τότε η γριούλα έδειξε το πραγματικό της πρόσωπο. Ήταν μια κακιά μάγισσα, η οποία οργίστηκε πάρα πολύ με την πράξη του βασιλιά και για να τον τιμωρήσει, κλείδωσε με έναν μαγικό τρόπο, όλες τις πόρτες κ τα παράθυρα του παλατιού και όλο το υπηρετικό προσωπικό έμεινε ακίνητο και αμίλητο σαν αγάλματα. Όσο περνούσαν οι μέρες η διάθεση του βασιλιά και της βασίλισσας χειροτέρευε, ώσπου έφτασαν στο σημείο να μη γελάνε καθόλου, να έχουν χάσει το νόημα της ζωής και όλα τους φαινόταν ανούσια κ άχρηστα, γιατί δεν μπορούσαν να βγουν από το παλάτι, να δουν τον ήλιο και να μιλήσουν με κάποιον. Ο μικρός πρίγκιπας δεν μπορούσε να βλέπει τους γονείς του σε αυτή τη κατάσταση και πήρε μια μεγάλη απόφαση. Έπιασε λοιπόν τη μάγισσα και της είπε: Σταμάτα να βασανίζεις τους γονείς μου και για αντάλλαγμα πάρε από εμένα το γέλιο και τη χαρά, φτάνει να βλέπω τους γονείς μου ευτυχισμένους, είπε κλαμένος ο μικρός. Δεν είναι κακή η ιδέα σου. Νομίζω πως θα συμφωνήσω, και φεύγοντας φώναξε, αν θες το γέλιο σου πίσω , πρέπει να βρεις μια κοπέλα που να την αγαπάς και να σε αγαπάει, να την πείσεις να κόψει τα μαλλιά της και να τα κάψει. Τα μάγια θα λυθούν όταν τη παντρευτείς. Από εκείνη τη μέρα το παιδί δεν είχε όρεξη να παίξει και να διασκεδάσει, δεν χαιρόταν με τίποτα, ούτε καν έβγαινε από το παλάτι. Οι γονείς του κάλεσαν τούς καλύτερους γιατρούς της εποχής αλλά μάταια. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι έχει. Πέρασαν
πολλά χρόνια και οι γονείς πέθαναν από βαθιά γεράματα και ο πρίγκιπας όχι μόνο δεν γελούσε άλλα έκλαιγε συνέχεια. Αν θες τη γνώμη μου είπε η μητέρα, δεν νομίζω να ξαναπάρει πίσω το γέλιο του, γιατί έχει πολλά χρόνια να βγει από το κάστρο και δεν γνωρίζει κανέναν. Δηλαδή είναι καταδικασμένος ; Ακριβώς! Τέλος πάντων. Πάνε για ύπνο γιατί αύριο θα έρθεις μαζί μου στο παλάτι να ζητήσεις δουλειά.
Το κορίτσι όλη νύχτα σκεφτόταν αυτά που της είπε η μάνα της και ανυπομονούσε να δει τον πρίγκιπα από κοντά. Μόλις ξημέρωσε, σηκώθηκε η μητέρα από το κρεβάτι και ετοίμασε πρωινό για τα παιδιά και αφού πήρε τη κόρη της, πήραν το δρόμο για το παλάτι. Η κόρη μόλις φτάσανε γονάτισε μπροστά στο πρίγκιπα και είπε : μεγαλειότατε είμαι εδώ γιατί ψάχνω δουλειά και θα σας παρακαλούσα να με δεχτείτε στο παλάτι σας. Ο πρίγκιπας μόλις είδε τη κοπέλα έλαμψε το πρόσωπο του αλλά δεν μπορούσε να γελάσει. Για πρώτη φορά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια  ο πρίγκηπας φαινόταν χαρούμενος. Πώς σε λένε ; Άρτεμης απάντησε η κοπέλα. Εντάξει Άρτεμης από σήμερα έχεις πιάσει δουλειά. Σας ευχαριστώ μεγαλειότατε είστε πολύ καλός. Καθώς περνούσαν οι μέρες, ο πρίγκιπας ολοένα και καλυτέρευε όταν έβλεπε τη Άρτεμη. Αυτό όμως δεν άρεσε καθόλου στους συμβούλους του, οι οποίοι ήθελαν να τον βγάλουν από τη μέση για να πάρουν αυτοί την εξουσία. Αποφάσισαν λοιπόν να ξεφορτωθούν τη μικρή Άρτεμη και έτσι μια μέρα  όταν η Άρτεμης ήρθε για δουλειά, ένας από τούς συμβούλους την απήγαγε και την έκλεισε σε ένα μπουντρούμι. Ο πρίγκιπας περίμενε να εμφανιστεί η Άρτεμης αλλά άφαντη η μικρή. Περίμενε και περίμενε ώσπου δεν άντεχε να περιμένει. Φώναξε έναν υπηρέτη και τον ρώτησε αν την έχει δει και αυτός του απάντησε : ο σύμβουλος σας μου είπε να σας πω ότι η κοπέλα εξαφανίστηκε και κανείς δεν ξέρει τίποτα. Ο πρίγκιπας απογοητευμένος σκέφτηκε “τώρα είμαι σίγουρος πια πως δεν θα ξανά γελάσω ποτέ”. Και μέσα στην απελπισία του σηκώθηκε από το θρόνο και βγαίνοντας από το παλάτι άρχισε να τη ψάχνει. Ρωτούσε κάθε περαστικό που έβλεπε, χτυπούσε τις πόρτες και ρωτούσε χωρίς αποτέλεσμα. Κανείς δεν ήξερε να του πει τίποτα. Κατάλαβε πως δεν θα την έβλεπε ποτέ και αφού γύρισε πίσω ξανά έπεσε σε κατάθλιψη. Οι σύμβουλοι τότε συνέχισαν να σκαρώνουν σχέδια για να εξοντώσουν το πρίγκιπα και να πάρουν αυτοί την εξουσία. Η μητέρα της Άρτεμης όμως δεν το άφησε  έτσι. Είχε καταλάβει πως οι σύμβουλοι δεν ενδιαφέρονταν για το καλό του πρίγκιπα και των κατοίκων και δεν τους πίστεψε. Η κόρη της δεν θα έφευγε ποτέ χωρίς να της το πει. Άρχισε να ψάχνει σε ολόκληρο το παλάτι και να ρωτάει τους υπηρέτες, τους μάγειρες, τις καμαριέρες και τους θυρωρούς, και τότε ένας γέρος κηπουρός της είπε. Τους είδα! Την πήραν και την έκλεισαν σε ένα υγρό κελί. Νόμιζαν ότι δεν ακούω αλλά γελάστηκαν. Τρέχει τότε η μητέρα και το λέει στο πρίγκιπα. κατέβηκαν στις φυλακές και την είδαν να κάθετε και να κλαίει. Άρτεμης! Ο πρίγκιπας ξεκλειδώνει τη πόρτα και την απελευθερώνει. Τότε ο πρίγκιπας λέει στη μητέρα: κυρία μου, θα ήθελα να ζητήσω το χέρι της κόρης σας. Φυσικά  πρίγκιπα μου. Με την ευχή μου!
Και οι δύο νέοι βγήκαν έξω στην αυλή. Θέλω να σου πω κάτι. Ξέρω τι θέλεις να μου πεις Αλήθεια ; Για τη κατάρα δεν θέλεις να μου πεις ; Ακριβώς! Δεν θέλω να κόψω τα μαλλιά μου. Όχι όλα, απλά να τα κοντήνεις σου ζητάω. Εντάξει τότε, αλλά θέλω να μου υποσχεθείς ότι ποτέ ξανά δεν θα στεναχωρηθείς για τίποτα. Σου το υπόσχομαι.
Και αμέσως έδωσε εντολή να αρχίσουν οι προετοιμασίες του γάμου και διέταξε όλους τους συμβούλους του να συγκεντρωθούν στη μεγάλη αίθουσα. Κύριοι, σας κάλεσα εδώ για να σας ανακοινώσω τον γάμο μου με τη δεσποινίδα Άρτεμης και επίσης θα ήθελα να σας πω ότι απολύεστε. Την μεγάλη μέρα, η Άρτεμης φόρεσε ένα υπέροχο, λευκό φόρεμα και ενώ ήταν όλα έτοιμα για να αρχίσει η τελετή, ο πρίγκιπας της έδωσε ένα χρυσό ψαλίδι για να κόψει τα μαλλιά της. Η κοπέλα πήρε το ψαλίδι και χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, έκοψε τα μαλλιά της και τα έκαψε. Τότε ο πρίγκιπας την πήρε αγκαλιά, την παντρεύτηκε και έζησε ευτυχισμένος μαζί με τη γυναίκα του, τους γονείς της, τα 9 αδέρφια της και τη μικρή κορούλα τους την Άρτεμης junior!

Γαρυφαλλιά Ιορδανίδου
ΓΕΛ Σοχού

5.Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ

Ήταν Πέμπτη οκτώ η ώρα το απόγευμα και ως συνήθως εκείνη την ώρα γυρνούσα με το λεωφορείο από το φροντιστήριο μου κουρασμένη. Εκεί όμως που περπατούσα στους δρόμους της γειτονιάς μου, αφηρημένη, ακούγοντας μουσική από το κινητό μου τηλέφωνο και κοιτάζοντας τον ξάστερο ουρανό εκείνης της όμορφης νύχτας, ξαφνικά ακούω ένα δυνατό κλάμα κάποιου σκύλου. Παραξενεύτηκα, αλλά συνέχισα να προχωράω μη δίνοντας και πολύ σημασία. Όσο πλησίαζα όμως στη γειτονιά μου, το κλάμα γίνονταν όλο και πιο δυνατό. Ανησύχησα πάρα πολύ. Ήθελα να βρω αυτό το σκυλί από το οποίο προέρχονταν αυτό το σπαρακτικό κλάμα, για να δω μήπως χρειάζονταν κάτι, νερό, τροφή…γιατί αγαπώ τόσο πολύ τα σκυλάκια.
Τα σκυλάκια είναι θα μπορούσα να πω, από τα πιο όμορφα πλασματάκια του κόσμου και τα ξεχωρίζω από τα υπόλοιπα ζωάκια που υπάρχουν . Όχι ότι τα άλλα ζωάκια δεν είναι καλά, όλα πλασματάκια του Θεού είναι, αλλά τα σκυλιά έχουν για μένα κάτι το ξεχωριστό. Η αθωότητα και η αγάπη που εκπέμπουν κοιτάζοντας τα κερδίζουν τον θαυμασμό και τη καρδιά μου. Είναι θα μπορούσα να πω οι πιο πιστοί φίλοι του ανθρώπου, πάντα δίπλα του, να τον ακούσουν, να τον νιώσουν και να τον κάνουν να αισθανθεί καλύτερα, όχι με κανέναν ιδιαίτερο τρόπο. Ένα γλύψιμο τους στο χέρι, ή ένα χαρωπό γάβγισμα αρκεί για να σε κάνει να ξεχάσεις τα  προβλήματά σου και να νιώσεις τυχερός που έχεις κοντά σου ένα τόσο καλό φίλο.
Τέλος πάντων για να μη τα πολυλογώ, έψαξα παντού για να βρω το σκυλάκι που έκλαιγε και επιτέλους ύστερα από αρκετή ώρα το βρήκα κοντά σε ένα κάδο. Ήταν μια αδύνατη σκυλίτσα. Φαινόταν να κρυώνει και να πεινάει πολύ, διότι έτρεμε και έψαχνε απεγνωσμένα κάτι να φάει μέσα στα σκουπίδια.  Ήταν όμως πολύ χαριτωμένη, με μαλλιαρό άσπρο τρίχωμα και πεταχτά αυτάκια. Είχε μάλιστα και μια ταυτότητα στο λουράκι της. Ποιος άκαρδος μπόρεσε να αφήσει ένα τόσο τρυφερό πλασματάκι μόνο και αβοήθητο; σκέφτηκα.
Στη συνέχεια προσπάθησα να το πλησιάσω για να το χαϊδέψω. Περίμενα να αντιδράσει αρνητικά και να απομακρυνθεί. Αλλά αυτό ήρθε κοντά μου, κουνώντας τη μικρή, μαλλιαρή του ουρίτσα και μου έγλειψε το χέρι. Μου φάνηκε παράξενο, ένα ξένο σκυλάκι που δε με είχε ποτέ ξανασυναντήσει να αντιδράει με τόσο φιλικό τρόπο.
Από εκείνη την κίνηση του κατάλαβα πόσο ανάγκη είχε όχι μόνο το φαγητό αλλά περισσότερο κάποιον να το φροντίζει, να το αγαπάει και να παίζει μαζί του. Και χωρίς να το σκεφτώ πολύ, το πήρα στο σπίτι μου.
Αρχικά επειδή ήταν βραδάκι το έβαλα μια μάλλινη κουβερτούλα στην αποθήκη του σπιτιού μου όπου θα  μπορούσε να κουρνιάσει και να ξεκουραστεί, και ακριβώς δίπλα μια τεράστια σουπιέρα με ζεστό γάλα και ψωμί. Τα έφαγε αρπακτικά και ξάπλωσε χορτάτο να κοιμηθεί. Αφού σιγουρεύτηκα ότι αποκοιμήθηκε, πήγα μέσα στο σπίτι να το ανακοινώσω στους γονείς μου.
Καλά βρε Ζωίτσα μου, γιατί δεν μας ρώτησες προτού φέρεις το σκυλί στο σπίτι; είπε η μαμά μου. Πίστευα ότι δεν θα είχατε κάποιο πρόβλημα αφού και εσείς αγαπάτε τα σκυλάκια. Πού το βρήκες; ρώτησε ο πατέρας μου. Τρία σταυροδρόμια πέρα από το σπίτι μας. Ήταν νηστικό και έτρεμε από το κρύο. Το λυπήθηκα τόσο πολύ. το πλησίασα για να το χαϊδέψω και ενώ περίμενα να αντιδράσει αρνητικά από τη στιγμή που δεν με γνώριζε, αυτό αντέδρασε τόσο φιλικά. Είναι ένα αξιολάτρευτο και έξυπνο σκυλάκι. Θα δεις δε θα το μετανιώσουμε! Το έχεις ξαναδεί στη γειτονιά μας; ρώτησε η μαμά μου. Όχι, είπα. Μήπως βρε κορίτσι μου το έχασε κάποιος; να το ψάξουμε. Έχει μήπως ταυτότητα στο λαιμό του; Είναι ένα πρόβλημα και αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Ναι έχει ταυτότητα, αλλά ας το διευκρινίσουμε  αύριο γιατί τώρα το έβαλα να κοιμηθεί στην αποθήκη μας. Εντάξει, αύριο λοιπόν, είπε χαμογελώντας η μητέρα μου και μου χάιδεψε τα μαλλιά καληνυχτίζοντας με. Μόλις ξημέρωσε και χτύπησε το ξυπνητήρι μου στις επτά η ώρα, πετάχτηκα κατευθείαν από το κρεβάτι μου, λες και όλο το βράδυ δεν είχα κοιμηθεί και περίμενα την ώρα που θα χτυπήσει το ξυπνητήρι για να σηκωθώ. Είχα τόσο πολύ αγωνία για το αν θα βρίσκαμε τους ανθρώπους που είχαν χάσει το σκυλάκι ή αν τελικά θα το κρατούσαμε!!!Οι γονείς μου με περίμεναν στην τραπεζαρία του σπιτιού μας για να πάρουμε πρωινό. Αφού είχα ντυθεί και όλα τα σχετικά έκατσα στο τραπέζι, έφαγα βιαστικά κ βγήκα έξω να δω τη χαριτωμένη σκυλίτσα . Αυτή με περίμενε στη πόρτα της αποθήκης κουνώντας χαρούμενα την ουρίτσα της και καλημερίζοντας με με ένα δυνατό, κεφάτο γάβγισμα. Αχ ήταν τόσο χαριτωμένη, τόσο παιχνιδιάρα, τόσο έξυπνη! Στη συνέχεια ήρθε στα πόδια μου. Ήθελε να μου δείξει ότι με αγαπάει και να με ευχαριστήσει που της πρόσφερα στέγη για να κοιμηθεί και τροφή για να φάει. Τότε της χάιδεψα το κεφάλι στοργικά και την αποχαιρέτησα επειδή έπρεπε να πάω στο σχολείο. Όμως αυτή με ακολούθησε ως τη στάση απ’ όπου θα έπαιρνα το σχολικό μου. Το μεσημέρι που σχόλασα ήταν πάλι εκεί, στην ίδια θέση και με περίμενε. Σαν να μη κουνήθηκε από το πρωί. Και έτσι γυρίσαμε πάλι μαζί στο σπίτι. Οι γονείς μου με περίμεναν χαρούμενοι. Αμέσως κατάλαβα ότι τελικά θα κρατούσαμε τη μικρή χαριτωμένη σκυλίτσα στο σπίτι μας. Θα κρατήσουμε το σκυλί, αυτό δεν θέλετε να μου πείτε; για αυτό το λόγο δεν είστε τόσο χαρούμενοι; Ναι κορίτσι μου, απάντησε η μητέρα μου. Γιούπι φώναξα δυνατά από τη χαρά μου. Πήραμε τηλέφωνο τους ιδιοκτήτες της σκυλίτσας και μας είπαν ότι έπρεπε να την αποχωριστούν για κάποιους δικούς τους, προσωπικούς λόγους, για αυτό την άφησαν στο χωριό μας, ελπίζοντας ότι κάποιος θα τη βρει και θα τη φροντίσει. Ήθελαν να τη πουλήσουν αλλά κανείς δεν την ήθελε διότι παρόλο που φαίνεται ζωηρή και νέα, είναι πολύ γέρικη και δεν της μένουν πολλά χρόνια ζωής ακόμη, είπε ο πατέρας μου. Δεν πειράζει που δεν την θέλουν, τη θέλω εγώ κι αυτό έχει σημασία. Θα την αγαπάω πολύ και θα την κάνω ευτυχισμένη για τα υπόλοιπα χρόνια που της απομένουν να ζήσει.
Και αυτό άρχισα να κάνω από την επόμενη κιόλας μέρα. Μιας και ήταν Σάββατο πήγα στο κοντινότερο μαγαζί που πουλούσε είδη ζώων και αγόρασα όλα τα απαραίτητα πράγματα που πρέπει  να έχει ένα σκυλί. Πρώτα από όλα ένα σπιτάκι με δύο όμορφες και τεράστιες μαξιλάρες όπου θα χουζουρεύει η σκυλίτσα τα βράδια ύστερα από πολλές ώρες παιχνίδι. Ζωοτροφή, διάφορα παιχνιδάκια, σαμπουάν και χτένα για να έχει όμορφο τρίχωμα και να αρέσει στα σκυλάκια της γειτονιάς και άλλα πολλά. Δεν ήθελα να της λείψει τίποτα. Ύστερα την πήγα στο κτηνίατρο, ο οποίος τη βρήκε απόλυτα υγιή και γερή και με ειδοποίησε πότε θα πρέπει να της κάνω το επόμενο εμβόλιο της. Όπως θα καταλάβατε όλα πήγαν περίφημα!
Όσο περνούσε ο καιρός η σκυλίτσα, την οποία αποφάσισα να ονομάσω Πηνελόπη, δενόταν όλο και πιο πολύ με το περιβάλλον του σπιτιού και της γειτονιάς μας . Γιατί όλα τα σκυλάκια τη συμπαθούσαν και την έκαναν φίλη τους. Εγώ την αγαπούσα όλο και περισσότερο και οι γονείς μου το ίδιο. Μα γίνεται να μην κερδίσει τη καρδιά σου ένα τόσο αξιολάτρευτο πλασματάκι;
Αφού είχαν περάσει κάμποσοι μήνες από τη μέρα που έφερα τη Πηνελόπη στο σπίτι μου, ξαφνικά εκεί που καθόμουν ένα απόγευμα στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και τη χάζευα που έπαιζε με μια παντούφλα της μητέρας μου, παρατήρησα ότι η κοιλίτσα της σχημάτιζε μια έντονη καμπύλη. Στην αρχή σκέφτηκα ότι μάλλον θα είχε παχύνει, αλλά αφού το ξανασκέφτηκα καλά θεώρησα ότι είχε μεγαλώσει αρκετά μέσα σε λίγο καιρό για να φταίει το πάχος για αυτό. Μωρέ λες η Πηνελοπίτσα μου να γίνει μανούλα; σκέφτηκα. Για να το επιβεβαιώσω την πήγα στο κτηνίατρο. Και αφού της έκανε τις κατάλληλες εξετάσεις μου είπε ότι τελικά η Πηνελόπη είναι έγκυος και σε δύο μήνες περίπου, γύρω στα μέσα Ιουλίου θα γεννήσει. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα τόσο ευτυχισμένη που θα αποκτούσαμε και άλλα μέλη στην οικογένεια μας. Και επιτέλους η Πηνελόπη έγινε μαμά…Το ανακάλυψα ένα πρωινό της εικοστής πρώτης Ιουλίου, ημέρα Παρασκευή. Μόλις είχαμε γυρίσει από τις καλοκαιρινές μας διακοπές εγώ και η οικογένεια μου και είχα πάει να δω τι κάνει η Πηνελόπη πίσω στην αποθήκη και αντίκρισα στο μαξιλάρι της ένα μικροσκοπικό πλασματάκι. Ήταν το μωρό της Πηνελόπης το οποίο έκλαιγε επειδή ήθελε  τη μαμά του. Κουνούσε τα ποδαράκια του καθώς ήταν ξαπλωμένο ανάσκελα και έβγαζε τη γλωσσίτσα του προς τα έξω. Πεινούσε μάλλον. Σε μια στιγμή γρίληξε ναζιάρικα και εξαντλημένο από τι κλάμα, γύρισε στο πλάι και αποκοιμήθηκε. Εγώ έμεινα λίγη ώρα ακόμη από πάνω του χαζεύοντας το κι περιμένοντας την Πηνελόπη μήπως έρθει γιατί ήθελα να τη δω για λίγο… μου είχε λείψει πάρα πολύ. Αλλά αυτή δεν φάνηκε. Βαρέθηκα έτσι να περιμένω και πήγα μέσα στο σπίτι για να φάω, να τακτοποιήσω τα ρούχα μου που ήταν στις βαλίτσες και να ξεκουραστώ “θα έχει πάει καμιά βόλτα στη γειτονιά με τα υπόλοιπα σκυλάκια και θα γυρίσει αργότερα” σκέφτηκα. Αφού κοιμήθηκα αρκετές ώρες διότι ήμουν πολύ εξαντλημένη από το ταξίδι, ξύπνησα το απογευματάκι κατά τις πέντε, και με πολύ κέφι βγήκα ξανά έξω στην αυλή περιμένοντας να βρω την Πηνελόπη και να παίξουμε αλλά η Πηνελόπη δεν ήταν πουθενά. Φώναξα, της σφύριξα συνθηματικά αλλά δεν τη βρήκα. Πήγα να δω μήπως θήλαζε το μωράκι της αλλά ούτε εκεί τη βρήκα. Το κουταβάκι ήταν μόνο του πάνω στις μαξιλάρες και έκλαιγε ζητώντας απεγνωσμένα τη μανούλα του που έλειπε πολλές ώρες και θέλοντας να πιει ζεστό γάλα από το στήθος της διότι πεινούσε. Τότε ανησύχησα πολύ. Με έπιασε μια νευρικότητα και βούρκωσαν τα μάτια μου. Ούτε ήθελα να σκεφτώ ότι μπορεί να έχασα την Πηνελοπίτσα μου, το σκυλάκι μου, την ψυχούλα μου. Την αγαπούσα τόσο πολύ. Και εκείνη το ίδιο. Ήταν τόσο ξεχωριστό σκυλί. Είχαμε μεταξύ μας ένα σπάνιο δέσιμο από τη πρώτη στιγμή που συνάντησε η μία την άλλη! Εφόσον πέρασα μια κρίση πανικού, προσπάθησα στη συνέχεια να ηρεμήσω κι έπειτα να ζητούσα βοήθεια από τους γονείς μου. Μαμά η Πηνελόπη δεν γύρισε ακόμη. Πού μπορεί να είναι; δεν τη βρίσκω πουθενά. Ηρέμησε κουκλίτσα μου, κάπου θα ξεχάστηκε με τα υπόλοιπα σκυλιά της γειτονιάς. Μη στεναχωριέσαι θα γυρίσει σίγουρα το βράδυ για να φάει και να ταΐσει το μικρό της. Ίσως να έχεις δίκιο. Όμως η Πηνελόπη δεν έχει λείψει ποτέ ως τώρα τόσες πολλές ώρες από το σπίτι. Μην ανησυχείς. Θα γυρίσει. Αν όχι το βράδυ αύριο το πρωί και αν δεν φανεί ως αύριο θα δούμε τι θα κάνουμε. Άντε πήγαινε τώρα να δώσεις λίγο γάλα στο κουταβάκι γιατί θα έχει πεινάσει πολύ το καημένο. Έχεις δίκιο μητέρα μου, πάω να το ταΐσω και ύστερα θα βγω μια βόλτα με τις φίλες μου ως το βράδυ, γιατί όσο κάθομαι στο σπίτι, τόσο σκέφτομαι την Πηνελόπη και δεν μπορώ να ηρεμήσω. Καλά θα κάνεις γλυκιά μου, καλά να περάσεις και θα δεις που όλα αύριο θα είναι μια χαρά. Δυστυχώς όμως ήρθε και η επόμενη μέρα και η σκυλίτσα δεν φάνηκε. Δεν γύρισε ακόμη η Πηνελόπη… τι θα κάνουμε; δεν μπορούμε να μείνουμε με σταυρωμένα χέρια. Σωστά μιλάς, ας βγούμε να ρίξουμε μια ματιά στη γειτονιά δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα. Και έτσι, βγήκαμε να ψάξουμε όλοι μαζί για να βρούμε το σκυλάκι μας στη γειτονιά. Είδαμε παντού αλλά ήταν μάταιο. Η Πηνελόπη δεν ήταν πουθενά. Γυρίσαμε στο σπίτι και οι τρεις απογοητευμένοι και βάλαμε να φάμε για μεσημεριανό. Ώσπου ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο, πήγε ο πατέρας μου να το σηκώσει. Ποιος ήταν Μανώλη; ρώτησε η μητέρα μου. Ο πατέρας μου δεν απάντησε. Ποιος ήταν μπαμπά; γιατί δεν μιλάς; τι έγινε; ο κυρ Βαγγέλης ο γείτονας βρήκε την Πηνελόπη πίσω στην αποθήκη του σπιτιού του φαρμακωμένη. Πρέπει να έχει κανα δύο μέρες που πέθανε. Σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο. Σε μια στιγμή όμως δεν κρατήθηκα άλλο και ξέσπασα σε κλάματα. Γιατί; γιατί; τι τους φταίνε τα ζωντανά και τα φαρμακώνουν; η μητέρα μου προσπαθούσε να με ηρεμήσει αγκαλιάζοντας με. Τι έφταιγε η δύσμοιρη η σκυλίτσα; τι τους έκανε και τη φαρμάκωσαν;ήταν τόσο καλό σκυλί. Τι θα κάνω τώρα χωρίς τη Πηνελόπη μου; ηρέμησε Ζωίτσα μου, ήταν γραφτό της φαίνεται να τελειώσει η ζωή της με αυτό τον τρόπο. Ας της ευχηθούμε καλό ταξίδι. Μη ξεχνάς όμως πως τώρα έχουμε το μωρό της. Η τελευταία κουβέντα της μητέρας μου με ηρέμησε. Είχε δίκιο! Έχουμε τώρα το κουταβάκι της που πριν από λίγες μέρες έφερε στη ζωή η Πηνελόπη. Όλα τότε άλλαξαν στο μυαλό μου!και ξαφνικά ένα αίσθημα χαράς ένιωσα. Από εδώ και πέρα θα είχα το μικρό της αγοράκι, και θα του έδινα όλη την αγάπη και την τρυφερότητα που δεν πρόλαβα να δώσω στην αγαπημένη μου Πηνελόπη!…

Θεοδοσίου Ζωή
1ο Ενιαίο Λύκειο Κουφαλίων