ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΑΘΗΤΩΝ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ

1. ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ

Πολλά χρόνια πριν στη βόρεια εκείνη γη ζούσαν κάτι παλικάρια που κατοικούσαν στα λιβάδια. Με τις οικογένειές τους ζούσαν και με εχθρούς πολεμούσαν. Δύσκολα ήταν πολύ και χάνονταν πολλοί. Όμως έπρεπε να ζήσουν για την πατρίδα να πολεμήσουν να ξεφύγουν απ’ τους εχθρούς για να γεννήσουν οι γυναίκες γιους. Και αυτοί με τη σειρά θα πολεμούσαν στου Βοσπόρου τα στενά τη πατρίδα να υπερασπιστούν και μαζί να ενωθούν. Στη Θράκη, λοιπόν, εκεί στη γη τη ξακουστή οι Τούρκοι ήταν κατακτητές και συμφορές προκάλεσαν πολλές. Πολεμούσαν οι αντάρτες σαν τους αρχαίους Σπαρτιάτες την πατρίδα να ελευθερώσουν και τους πολέμους να τελειώσουν. Μετά το πρώτο παγκόσμιο γεγονός που ήταν πόλεμος τραγικός οι Έλληνες πήραν την Πόλη και τη Θράκη όλη. Και τώρα είναι εδώ χρόνια μετά εκατό πολεμώντας να σώσουν τη Θράκη από των Τούρκων τα κράτη. Όμως οι Τούρκοι πίσω την πόλη πήραν και μέχρι το ποταμό Έβρο πήγαν, τα σύνορα χάραξαν και τους Έλληνες έξω πέταξαν. Η Θράκη από τότε έτσι έχει μείνει με ο,τι έχει απομείνει και μέχρι σήμερα συνεχίζει μέρος της ξακουστής Ελλάδας να σχηματίζει.

Άννα Κούρου

1° Γυμν. Μαλακοπής

2. ΤΡΙΤΣ Η ΜΠΑΜΠΟΥ, ΤΡΙΤΣ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια μπάμπου και ένας ππους. Τριτς η μπάμπου, τριτς ο πάππους γέμισαν μια κολοκύθα πορδές και την έβαλαν πάνω στο τζάκι. Έπεσε η κολοκύθα και γέμισε ο τόπος με αγοράκια και κοριτσάκια. Πήρε λοιπόν η μπάμπου το πλαστήρι και πατ το ένα, πάτ το άλλο τα περισσότερα τα σκότωσε και έμειναν μοναχά δύο. Το ένα κρύφτηκε πίσω από τη πόρτα και το άλλο πίσω από τη σκούπα. Ο παππούς πήγε την άλλη μέρα στο χωράφι και η μπάμπου έμεινε στο σπίτι, μαγείρεψε και έκανε μια πίτα. Μετά έκατσε η μπάμπου και λογάριαζε ποιόν να στείλει να πάει το φαγητό στο χωράφι. Έλεγε από μέσα της και λογάριαζε : – Να είχα τώρα ένα κορίτσι και ένα αγόρι να πάνε το φαγητό και το ψωμί στο παππού. Εκεί που λογάριαζε, εμφανίστηκαν το κορίτσι και το αγόρι και φώναζαν – Εγώ μπάμπου, εγώ μπάμπου, εγώ θα πάω. Και λέει η μπάμπου – Πάρε εσύ αγόρι μου, το ούζο και το κρασί και εσύ κορίτσι μου, το φαγητό και τη πίτα και τραβάτε στον παππού. Εκεί που πήγαιναν και φτάνοντας κοντά στο χωράφι του παππού ήταν ένα βαθύ χαντάκι που δεν μπορούσαν να το περάσουν και φώναξαν από μακριά τον παππού. – Παππού από πού να έρθουμε; – Από πάνω, από πάνω, αποκρίθηκε ο παππούς. Ξεκίνησαν λοιπόν να τρώνε την πίτα από πάνω. Όμως μετά από λίγο ξαναφώναξαν. – Παππού από πού να έρθουμε; -Από τη μέση, από τη μέση, αποκρίθηκε ο παππούς. Έφαγαν λοιπόν και τη μέση της πίτας και ξαναφώναξαν -Παππού από που να έρθουμε; – Από γύρω, από γύρω, αποκρίθηκε ο παππούς. Τρώνε λοιπόν και τον κόθουρο της πίτας. Φωνάζει ο παππούς τσατισμένος – Γρήγορα να τσακιστείτε και να έρθετε! Περνούν λοιπόν με τα χίλια ζόρια το χαντάκι και πάνε στο παππού. Μόλις φτάνουν τους ρωτά ο παππούς που είναι το φαγητό και το ψωμί. – Να ξέρεις παππού, του απαντούν τα παιδιά, όταν μας έλεγες να έρθουμε από πάνω εμείς φάγαμε το από πάνω της πίτας. Τα πάνω τα πέτουρα. Όταν μας είπες να έρθουμε από τη μέση, φάγαμε τη μέση της πίτας και από γύρω φάγαμε τον κόθουρο της πίτας. Και έτσι τελείωσε το φαγητό. – Τώρα που κάνατε αυτή τη ζημιά, τους είπε ο παππούς, και φάγατε τη πίτα, θα κάτσετε να φυλάξετε τα βουβάλια για να πάω και εγώ στο σπίτι να φάω. Αν δείτε τις καμήλες να έρχονται μη σκιαχτείτε. Έφυγε λοιπόν ο παππούς. Όταν εμφανίστηκαν οι καμήλες, τα παιδιά φοβήθηκαν και κρύφτηκαν κάτω από ένα μανιτάρι. Τα βουβάλια όμως που έβοσκαν εκεί, έφαγαν τα μανιτάρια μαζί με τα παιδιά. Ο παππούς γυρνάει στο χωράφι αλλά δεν βρήκε τα παιδιά. Παίρνει λοιπόν τα βουβάλια και γυρνάει στο σπίτι. Πηγαίνει η μπάμπου να αρμέξει τη βουβάλα και αρχίζουν να φωνάζουν τα παιδάκια μέσα από τη κοιλιά της βουβάλας – Ει μπάμπου ο κώλος σου φαίνεται! Φεύγει η μπάμπου και έρχεται ο παππούς. Πάλι τα παιδιά φωνάζουν μέσα από τη κοιλιά – Ει παππού ο κώλος σου φαίνεται! Το ίδιο έγινε όταν πήγε ο γαμπρός και ύστερα η νύφη. Στεναχωρήθηκαν όλοι που άκουσαν αυτό από τη βουβάλα και λέει η μπάμπου στον παππού – Δεν τη σφάζουμε παππού, την βουβάλα, γιατί δεν είναι καλή. Και έτσι έσφαξαν τη βουβάλα. Πάει η νύφη στο ρυάκι να πλύνει τα έντερα. Εκείνο όμως το κομμάτι του εντέρου που είχε τα παιδιά το πήρε το ρεύμα και το πήγε στο στόμα του λύκου που έπινε παρακάτω νερό. Το κάνει λοιπόν μια χαψιά ο λύκος κι έτσι τα παιδιά βρέθηκαν στην κοιλιά του. Πάει λοιπόν ο λύκος το βράδυ να κλέψει και να φάει τα άλογα. Τα παιδιά όμως, μέσα από τη κοιλιά του, φώναζαν – Αλογαραίοι, αλογαραίοι, λύκος στα άλογα. Φεύγει από εκεί ο λύκος και πηγαίνει σε ένα μαντρί να φάει τα πρόβατα. Φωνάζουν τα παιδιά από τη κοιλιά – Τσοπάνη, τσοπάνη, λύκος στα πρόβατα. Φεύγει λοιπόν ο λύκος πολύ στεναχωρημένος γιατί δεν μπορούσε να φάει. Εκεί που περπατούσε ανταμώνει μια αλεπού και της λέει: -Δεν ξέρεις ρε φίλε τι έπαθα. Όπου και να πάω να φάω ,με κυνηγούν. Φωνάζει μέσα από την κοιλιά μου κάτι, με παίρνουν χαμπάρι και με διώχνουν. – δεν ξέρεις, ρε φίλε, τι να κάνεις, του λέει η αλεπού. Να πας να πιεις νερό, να φας και μπόλικη άμμο και να πας ύστερα στα υψώματα να κυλιστείς κάτω και θα γίνεις καλά. Έτσι έκανε και ο λύκος, τρώει άμμο, πίνει νερό, τρώει άμμο, πίνει νερό, φούσκωσε. Πηγαίνει στα υψώματα, κυλίστηκε και έσκασε. Η αλεπού τον κατάφερε τον λύκο αλλά και τα παιδιά βγήκαν από την κοιλιά του λύκου και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Ελένη Παραλυκίδου

Γυμν.Κουφαλίων

3. Η ΜΠΑΜΠΟΥ ΣΤΡΕΜΠΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ

Πέρασαν γύρω στους τρεις αιώνες κι ακόμα ακούγεται το όνομα της κάπου-κάπου, όταν βγαίνει κανένα παράξενο γεγονός αληθινό. Άρα αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε με αυτήν την παράξενη γυναίκα. Η μπάμπου η Στρέμπου καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία και ήταν μια προφήτισσα κατά παραγγελία. Διότι παρουσιαζόταν μπροστά της η Παναγία και της παράγγελνε τι προφητείες θα μετέδιδε στον κόσμο. Ήταν μια πολύ θρήσκα, πανάγαθη και πολύ σεβαστή γυναίκα, με πολλά παιδιά, νύφες και εγγόνια. Σε κάπως μεγάλη ηλικία άρχισε λοιπόν να διηγείται τις προφητείες της. Όμως η οικογένειά της, ο άνδρας της και τα παιδιά της, άρχισαν να δυσανασχετούν πιστεύοντας ότι η μάνα τους πειράχτηκε και κάτι τέτοια . Όπου πήγαινε να ρητορεύσει τρέχανε από πίσω της, τη μαλώνανε και άλλοτε την παρακαλούσαν να γυρίσει σπίτι της. Μια μέρα λένε πάλι της παράγγειλε η Παναγία να συνεχίσει το έργο της, μα αυτή παραπονέθηκε στην Παναγία για αυτό που της συμβαίνει και το θαύμα έγινε. Σηκώνεται ένα πρωί φωνάζει την οικογένεια της όλη και τους πηγαίνει στο κούτσουρο που κόβουν τα ξύλα. Παίρνει το τσεκούρι μπροστά στα μάτια τους και λέει -Δεν πιστεύετε λοιπόν ότι έχω εντολή από την Παναγία. Και αμέσως κόβει το μικρό το δαχτυλάκι της το παίρνει στο χέρι της το δείχνει στους δικούς της και αμέσως το ξανακολλά στο χέρι της. Σκουπίζει τα αίματα και ως εκ θαύματος έγινε όπως ήταν. Και αμέσως όλη η οικογένεια πίστεψε, έκλαψαν πικρά, την προσκύνησαν και της έδωσαν την άδεια να λέει και να κάνει ότι της ορίζει η Παναγία. Άρχισε λοιπόν το έργο της σε όλη την Ανατολική Ρωμυλία, όπου υπήρχαν Έλληνες. Έλεγε πως θα πετάνε οι άνθρωποι στον ουρανό εννοώντας τα αεροπλάνα, επίσης έλεγε ότι θα βγούνε καντήλια χωρίς λάδι, χωρίς φλόγα και θα φωτίζει πολύ μεγάλο χώρο, εννοώντας τον ηλεκτρισμό. Και πάρα πολλά άλλα που ένα ένα βγήκαν αληθινά και βγαίνουν ακόμα.

Παγώνα Δεδηλιαρίδου

1° Γυμν. Κουφαλίων

4. ΚΑΒΑΚΛΙΩΤΕΣ. ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ

Παραμονές Χριστουγέννων-Χριστούγεννα : Οι Καβακλιώτες περίμεναν κάθε χρόνο τον ερχομό του Δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων ώστε να γιορτάσουν και να τιμήσουν τις ημέρες αυτές για τη μεγαλοσύνη τους. Έχοντας σχεδόν ολοκληρώσει τις αγροτικές εργασίες τους οι Καβακλιώτες συνδύαζαν την ανάπαυση με τον εορτασμό των Χριστουγέννων. Αρκετές ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα οι νοικοκυρές άσπριζαν και καθάριζαν ολόκληρο το σπίτι και τα παλικάρια τραγουδούσαν τα βράδια στους δρόμους τραγούδια σχετικά με τη γέννηση του χριστού προκειμένου να θυμίσουν σε όλους ότι τα Χριστούγεννα πλησιάζουν. Δύο ημέρες πριν τα Χριστούγεννα έσφαζαν τα γουρούνια και φρόντιζαν ώστε κανένα φτωχό σπίτι να μη μείνει δίχως χοιρινό κρέας αυτές τις ημέρες. Οι νοικοκυρές αναλάμβαναν την προετοιμασία της «ΚΑΡΒΑΒΙΤΣΑΣ» (χοιρινό έντερο με γέμιση από εντόσθια και ρύζι), ενώ οι άντρες φρόντιζαν για τον καβουρμά. Ξημερώνοντας παραμονή Χριστουγέννων τα μικρά παιδιά πήγαιναν στα «ΚΟΛΙΝΤΑ» και σε κάθε σπίτι φώναζαν «Κόλιντα μπάμπω κόλιντα», οπότε η γιαγιά του σπιτιού σηκωνόταν και έδινε στα παιδιά «κολιντοκουρούδες» που τις είχε φτιάξει την προηγούμενη ημέρα και τις είχε περάσει στη ρόκα. «Κόλιντα» θεωρούσαν ότι ήταν το όνομα μιας πρακτικής μαμής που ήταν ιδιαίτερα γνωστή σε ολόκληρη την επαρχία της Βηθλεέμ όπου γεννήθηκε ο Χριστός. Όταν όλες οι ενδείξεις οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι η γέννηση του Χριστού πλησίαζε, μικροί και μεγάλοι με ιδιαίτερη λαχτάρα μαζεύονταν κατά ομάδες, άναβαν φωτιές και γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι φωνάζοντας « δώσε μπάμπω μια κουρούδα μη σου πάρω τη πορτούδα». Την παραμονή των Χριστουγέννων σε όλα τα σπίτια μαγείρευαν νηστίσιμο φαγητό και ζύμωναν το Χριστόψωμο. Επίσης, το παρόν στο τραπέζι έδιναν και τα αποκαλούμενα «εννιά φαγιά». Τα «εννιά φαγιά» συνήθως ήταν τα εξής: ντολμάδες με ρύζι, κομπόστα (με δαμάσκηνα, καίσια, μήλο, κυδώνι και σταφίδα), χριστόψωμο, ελιές, λάδι, κρασί, χαλβάς. Το βράδυ συγκεντρωνόταν ολόκληρη η οικογένεια στο τραπέζι, στο οποίο εκτός από τα φαγητά και το χριστόψωμο, υπήρχε και ένα αναμμένο κερί στη μέση. Ένα από τα παιδιά της οικογένειας έλεγε την προσευχή και στη συνέχεια ο πατέρας θυμιάτιζε μπροστά στο εικόνισμα, στο τραπέζι και σε όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Μετά το φαγητό η οικογένεια καθότανε και περίμενε τις παρέες νέων 16-18 ετών, αλλά και μεγαλύτερων που είχαν έφεση στο τραγούδι, που πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι τραγουδώντας αρχικά για τη γέννηση του Χριστού και στη συνέχεια για το ανδρόγυνο και για κάθε μέλος της οικογένειας. Οι παρέες αυτές φρόντιζαν μάλιστα τα τραγούδια που θα έλεγαν να είναι πρωτότυπα και να μην μοιάζουν με αυτά των υπόλοιπων παρεών αλλά να υπερέχουν στις σχετικές συγκρίσεις. Την ημέρα των Χριστουγέννων από τη εκκλησία δεν έλειπε κανένας εκτός από τους ηλικιωμένους και τους ασθενείς , ενώ στη συνέχεια ακολουθούσε χορός. Το μεσημέρι εκτός από το γουρούνι με την αρμιά απαραίτητη ήταν η καρβαβίτσα, ενώ το βράδυ πηγαίναν σε επισκέψεις σε όσους γιόρταζαν. Να σημειωθεί επίσης ότι την «ημέρα του Χριστού» όπως και του ‘Άι Βασίλη οι νοικοκυρές δεν έκαναν οποιαδήποτε δουλειά και ειδικά δεν σκούπιζαν, καθώς το θεωρούσαν γρουσουζιά.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς- Πρωτοχρονιά : Μικροί και μεγάλοι περίμεναν με ιδιαίτερη χαρά να έρθει η Πρωτοχρονιά. Οι νοικοκυρές, από την παραμονή καθάριζαν το σπίτι και φρόντιζαν για το βράσιμο του πατσά. Πατσά ονόμαζαν το κεφάλι του γουρουνιού που το κρατούσαν από τα Χριστούγεννα προκειμένου να φαγωθεί την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Στη συνέχεια οι νοικοκυρές καταπιανόταν με το άνοιγμα των φύλλων και το φτιάξιμο της πίτας. Μέσα στη βασιλόπιτα εκτός από κέρμα, έβαζαν και μικρά ξυλαράκια κρανιάς, τα οποία είχαν διαφορετικό σχήμα και συμβόλιζαν άλλο τα ζώα, άλλο τα χωράφια και άλλο διάφορα αντικείμενα του σπιτιού. Έτσι, σε όλους έπεφτε κάτι από την πίτα. Εκτός από την πίτα έφτιαχναν και το βασιλόψωμο. Το απόγευμα της παραμονής τα μικρά παιδιά, δυο-δυο, κρατώντας ένα φαναράκι στολισμένο με πολύχρωμα χαρτιά, πήγαιναν στα τραγούδια. Το βράδυ όλα τα μέλη της οικογένειας συγκεντρώνονταν στο σπίτι και αφού έκανα την προσευχή τους, ο πατέρας ή η μητέρα θύμιαζε μπρος στο εικονοστάσι και σ’ όλα τα δωμάτια. Το θυμιάτισμα γινότανε με μεταλλικό φτυαράκι και όχι με το θυμιατό, κάτι που συμβόλιζε την αυξημένη παραγωγικότητα και την πλούσια σοδειά. Στη συνέχεια έκοβαν το βασιλόψωμο, έτρωγαν τον πατσά και στο τέλος έκοβαν την πίτα. Μετά το φαγητό κάθονταν και έλεγαν διάφορες ιστορίες μέχρι την αλλαγή του χρόνου. Παράλληλα, το βράδυ της παραμονής, πολλοί νέοι ετοίμαζαν την «καμήλα». Δέκα έως είκοσι άτομα ντύνονταν με δέρματα ζώων και στο χέρι τους κρατούσαν ένα «τσιακαλντάκ», δηλαδή ένα κεφάλι καμήλας έτσι ώστε όλο το κατασκεύασμα να μοιάζει με πραγματική καμήλα. Το πρωί όλος ο κόσμος πήγαινε στην εκκλησία, στον αυλόγυρο της οποίας περίμενε η καμήλα με τα τσακαλντάκια. Όταν σχολούσε η εκκλησία, η καμήλα δεν επέτρεπε σε κανέναν να περάσει εάν δεν έριχνε προηγουμένως χρήματα στο τσακαλντάκ. Στη συνέχεια η καμήλα περνούσε και από τα σπίτια και συγκέντρωνε χρήματα, λουκάνικα και διάφορα φιλοδωρήματα, τα οποία στη συνέχεια μοιραζόταν τα άτομα που αποτελούσαν την ομάδα της καμήλας, ενώ μερικές φορές έδιναν ένα ποσοστό από τη «σοδειά» και στην εκκλησία. Την ίδια μέρα, μετά τον εκκλησιασμό, τα μικρά παιδιά πήγαιναν στην «τριστιάλκα». Έπαιρναν δηλαδή ένα κλαδί, μικρό ώστε να μπορεί να το κρατάει το παιδί στο χέρι, καθάριζαν τη φλούδα του, έσχιζαν τα κλωνάρια με το μαχαίρι, και το ξέραιναν στη φωτιά ώστε όταν το χτυπούσαν κάπου να ακούγεται βοή. Στη συνέχεια το στόλιζαν με βαμβάκια και πολύχρωμες κλωστές. Με το κλαδί αυτό που ονόμαζαν τριστιάλκα, έβγαιναν στους δρόμους, στα καφενεία και στα σπίτια και υποχρέωναν τον νοικοκύρη ή την νοικοκυρά να σκύψει και στη συνέχεια τους χτυπούσαν στην πλάτη λέγοντας παράλληλα τους παρακάτω στίχους τρεις φορές. «Τρις, τριστιάλκα έτη πολλά, τώρα και του χρόνου πάλι τον Άι Βασίλη». Οι μεγάλοι αποδεχόταν με θρησκευτική ευλάβεια το παραπάνω χτύπημα καθώς θεωρούσαν ότι με τον τρόπο αυτό θα έφευγαν από πάνω τους τα κακά δαιμόνια και στη συνέχεια έδιναν από κάποιο νόμισμα στα μικρά παιδιά. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι κάτοικοι του Καβακλή της Ανατολικής Ρωμυλίας την λέξη τριστιάλκα που θα τους φτιάξουν να είναι όσο γίνεται ομορφότερη καθώς την ημέρα της Πρωτοχρονιάς μικροί και μεγάλοι συζητούσαν ποια τριστιάλκα ήταν η καλύτερη. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς και μέχρι να ολοκληρωθεί η θεία λειτουργία, φώναζαν σούρβα, Σούρβα πίστευαν ότι στα εβραϊκά σημαίνει «Ιησούς να βαπτιστεί» (να δοθεί στο θείο βρέφος το όνομα Ιησούς και όχι κάποιο άλλο όνομα.

Αγίου Ιωάννη : Την ημέρα του Αγίου Ιωάννη άνδρες και γυναίκες, μεγάλοι και μικροί, πήγαιναν στη βρύση ή στα πηγάδια, γέμιζαν κουβάδες με νερό και προσπαθούσαν να βρέξει ο ένας τον άλλο, καθώς κυνηγιόνταν. Όλοι δεχόταν αδιαμαρτύρητα το κατάβρεγμα που γινόταν καθώς την ημέρα αυτή, που τα νερά ήταν αγιασμένα, καθένας θεωρούσε ότι γινόταν για λογαριασμό του το μυστήριο του βαφτίσματος στον Ιορδάνη ποταμό.

Παναγιώτα Ειρήνη Βλαϊκούδη

1° Γυμν. Κουφαλίων

5. ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΚΥΡΙΛΛΟ

Ονομάζομαι Βασίλης Σαρίδης και κατάγομαι από το Πύθιο, του νομού Έβρου. Στο χωριό μου λοιπόν, πριν από χρόνια βρέθηκε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος. Πιο συγκεκριμένα το χωριό μου εκτός από το Βυζαντινό του κάστρο παρουσιάζει και κάποιο άλλο ειδικό ενδιαφέρον. Γιατί το χωριό τούτο το καθαγίασε μια μεγάλη μορφή της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος ο ΣΤ΄ που απαγχονίστηκε από τους Τούρκους στην Αδριανούπολη, θάφτηκε όμως εδώ όπου και διατηρείται ο τάφος του. Επιπρόσθετα, ήταν άνοιξη του 1821, Κυριακή των Βαΐων στην Αδριανούπολη. Έφτασαν και εδώ τα μηνύματα για τον ξεσηκωμό των ραγιάδων και την μέρα αυτή άρχισαν από τους Τούρκους οι συλλήψεις των Ελλήνων που συνεχίστηκαν όλη την μεγάλη εβδομάδα. Την Κυριακή του Θωμά, 17 Απριλίου, όλοι αυτοί οι Ανδριανοπολίτες αποκεφαλίστηκαν. Μαζί τους είχε συλληφθεί και ο Ανδριανουπολίτης πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος ο ΣΤ΄ . Το κοσμικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος Σερμπετσόγλου. Γεννήθηκε στην Αδριανούπολη το 1775 και από μικρός διακρίθηκε στα γράμματα. Νέος, 28 ετών, χειροτονείται μητροπολίτης Ικονίου, 35 ετών το 1810 μετατίθεται ως μητροπολίτης στην Αδριανούπολη όπου ενισχύει την εκπαίδευση. Το 1813, 38 χρονών εκλέγεται Πατριάρχης, αξίωμα που ο ίδιος δεν επιζήτησε. Επίσης ως Πατριάρχης ο Κύριλλος, με την επωνυμία Κύριλλος ο ΣΤ΄ , διόρθωσε τα οικονομικά του πατριαρχείου, επέφερε τάξη και πειθαρχία στο διοικητικό του μηχανισμό, ίδρυσε σχολεία και ξανά λειτούργησε το πατριαρχικό τυπογραφείο στο οποίο τύπωσε και ο ίδιος δικά του βιβλία. Η ιδιαίτερη ικανότητα του όμως, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για τους Τούρκους, οι οποίοι το 1818 τον καθαιρούν από Πατριάρχη με το αιτιολογικό ότι ήταν ανίκανος να διατηρήσει τους Χριστιανούς σε υποταγή. Εξορίζεται στο Άγιον Όρος από όπου ύστερα από άδεια των Τούρκων γυρνά στην Αδριανούπολη. Εκεί τον βρίσκει η έκρηξη της επανάστασης του 1821. Με ειδικό ταχυδρόμο φτάνει το σουλτανικό διάταγμα για την θανάτωση του. «…και ο έκπτωτος πρώην πατριάρχης των Ρωμαίων… Κύριλλος… ενέχεται και αυτός εις τους σκοπούς και τας γνωστάς μεταξύ του έθνους των Ρωμαίων ραδιουργίας ως εξηβρικώθη». Το τέλος δεν άργησε να έρθει. Απαγχονίστηκε από ένα καγκελόφραχτο παράθυρο της Μητρόπολης. Το βασανισμένο του σώμα μαζί με τα κουφάρια των άλλων μαρτύρων ρίχτηκαν από τους δήμιους στα νερά του Έβρου για να εξαφανιστούν. Το ρεύμα όμως του ποταμού το έφερε στις όχθες του Πυθίου. Ένας χωρικός ο Χρήστος Αργυρίου, αναγνωρίζει το λείψανο του πατριάρχη. Και το βράδυ με κίνδυνο της ζωής του, το ανασύρει από το ποτάμι, το φορτώνει στο βοϊδάμαξο του και σκεπασμένο με κλαδιά μουριάς το φέρνει στο σπίτι του. Εκεί μέσα στο φτωχικό του καμαράκι σκάφτει μνήμα βαθύ και με ευλάβεια αποθέτει τη σορό του εθνομάρτυρα. Άγρυπνο καντήλι καίει μερόνυχτα στο μυστικό μνήμα. Όταν τέλειωσε ο αγώνας των Ελλήνων, το 1833, τα οστά του μάρτυρα ιεράρχη μεταφέρθηκαν στην Αδριανούπολη. Έμεινε μόνο ο τάφος, το μέρος όπου το χώμα της γης χώνεψε το κορμί του Πατριάρχη, και το μέρος εκείνο η οικογένεια Αργυρίου το άφησε άθικτο. Γκρεμίστηκε το παλιό σπίτι και υψώθηκαν καινούρια στη θέση του, όμως ο τόπος που ήταν ο τάφος δεν πειράχτηκε. Μικρός δρομάκος οδηγεί σήμερα στα σπίτια των απογόνων του Χρήστου Αργυρίου. Σήμερα στο χωριό ζουν οι γυναίκες των απογόνων του που ομολογούν το βίο και τα θαύματα του Πατριάρχη. Γιατί όλοι στο χωριό τον θεωρούν άγιο. Και η εκκλησία της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον έχουν ανακηρύξει άγιο. Ο παππούς μου μου είπε μια ιστορία που έλεγαν και λένε ακόμα οι κάτοικοι του χωριού «Ο Πατριάρχης απαιτούσε από τους κατοίκους του Πυθίου να του χτίσουν ένα εκκλησάκι προς μνήμην του, για να ησυχάσει η ψυχή του. Έτσι με τη μορφή φαντάσματος, τριγυρνούσε τα βράδια στα σπίτια και ταρακουνούσε οικιακές συσκευές ή σκορπούσε τα δημητριακά (σιτάρι) στις αποθήκες για να τρομάξει το κόσμο. Ο κόσμος όμως δεν αντιδρούσε μέχρι που έγινε κάτι συνταρακτικό για το χωριό. Ξέσπασε λοιμός και ο αριθμός των νεκρών ήταν μεγάλος. Έτσι πάρθηκε η απόφαση να χτιστεί το εκκλησάκι για τον Πατριάρχη. Η οικογένεια Αργυρίου έχτισε το εκκλησάκι δίπλα από τον τάφο του. Από τότε η ψυχή του Πατριάρχη ησύχασε και δεν ξανά ενόχλησε τους χωριανούς. Επίσης Θεϊκή ευημερία ακόμα σκέπασε το χωριό». Ανάμεσα στα σπίτια στο στενό πεζοδρόμιο βρίσκεται σήμερα το μνήμα του. Ένα άτεχνο τσιμεντένιο προσκυνητάρι σκέπαζε το χώμα. Τώρα τελευταία φιλοτεχνήθηκε καινούριο ομορφότερο με πέτρες και τούβλα. Μέσα στο προσκυνητάρι είναι η εικόνα του. Συνηθισμένη εικόνα αγίου με άσπρα μαλλιά και γένια, επισκοπικά άμφια και το Ευαγγέλιο μπροστά στο στήθος. Τέλος όλοι οι κάτοικοι του χωριού, εγώ και όσοι κατάγονται από το Πύθιο, είμαστε πολύ περήφανοι που στο χωριό μας υπάρχει ο τάφος και το εκκλησάκι αυτής της μεγάλης εκκλησιαστικής μορφής. Του Πατριάρχη Κύριλλου.

Βασίλης Σαρίδης

3° Γυμν. Καλαμαριάς

6. ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ

ΡΑΙΔΕΣΤΟΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Η Δεκοχτούρα: Είχε νυχτώσει πια και η γιαγιά με τα τρία εγγονάκια της καθόταν κοντά στη φωτιά που έδινε ένα υπέροχο χρώμα σε όλο το δωμάτιο και το γέλιο των παιδιών γέμιζε το σπίτι με χαρά. Σε μια στιγμή η Μαιρούλα ρώτησε τη γιαγιά. – Γιαγιά θα μας πεις την ιστορία για την δεκοχτούρα ; – Ω ! είναι μεγάλη ιστορία και πολύ λυπητερή, είπε η γιαγιά με σοβαρότητα. – Γιαγιά άκουσα τον Κώστα να λέει ότι η δεκοχτούρα είναι γυναίκα που έχει μεταμορφωθεί σε πουλί. Είπε η μικρότερη εγγονή η Γιωργίτσα που η γιαγιά της είχε μεγάλη αδυναμία. – Δίκιο έχει ο αδερφός σου κοκόνα μου. Ανοίξτε καλά τα αυτιά σας και θα σας πω την ιστορία. Η γιαγιά αφού βολεύτηκε καλά, δίπλα στο μιντέρι, άρχισε να διηγείται: «Μια φορά και έναν καιρό, σ’ ένα όμορφο αλλά φτωχικό χωριό κτισμένο ανάμεσα στο βουνό και στο ποτάμι, ζούσε η Κατίνα, μια πανέμορφη κοπέλα, με την οικογένεια της. Η κοπέλα ήταν αθώα και καλόκαρδη. Όταν περπατούσε στο δάσος, χαιρετούσε τα πουλιά, τα ήμερα και άγρια ζώα και φυσικά όλους τους ανθρώπους, μεγάλους και μικρούς, πλούσιους και φτωχούς. Ένα πρωινό η Κατίνα καθώς έπλενε τα ρούχα στο ποτάμι άκουσε μια φωνή να της λέει γλυκά. – Θα μπορούσα να καθίσω κοντά σου για να ξαποστάσω; Γύρισε η κοπέλα το κεφάλι της και είδε ένα νέο όμορφο και καλοσυνάτο, δίπλα σε ένα καφέ άλογο, φορτωμένο σάκους μεγάλους. – Κάθισε να ξαποστάσεις. Απάντησε η κοπέλα με μεγάλη χαρά. Η καρδιά της φτερούγισε και ένοιωσε πως έβλεπε μπροστά της τον νέο που περίμενε χρόνια και που έβλεπε συνέχεια στα όνειρα της. – Πως σε λένε όμορφη; ρώτησε το παλικάρι. – Κατίνα, είπε και έκρυψε το πρόσωπό της για να μην δείξει την αναστάτωση της και τα κατακόκκινα μάγουλά της. – Εμένα με λένε Ανδρέα. Γυρίζω όλο το κόσμο και πουλάω τις πραμάτειες μου, όμως πιο όμορφη κοπέλα από σένα δεν έχω ματαδεί. Η κουβέντα τους κράτησε ώρα και όταν ο νέος σηκώθηκε να φύγει, της υποσχέθηκε ότι σύντομα θα γύριζε κοντά της. Ο καιρός περνούσε όμορφα για τους δύο νέους και οι συναντήσεις τους γινόταν όλο και πιο συχνές. Το παλικάρι θαμπώθηκε όχι μόνο από την ομορφιά της κοπέλας αλλά και από το μεγαλείο της ψυχής της. Της πρότεινε λοιπόν να παντρευτούν και η κοπέλα το δέχτηκε με μεγάλη χαρά και ενθουσιασμό. Αγαπούσε τον Αντρέα και πίστευε ότι κοντά του θα περάσει μια ζωή ευτυχισμένη. – Κατινάκι μου, όπως ξέρεις, ο μόνος άνθρωπος που έχω στο κόσμο είναι η μητέρα μου και όταν παντρευτούμε θα μείνει και αυτή μαζί μας, μιας και εγώ θα λείπω μέρες, μπορεί και μήνες με τη δουλειά μου, εσύ θα πρέπει να έχεις παρέα και να νιώθεις ασφαλής. Η κοπέλα συννέφιασε για λίγο, γιατί σκεφτόταν ότι θα άφηνε τους αγαπημένους της γονείς και το σπιτικό της. Τα ματάκια της γέμισαν δάκρυα χαράς και λύπης μαζί. Η μεγάλη της αγάπη για τον Ανδρέα όμως υπερίσχυσε και απάντησε. – Όλα θα τα απαρνηθώ και θα έρθω μαζί σου! Οι δύο νέοι παντρεύτηκαν και η Κατίνα εγκαταστάθηκε στο καινούριο της σπιτικό με το σύζυγο της και την πεθερά της. Η πεθερά ήταν μια κακόψυχη γυναίκα που ζήλευε τη νύφη της και την έβαζε να κάνει συνέχεια βαριές δουλειές, όταν έλειπε ο Αντρέας. Όταν αυτός ήταν στο σπίτι της φερόταν όλο υποκρισία με τον καλύτερο τρόπο. – Πόσο σ’ αγαπάει η μητέρα! Έλεγε και ξαναέλεγε ο νέος στη γυναίκα του, χωρίς να ξέρει τι γινόταν όταν έλειπε από το σπίτι. – Ναι Αντρέα μου απαντούσε η Κατίνα, γιατί ήξερε πόσο πολύ αγαπούσε τη μητέρα του ο άνδρας της και δεν ήθελε να τον στεναχωρήσει. Έτσι περνούσε ο καιρός, με τον Αντρέα να λείπει συνεχώς από το σπίτι και την Κατίνα να μαραζώνει μέρα με τη μέρα και να αναπολεί τις χρυσές μέρες στο σπίτι της κοντά στους ανθρώπους που την αγαπούσαν. Η μόνη της παρηγοριά, ήταν να πηγαίνει στο δάσος και να λέει τον πόνο της στα ζώα και στα πουλιά και να καρτερεί τον γυρισμό του άντρα της που τόσο αγαπούσε. Ένα πρωί η κακιά πεθερά με τόνο αυστηρό, όπως πάντα, είπε στη νύφη της να ζυμώσει και να ψήσει ψωμί. Η Κατίνα υπάκουη όπως ήταν, πήρε αμέσως αλεύρι και νερό, έβαλε ξύλα στο φούρνο, τον άναψε και άρχισε να ζυμώνει. Έπλασε δεκαοχτώ ψωμιά και τα έβαλε στη πινακωτή. Με το ζυμάρι που είχε απομείνει στα χέρια της σκέφτηκε να πλάσει ένα μικρό πιτάκι. Καθώς το ετοίμαζε σκέφτηκε να το δώσει στο μικρό κοριτσάκι τη Μαριγούλα, που ζούσε μόνη της κοντά στο ποτάμι και δεν θα είχε φαγητό. Μόλις ψήθηκαν τα ψωμιά η Κατίνα πήρε κρυφά από την πεθερά της το πιτάκι και έτρεξε χαρούμενη στο δάσος φωνάζοντας : «Μαριγούλα, Μαριγούλα…σου έφερα να φας». Το μικρό κοριτσάκι την υποδέχτηκε με μεγάλη χαρά και αγκαλιάζοντας την με συγκίνηση της είπε: – Πεινούσα πάρα πολύ, είσαι ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Ευτυχισμένη η Κατίνα από την καλή της πράξη, τραγουδούσε μαζί με τα πουλιά και χόρευε σε όλη τη διαδρομή για την επιστροφή της στο σπίτι. Μια μεγάλη έκπληξη όμως την περίμενε! Η κακιά πεθερά στεκόταν μπροστά στο κατώφλι του σπιτιού κρατώντας την πινακωτή με τα δεκαοχτώ ψωμιά και τη ρώτησε: – Που είναι Κατίνα το πιτί; – Ποιο πιτί; απάντησε η νύφη, γιατί πίστευε πως δεν το είχε δει η πεθερά της όταν το έφτιαχνε. – Αυτό που ψήθηκε μαζί με τα δεκαοχτώ ψωμιά. Το πιτί! Της απάντησε και τα μάτια της γυάλιζαν όλο κακία. Η Κατίνα κατέβασε το κεφάλι της και δε μίλησε. Που να τολμήσει να της πει ότι το έδωσε στο ορφανό! Η ψυχή της πεθεράς της ήταν τόσο κακιά που δεν την συγκινούσε τίποτα στον κόσμο όλο. – Πρέπει να φέρεις πίσω το πιτί μέχρι το βράδυ, αλλιώς να μη γυρίσεις στο σπίτι. Η Κατίνα έφυγε τρέχοντας για το δάσος. Από τα μάτια της κυλούσαν δάκρυα λύπης και αγωνίας. Αφού περιπλανήθηκε ώρες, δυστυχισμένη όπως ένοιωθε παρακάλεσε το Θεό να την απαλλάξει από το κακό που την είχε βρει. Βράδιασε… εξαντλημένη καθώς ήταν έπεσε σε ένα στρώμα από φυλλωσιές δέντρων για να κοιμηθεί. Το πρωί που ξύπνησε, καθρεφτίστηκε στο ποτάμι που πήγε να πλυθεί και τι να δει !! είχε μεταμορφωθεί σε πουλί. – Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, που με έσωσες απ’ αυτή την κακιά γυναίκα. Θα πετώ στον ουρανό για να βρω την αγάπη που δεν μπόρεσα να βρω στη γη και θα τραγουδάω όλη τη μέρα για το χαμένο ψωμάκι που έδωσα με όλη μου τη καρδιά στο ορφανό. Από τότε μέρα νύχτα γυρίζει παντού σ’ όλο τον κόσμο και τραγουδώντας λέει: «Δεκαοχτώ το πιτί , πάει η Κατίνα να το βρει». Η φωτιά κόντευε να σβήσει καθώς η γιαγιά τελείωνε την ιστορία της. – Είναι αλήθεια όλα αυτά, γιαγιά; ρώτησε η Μαιρούλα. – Βέβαια. Μόνο που όλα αυτά είναι πολύ παλιά ιστορία και εξάλλου οι δεκοχτούρες υπάρχουν και αν προσπαθήσετε να ακούσετε τι λένε θα καταλάβετε. Είπε γελώντας η γιαγιά. Η φωτιά στο τζάκι όμως είχε σβήσει και ήταν πια ώρα για ύπνο….

Μάγδα Πετίδου

1° Γυμν. Τούμπας

7. Ο ΘΕΡΟΣ ΚΑΙ Τ’ ΑΛΩΝΙΑ

Κείν’ τα χρουνιά είχε μπέρεκετ μιγάλου. Κατ γεννήματα, του φίδ’ δε μπορούσι να τα σκίσ’. Θερίζαμ’ πε τα τραγούδια. Γούλους ου κόσμους γιμάτους έρεξκι μιράκ’. Ξιθέρσαμ’. Έκαμαμ τ’ αμάξια για διμάτια άρκιψαμ του κουβάνμα. Ένα προυί. Πήγαμ στου χουράφ’ να φουρτώσουμ’ ένα κριθάρ’. Νεβαίν’ ου Κατσικλής παν’ στ’ αμάξ’ κι’ γω πεκάτ’ έδινα τα διμάτια. Νιαν αλιπού κ’ μούντανα πεκάτ’ πε τα διμάτια. Όπους σάλτσα να πάρου του διμάτ’ νε είδα, νε τραβίζου ένα δουκράν’, χτυπάει του δουκράν’ στου ντουκουρτζούν’, τσακίσκι τόνα του δόντ’, πέμνε τσελέκ’ κου. Γιουρουντίζ’ η αλιπού, μι πιάν’ πε το μπατζάκ’. Πηδάει ου Κατσικλής πε παν’ πε τ’ αμάξ’νε πιάν’πε την ουρά, νε φέρνει μια σφουντούλα, νε χτυπάει καταγής. Άρκεψ να γυρνά κατλαβάκες. Εμείς γελούσαμ και οι δυό. Εμέν σκώνετι και παίρνει δρόμου και φεύγει. Φόρτωσαμ τα αμάξια, πήγαμ στ’αλώνια, τα αδειάσαμ. Τέλειουσι το κουβαν’μα, καθαρίζουμ’ τα’αλών’τους πάτσαμμι του γιουβαρλάκ κι ξικίν’σαμ ν’ αλουνίζουμ. Κείν’ τα χρόνια ήντανα βάσανου μεγάλου ου αλωνισμός. Του πρωί να στρώσεις τα διμάτια, να ξέψεις τη δουκάν’, απάν’ έπρεπε να έχ’ς του φκιάρ, τουν τενεκέ. Μόν’ έκανε του βόδ’ να κουπρίσ’, εβάνις του φκιάρ΄κι μάζονις την κουπριά στουν τενεκέ. Όντε πάλε θα να κατρίσ’ του βόδ, σταματούσις τη δουκάν’ εβανις τουν τενεκέ κι μάζωνις του κατούρμα κι τόριχνις όξου πε τ’ αλών. Κι του πιο μεγάλου βάσανου ήντανα ου αέρας. Γιατί πότι φ’σούσι να λιχνίσου’μ κι πότι δε φ’σούσι κάνα δυο μέρις κι μαζόνταν τα σέτια στοπυ πλάι τ’ αλών. Τελειώσαμ’ μι του καλό. Ξαλών’σαμ, έβραναμ τα γεννήματα στ’ αμπάρια τ’άχυρα στα αχυρώνις. Πήγμ κι κάμπουσα σεφέρια στο βουνό, ηφέρμ τα ξύλα μας. Ναι μέρα φουνάζου τουν Καμτσικλή κι με βόηθησι, γιουμίζουμ τα τσουβάλια στάρ’, τα φουρτώνουμ πάν’ στ’ αμάξ’ κι τα’ν άλλ’τα’ μέρα του πρωί ζέβου τσ’ μπτέκες, βάνου η γυναίκα κι του πιδί απάν. Η διξιά η μπτέκα δε παέν. Ε! Κι παίρνου του κάτσνου κι νι μπήκα πε του πλάι κι νε’ χωθ’κα μπογιονά να δγείς, παέν’ ή δε παέν’. Παγαίνουμ’ στου Μπουργκάζ, στου παζάρ’. Πλώ του στάρ’, γουράζω γούλα τα τεταρίκια για τουχ’μώνα, παίρνου κι μια μιγάλ’τόπκα του πιδί κι γύρ’σαμ πίσου στου χουριό.

Αντώνιος Μιτσάγκας

1° Γυμν. Μαλακοπής

8. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΥΛΗ

Μια φορά και έναν καιρό ζούσε σε ένα χωριουδάκι μια όμορφη και ευτυχισμένη οικογένεια, ο μπαμπάς, η μαμά και τα τρία τους παιδιά, ο Γιώργος, ο Χρήστος και η μικρή Ελενίτσα. Κάθε πρωί τα αγόρια σηκώνονταν από τα χαράματα και πήγαιναν μαζί με τον πατέρα τους στο χωράφι για να τον βοηθήσουν στη δουλειά. Στο σπίτι έμεναν μόνο η μαμά με την Ελενίτσα, η μαμά για να μαγειρέψει και να κάνει τις δουλειές του νοικοκυριού και η μικρή καθόταν και έπαιζε. Όμως, η μικρή Ελενίτσα ήταν μια “αχόρταγη” παιχνιδιάρα. Δεν αρκούνταν σε αυτά που είχε και συνεχώς ήθελε κάποιο καινούριο παιχνίδι για να ασχοληθεί. Και όποτε δεν γινόταν αυτό που ήθελε έκανε σκανταλιές και δεν άφηνε τη μαμά της να κάνει τις δουλειές του σπιτιού μέχρι να την ικανοποιήσουν. Η μαμά της ολοένα έβρισκε καινούργια παιχνίδια έτσι ώστε να μπορεί να δουλεύει απερίσπαστη αλλά μάταια. Έτσι λοιπόν κατέληγε καθημερινά να κάθεται συνέχεια μαζί της φροντίζοντας να είναι ευχαριστημένη. Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες. Μια μέρα η μαμά μην αντέχοντας άλλο αυτό το πρόγραμμα αποφάσισε να κάνει την αγαπημένη της κόρη να είναι ευχαριστημένη με αυτά που έχει. Μόλις βράδιασε και η Ελενίτσα ήταν έτοιμη να πέσει για ύπνο η μαμά της πήγε στο δωμάτιο και της είπε – Ελενίτσα, θέλεις να σου πω ένα παραμύθι για να κοιμηθείς; – Ναι μαμά. -Ξάπλωσε στην αγκαλιά μου και άκου. Ήταν μια φορά και έναν καιρό πριν πολλά χρόνια σε ένα μακρινό χωριουδάκι ένας παππούς και μια γιαγιά. Ζούσαν σε ένα σπιτάκι και είχαν έναν λαχανόκηπο, ένα κοτέτσι και τρία κουνελάκια. Το ένα το λέγανε Γκριζούλη και ήταν το πιο δυνατό και ορεξάτο κουνελάκι. Ο Γκριζούλης για να καταλάβεις έτρωγε μόνος του όσο έτρωγαν και τα άλλα δύο κουνελάκια μαζί. Το δεύτερο κουνελάκι το λέγανε Καφετούλη. Αυτό ήταν το πιο χουζούρικο κουνελάκι. Ξυπνούσε μόνο για να φάει και να παίξει. Όλη την υπόλοιπη μέρα κοιμόταν. Το τρίτο κουνελάκι το λέγανε Ασπρούλη. Ο Ασπρούλης ήταν ο πιο έξυπνος και ο πιο πονηρός από τα τρία και ήταν το αγαπημένο κουνελάκι τους, σαν εσένα Ελενίτσα. Κάθε μέρα ο παππούς πήγαινε στο χωράφι του, όπως ο μπαμπάς σου, και δούλευε μέχρι το μεσημεράκι, όπου και γυρνούσε σπίτι για να ξεκουραστεί. Έφερνε στα κουνελάκια χορταράκια για να φάνε, που τα μάζευε είτε από το χωράφι είτε στον δρόμο της επιστροφής. Στον Γκριζούλη έδιναν πάντα λίγα χορταράκια περισσότερα, στον Ασπρούλη έδιναν τα πιο νόστιμα και τρυφερά χορταράκια, ενώ στον Καφετούλη έδιναν ότι περίσσευε. Το απόγευμα ο παππούς και η γιαγιά δούλευαν στον λαχανόκηπο τους. Εκεί είχαν φυτέψει λαχανάκια, μαρουλάκια, καροτάκια, ραπανάκια και άλλα καλά τα οποία έτρωγαν. Με αυτό τον τρόπο περνούσαν οι μέρες και όλοι ήταν ευτυχισμένοι. Ο μόνος που δεν ήταν ευχαριστημένος ήταν ο Ασπρούλης, που καθώς ήταν το αγαπημένο κουνελάκι του παππού και είχε μάθει στην καλοπέραση και στο καλό φαγητό αναζητούσε συνέχεια κάτι διαφορετικό και καλύτερο από αυτά που είχε για να περάσει καλά. Έτσι λοιπόν μια μέρα που ο παππούς έβγαλε τα κουνελάκια έξω για να φάνε χορταράκι ο Ασπρούλης πρόσεξε τον λαχανόκηπο. Είδε τα λαχανάκια, τα καροτάκια, σωστός παράδεισος βρισκόταν μπροστά του. Έβαλε λοιπόν στόχο να καταφέρει να βρεθεί εκεί, να απολαύσει όλα αυτά τα εκλεκτά φαγητά. Το ίδιο βράδυ, όταν όλοι είχαν κοιμηθεί ο Ασπρούλης πήγε ήσυχα και προσεκτικά στην άκρη της μάντρας που κοιμόνταν τα κουνελάκια και άρχισε να σκάβει. Ήθελε να φτιάξει μια τρύπα που να περνάει κάτω από τα σύρματα που οριοθετούσαν τη μάντρα και να βγει έξω, να πάει στον “παράδεισο” και να φάει με τη ψυχή του. Όμως δεν πρόλαβε να τελειώσει την τρύπα εκείνη τη νύχτα. Χάραζε και σε λίγο ο παππούς θα πήγαινε στη δουλειά, και αν έβλεπε τη τρύπα όλο το σχέδιο θα χαλούσε. Ο Ασπρούλης δεν ήξερε τι να κάνει, στο τέλος όμως το βρήκε. Μάζεψε όσο χώμα μπορούσε από τριγύρω, πήρε και μερικά χορταράκια που είχαν περισσέψει από το φαγητό τους και κάλυψε την τρύπα. Όταν σιγουρεύτηκε ότι δεν φαινόταν, έπεσε για ύπνο, μην τυχόν τον έβρισκε ο παππούς ξύπνιο και “μυριζόταν” την δουλειά. Το επόμενο βράδυ έγινε πάλι το ίδιο. Μόλις όλοι έπεσαν για ύπνο, ο Ασπρούλης ξεσκέπασε την τρύπα και άρχισε να σκάβει. Μετά από αρκετή ώρα δουλειάς τα κατάφερε. Περνώντας μέσα από την τρύπα έφτασε στον λαχανόκηπο. Έτσι, καθώς ήταν πεινασμένος μετά από τόση ώρα δουλειάς, έπεσε με τα μούτρα στο φαΐ. Έφαγε, έφαγε, μέχρι που η κοιλιά του δεν χωρούσε άλλο. Τότε πέρασε πάλι μέσα από την τρύπα και έπεσε να κοιμηθεί. Το επόμενο πρωί, μόλις ο παππούς βγήκε από το σπίτι, αντίκρισε τον λαχανόκηπο του κατεστραμμένο. Όλα τα λαχανικά του ήταν φαγωμένα. Μπήκε στο σπίτι λυπημένος. Μόλις τον είδε η γιαγιά απόρησε. -Γιατί είσαι λυπημένος; τον ρώτησε. – Κάποιο ζωάκι μου έφαγε τα λαχανικά μου. – Το βρήκες ; – Όχι μάλλον θα έφυγε. – Μην στεναχωριέσαι θα τον ξαναφτιάξουμε τον κήπο. Όμως σήμερα τη νύχτα θα φυλάξεις σκοπιά, άμα ξαναέρθει να το πιάσεις. Έτσι και έγινε. Εκείνη τη νύχτα ο παππούς κάθισε σκοπός στο παράθυρο να δει άμα έρθει ξανά το ζωάκι που του έτρωγε τα λαχανικά. Ο Ασπρούλης εν τω μεταξύ θυμόταν ακόμα την νοστιμιά από τα μαρουλάκια και τα λαχανάκια του κήπου και ήθελε να ξαναπάει. Φοβόταν πολύ όμως, γιατί πίστευε ότι ο παππούς θα τον έπιανε αυτή τη φορά. Όμως στο τέλος η πείνα του κατάφερε να νικήσει τους φόβους του και να πάει. Έτσι λοιπόν ξεσκέπασε την τρύπα και πήγε στον λαχανόκηπο. Για καλή του τύχη, ο παππούς , που ήταν πολύ κουρασμένος, είχε αποκοιμηθεί δίπλα στο παράθυρο και δεν τον πήρε είδηση. Ο Ασπρούλης έφαγε με τη ψυχή του. Και όταν χόρτασε, επέστρεψε πάλι από την τρύπα που είχε σκάψει την προηγούμενη μέρα. Το επόμενο πρωί ο παππούς ξύπνησε πάνω στο παράθυρο. Αμέσως έτρεξε να δει πως ήταν ο λαχανόκηπος του. Όλα ήταν όπως και την προηγούμενη μέρα. Γύρισε σπίτι καταστεναχωρημένος. Όμως δεν το έβαζε κάτω αν δεν έπιανε τον καταστροφέα έτσι λοιπόν για δεύτερη φορά φύλαξε σκοπιά , αυτή τη φορά με το όπλο του στο πλάι, για να τιμωρήσει τον καταστροφέα και να μην φοβάται ότι θα του τρώνε τα λαχανικά του. Εκείνη τη νύχτα ο παππούς κάθισε σκοπός μέχρι πολύ αργά τη νύχτα. Όμως πάλι νικήθηκε από τη κούραση. Για καλή του τύχη η γιαγιά ξύπνησε μες στη νύχτα και τον είδε που κοιμόταν. Τον ξύπνησε και του είπε – Πήγαινε κοιμήσου, θα κάτσω εγώ σκοπός. Όσο γίνονταν αυτά στο σπιτάκι, ο Ασπρούλης ξεσκέπαζε τη τρύπα που είχε φτιάξει για να πάει πάλι στον λαχανόκηπο. Έχοντας πειστεί πλέον πως δεν θα τον έπιαναν πήγε πάλι στον λαχανόκηπο μη προσέχοντας τη γιαγιά που στεκόταν στο παράθυρο. Άρχισε να μασουλάει πάλι τα μαρουλάκια χωρίς να νοιάζεται για τον θόρυβο και αν θα τον καταλάβαιναν. Η γιαγιά άκουσε μες το σκοτάδι το “κρατς κράτς” και κατάλαβε ότι ο υπεύθυνος της καταστροφής είχε γυρίσει. Αμέσως είδε τη σκιά κάποιου ζώου να τρώει τα μαρουλάκια, όμως μες το σκοτάδι δεν μπόρεσε να διακρίνει ότι ήταν το δικό τους κουνελάκι. Έτσι λοιπόν πήρε το όπλο και “μπουμ” πυροβόλησε το ζωάκι. Την άλλη μέρα βγήκαν έξω να το βρουν. Το βρήκαν δίπλα στα μαρουλάκια, αλλά δεν κατάλαβαν ότι επρόκειτο για τον Ασπρούλη τους. Νόμιζαν ότι ήταν ένα ξένο κουνελάκι και όχι από τα δικά τους. Η γιαγιά το πήρε και το έκανε στιφάδο και εκείνη τη μέρα φάγανε ένα ωραιότατο φαγητό. Το απόγευμα όταν ο παππούς πήγε να ταΐσει τα κουνελάκια του έλειπε ένα. Ο Ασπρούλης. Αμέσως ρώτησε τη γιαγιά – Τι χρώμα είχε το κουνελάκι που φάγαμε σήμερα; – Άσπρο ήταν είπε η γιαγιά. – Α! Δικό μας ήταν. Ο Ασπρούλης ήταν. Ψάχνοντας λίγο ο παππούς βρήκε την τρύπα που είχε σκάψει ο Ασπρούλης. – Δεν το περίμενα αυτό. Ο Ασπρούλης ήταν το πιο χαϊδεμένο κουνελάκι, του έδινα συνέχεια το καλύτερο φαγητό, τον περιποιόμουνα, γιατί να το κάνει αυτό; Πάντως το μάθημά του το πήρε. Αντί να είναι ευχαριστημένος με αυτά που έχει, ήθελε περισσότερα. Και αυτό το πλήρωσε ακριβά. – Είδες Ελενίτσα τι έπαθε ο Ασπρούλης; Από κει που ήταν το αγαπημένο κουνελάκι του παππού και το πιο χαϊδεμένο, τα έχασε όλα. Και γιατί; Γιατί ενώ είχε όλα τα καλά, αυτός ήθελε συνέχεια κάτι καινούργιο, κάτι καλύτερο. Δεν ήταν ευχαριστημένος με αυτά που είχε. Μήπως σου θυμίζει κάτι αυτή η ιστορία Ελενίτσα; – Μαμά μοιάζω με τον Ασπρούλη. Και αυτός δεν αρκείται με αυτά που είχε όπως και εγώ. Αλλά εγώ μαμά δεν θέλω να μου πάρουν αυτά που έχω. Δεν θέλω να τα χάσω. Θα προσπαθήσω να αλλάξω. Και δεν θα σου ζητάω συνέχεια να παίζεις μαζί μου. – Χαίρομαι που κατάλαβες το νόημα της ιστορίας κόρη μου. Ελπίζω να σε βοηθήσει η ιστορία του Ασπρούλη να γίνεις καλύτερη. Μα τώρα είναι αργά. Πήγαινε για ύπνο. – Καληνύχτα μαμά. – Καληνύχτα Ελενίτσα.

Λάζαρος Παπαδόπουλος

Ελληνογαλλική σχολή Καλαμαρί

9. Η ΦΥΓΗ

Περιπλανώμενη στους δρόμους της αλησμόνητης πατρίδας και προσπαθώντας να βρω κάτι που να θυμίζει, Θράκη- Ανατολική Ρωμυλία. Χώματα ιερά για μένα και ποτισμένα με τον ιδρώτα και δάκρυα γενεών, έφτασα στη γενέτειρα των παππούδων μου και γιαγιάδων μου, το Καβακλή, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Το ταξίδι μακρινό και κουραστικό, αλλά δεν άφησα στιγμή να πάει χαμένη, την επόμενη μέρα κιόλας, ξεκίνησα τη βόλτα μου στα σοκάκια του χωριού και έλεγα: Δεν μπορεί κάποιος θα μου μιλήσει Ελληνικά- Καβακλιώτικα, η αγωνία μου μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα. Μονολογώντας λοιπόν “Θέου να βρω έναν άνθρωπο ιτσά να χουρατέψου καμόσο να μάθου για του τί ίνγκι” μπροστά μου ο μπάρμπα Γκέτης με τη γυναίκα του, την θεία Πούνκα, ακούγοντας με να μιλάω Καβακλιώτικα, αναθάρρησαν, πέφτουν στην αγκαλιά μου λέγοντας μου: Μας αστόχσιτι είμαστε κι μεις Έλληνοι. – Δεν σας αστόχσαμοι αλλά δεν σας ήξιραμι. Από εκείνη τη στιγμή ένοιωσα ότι βρήκα τον θησαυρό που έψαχνα, ο παππούς άρχισε την ιστορία του: Λοιπόν κοπέλα μου εμείς ινίθκαμι εδώ τρανέψαμε και οι μανές μας και οι πατεράδες μας, ζήσαμε εδώ από τα παλιά τα χρόνια, τα αρχαία. Από το 1906 άρχισαν τα προβλήματα με τους ξένους, άρχισαν νά ρουνται. Να θέουν να πάρν τα μέρη μας. Εγώ παιδί τότε πήγαινα στο σχολείο, μαθαίναμε Ελληνικά και Βουλγάρικα, έτσι είχαν αποφασίσοι οι τρανοί, στα σχολεία να μαθαίνουμε Βουλγάρικα, παιδιά τότε, δεν καταλαβαίναμε τι γινόταν. Ο πατέρας μου γεωργός, δούλευαν μαζί με τη μάναμ στα χωράφια, προκομμένοι άνθρωποι και όλοι, από το Καβακλή νοικοκυραίοι, άμα δεν μας άφσαν σε ησυχία, άρχισαν οι Διοικητές το περιοχών να ζητούν φόρους πολλούς, εξοντωτικούς για τους δικούς μας, αφού ούτε και στη διοίκηση άφσαν τσ Έλληνες να κάνν κουμάντο. Τα χρόνια δύσκολα βέβαια, αλλά ζούσαμε καλά, έρουνταν ο καιρός , κάναμε τα πανυγήρια μας, τηρούσαμε όλα τα έθιμα και γλεντούσαμε, δεν θα ξεχάσω το ψωμί που ζύμωνε η μάναμ. Πούνκα μαρί και συ, τι μιντζιές έφκιαντε εκείνα τα χρόνια; Μαζώνονταν οι γυναίκες στον αργαλειό, να υφάνουν να κεντήσν τις τσούκνες, πιά θα φτιάση την καλύτερη για να πάει στο πανηγήρι, εκεί να βρεί αϊγόρο. Έτσι βρήκα και εγώ τον Γκέτη, και παντρέφκαμε, αμά γρήγορα έπρεπε να ξεριζωθούμε από τα σπίτια μας και τις καλοσύνες μας. Ήρθε ο καιρός από το 1920-1924 άρχισαν σιγά-σιγά οι διωγμοί μαζέψαμε το νοικοκυριό μας στα κάρα, ότι χωρούσε, τα πιο πολύτιμα, δύο υφαντά, φωτογραφίες των γονιών, τσούκνες και ποτούρια και αναμνήσεις χιλιάδες, δάκρυα ατέλειωτα, τα παιδιά μας στην αγκαλιά και λίγο χώμα ιερό, για να πάμε στη μαμά πατρίδα. Τα λόγια τους τα κουβαλάω ακόμα στην καρδιά μου, το όνειρο έγινε αληθινό. Ολόκληρη η Ανατολική Ρωμυλία είναι μια πανέμορφη Ελληνική Πατρίδα, γεμάτη πόλεις, χωριά, όπου άνθισε Ελληνισμός και Βυζάντιο.

Θεοδώρα Τσάγκαλου

1° Γυμν. Κουφαλίων

10. ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΟΥ

ΧΑΨΑ, Ανατολικής Θράκης. Βασίλης Αποστολίδης, νέος, ψηλός, όμορφος και πάνω απ’ όλα πλούσιος. Χωράφια σπαρμένα με στάρι και καλαμπόκι και προπαντός κοπάδια με πρόβατα, κατσίκια και ιδιαίτερα βουβάλια. Περιζήτητος γαμπρός.ΑΝΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ, Ανατολικής Θράκης. Παρασκευίτσα. Ψηλή, όμορφη,αρχοντογυναίκα. Πολύ καλή μαγείρισσα και κεντήστρα από τις λίγες.Για την τύχη αυτών των δύο φρόντισαν οι μάνες τους με τη βοήθεια της προξενήτρας, έτσι γίνονταν τότε, και ο Βασίλης με τη Παρασκευίτσα παντρεύτηκαν. Ζούσαν καλά. Μεγάλωνε η περιουσία τους αλλά μεγάλωνε και η οικογένειά τους. Έκανα επτά παιδιά. Τέσσερα κορίτσια, τη Φωτεινή, τη Μαρία, τη Χρυσώ και το στερνοπαίδι τους την Ελενίτσα αλλά και τρία αγόρια, το Γιώργο, τον Αποστόλη, και το Θεοχάρη. Την προκοπή όμως του Βασίλη δεν την έβλεπαν όλοι με καλό μάτι. Οι Τούρκοι ενοχλούνταν και δεν ήθελαν το καλό του. Το αποτέλεσμα ήταν να τον σκοτώσουν. Πίστευαν ότι έτσι θα τον κατέστρεφαν. Δεν ήξεραν όμως την Παρασκευίτσα.Κρέμασε στον ώμο της μεγάλης κόρης της Φωτής και του πιο μεγάλου γιου της Γιώργου από εάν σακούλι άμμο και στην αυλή του σπιτιού τάχα πως η άμμος ήταν σπόρος τους έμαθε τη κίνηση της σποράς. Και έμαθαν όχι γιατί τους άρεσε αλλά γιατί το έλεγε η “νινέ” δηλαδή η μάνα. Και αυτή η μάνα ήταν σκληρή γιατί ήταν και πατέρας μαζί. Όλα πήραν το δρόμο τους και πήγαιναν καλά. Ο Γιώργος έγινε 17 χρονών και ήρθε η ώρα για το στρατό. Έπρεπε να υπηρετήσει τη θητεία του.1922. Στη Θράκη, στην Μικρά Ασία, στον Πόντο, οι Έλληνες διώχνονται. Και η οικογένεια του Γιώργου ήταν Έλληνες, μιλούσαν μόνο Ελληνικά. Ο Γιώργος στο στρατό και η “νινέ” Παρασκευίτσα μόνη με έξι παιδιά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ήταν πλούσια αλλά σε χωράφια και ζώα. Με την βοήθεια των κοριτσιών η “νινέ” φόρτωσε στο κάρο, ότι μπορούσε να πάρει. Είχε και τα προικιά των κοριτσιών. Γέμισε το κάρο με κουβέρτες, παπλώματα, στρώματα, κεντητά και όσα φαγητά μπορούσε για το δρόμο. Έκανε το σταυρό της, κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού, γιατί πίστευε ότι θα ξαναγυρίσει και ξεκίνησε για όπου τη βγάλει ο δρόμος, γιατί όσους ήξερε έφευγαν και αυτοί. Όπου πήγαιναν οι χωριανοί της θα πήγαινε και αυτή με τα παιδιά της. Έφτασαν στο Λαγκαδά. Στο δρόμο χωρίς να ξέρει κανείς, μπορεί από την ταλαιπωρία, την κούραση ή από κάποια αρρώστια πέθανε η Ελενίτσα. Ήρθαν φτωχοί και βρώμικοι σε ένα μέρος που δεν ήξεραν παρά μόνο τη γλώσσα, αφού ήταν Έλληνες. Ο Γιώργος πήρε άδεια και το μόνο που ήθελε ήταν να δει τη μάνα και τ΄ αδέρφια του, γιατί είχε μάθει για το διωγμό. Έφτασε όλο λαχτάρα, όμως στο σπίτι του έμεναν Τούρκοι και δεν βρήκε κανέναν από τους γνωστούς και τους φίλους να μάθει για τους δικούς του, γιατί είχαν φύγει όλοι. Έμεινε το βράδυ κρυφά στο αχυρώνα χωρίς φαγητό μέσα στο κρύο. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να γυρίσει στο στρατώνα. Τελείωσε τη θητεία του και μαζί με άλλους πατριώτες έμαθαν ότι οι δικοί του ήταν στην Αθήνα. Πήραν απόφαση να πάνε να τους βρούνε. Πέρασαν μέρες μέχρι να φτάσουν. Όμως εκεί να βρουν τι, ποιον και που. Μικρασιάτες, Πόντιοι, Θρακιώτες όλοι διωγμένοι. Έμαθαν τελικά ότι οι δικοί τους ήταν στο Λαγκαδά, ένα χωριό έξω από τη Θεσσαλονίκη. Οι τέσσερις φίλοι ξεκίνησαν να τους βρούνε. Έτρωγαν χόρτα και κοιμόντουσαν όπου μπορούσαν. Από μια αυλή έκοψαν αγκινάρες γιατί ήξεραν ότι τρώγονται. Άρχισαν να κόβουν τα φύλλα αλλά δεν μπόρεσαν να τις φάνε γιατί δεν ήξεραν ποιο μέρος της αγκινάρας τρώγεται. Έφτασαν με τα πόδια από την Αθήνα και τους βρήκαν. Τα πράγματα όμως ήταν πιο δύσκολα. Αυτοί στο τόπο τους είχαν σπίτια, χωράφια και ζώα, εδώ δεν είχαν τίποτε. Οι πιο πολλοί ντόπιοι ήταν δούλοι στους Τούρκους, πριν φύγουν και εκείνοι με το διωγμό, οι υπόλοιποι ψαράδες στη λίμνη, γιατί τα χωράφια ήταν ελάχιστα, φτωχοί δηλαδή όλοι. Το κράτος μοίρασε στους πρόσφυγες γη αλλά και αυτή πιο πολύ ήταν βάλτος. Οι Λαγκαδιανοί μισούσαν τους Τούρκους και θεωρούσαν τους πρόσφυγες Τούρκους, που ήρθαν να τους πάρουνε ότι είχαν, τώρα μάλιστα που τους έδωσαν και γη. Τους ανάγκασαν να αποτραβηχτούν στην άκρη του χωριού και ανάλογα από ποιο μέρος είχαν έρθει να ονομάζουν και να ξεχωρίζουν τις περιοχές τους. Έτσι έχουμε ακόμα και τώρα τα Θρακιώτικα, τα Μικρασιάτικα, τα Πόντια. Δεν τους αποδέχτηκαν. Μέχρι τώρα όσοι γέροι ζουν ακόμα αντιπαθούν τους πρόσφυγες. Οι πρόσφυγες έπρεπε να παλέψουν να κάνουν τη γη χωράφι που θα δίνει σοδειά και να αποδείξουν στους ντόπιους ότι είναι και αυτοί άνθρωποι. Στις γειτονιές οι μάνες φώναζαν στα παιδιά τους “φύγετε θα σας φαν τα προσφυγούδια”. Στην εκκλησία δεν άφηναν τις γυναίκες να καθίσουν στα στασίδια και να ακούσουν τη θεία Λειτουργία. Τα βράδια λέρωναν τις μπουγάδες και τα πρωινά που όλοι έλειπαν στα χωράφια έσκιζαν τα στρώματα που έβγαζαν οι γυναίκες να αερίσουν μια που για αυτούς τα στρώματα με μαλλί και βαμβάκι ήταν άγνωστα. Στα καφενεία έδιωχναν τους άντρες. Η οικογένεια του Γιώργου όπως και πολλές άλλες άντεξε. Είχαν τώρα ξανά χωράφια και μπορούσαν να έχουν το δικό τους στάρι και καλαμπόκι. Με λάσπη και ξύλα η καλύβα, που τους έδωσαν, έγινε δύο δωμάτια. Η “νινέ” Παρασκευΐτσα έζησε και πάντρεψε και τα έξι παιδιά της όλα με προσφυγόπουλα, γιατί και εδώ υπήρχε πρόβλημα. Οι ντόπιοι δέχτηκαν την αξία των προσφύγων χωρίς να την παραδεχτούν, πάντρευαν τις κόρες τους με προσφυγόπουλα μια που απέδειξαν ότι είναι άξιοι, αλλά ποτέ δεν θα έδιναν το γιο τους σε προσφυγοπούλα. Τότε είχε βγει και ένα τραγούδι που έλεγε ότι μια προσφυγοπούλα κατάφερε να παντρευτεί ένα παλικάρι και η πεθερά της την δηλητηρίασε. Η “νινέ” αφού δεν ήθελαν οι ντόπιοι τα παιδιά της δεν ήθελε και εκείνη τα δικά τους. Τα κορίτσια έφυγαν στα χωριά των αντρών τους αλλά τους γιους της τους κράτησε κοντά της. Σε μια αυλή τρία σπίτια. Ο Γιώργος με την Ευθυμία, ο Αποστόλης με τη Χρυσώ και ο Θεοχάρης με την Ευγενία. Πέθανε η Παρασκευΐτσα αλλά η αυλή γέμισε από τα εγγόνια της. Ο Γιώργος και η Ευθυμία, που την είχαν μαζί τους μέχρι το θάνατό της. Έκανα τέσσερα παιδιά, οχτώ εγγόνια και δεκατρία δισέγγονα, που δεν γνώρισαν ποτέ. Ο Γιώργος πέθανε το 1978 αφού μετά από τα πλούτη, την προσφυγιά, την φτώχεια, έζησε και το μεγάλο σεισμό και η Ευθυμία το 1995. δεν τους γνώρισα ποτέ. Τους ξέρω από ασπρόμαυρες και έγχρωμες φωτογραφίες. Οι παππούδες μου, οι γονείς και εγώ μαζί με τα αδέρφια μου γεννηθήκαμε στην Ελλάδα. Όλα αυτά τα έμαθα από τη γιαγιά μου που όταν μου τα έλεγε έκλαιγε και έκλαιγα και εγώ. Αν με ρωτήσει κανείς ποια είναι η καταγωγή μου θα πω “ΘΡΑΚΙΩΤΗΣ”. Οι παραδοσιακοί χοροί που μαθαίνω τώρα δεν είναι μόνο όνομα είναι οι χοροί μου. Ευχαριστώ το σχολείο που εξαιτίας αυτής της εργασίας έμαθα για τις ρίζες της οικογένειάς μου. Λέγομαι Άγγελος Ματαράς είμαι μαθητής της Γ΄ τάξης του 1ου Γυμνασίου Λαγκαδά, απόγονος του Γιώργου και της Ευθυμίας Αποστολίδη ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ από την ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ.

Άγγελος Ματαράς

1° Γυμν. Λαγκαδά

11. Η ΧΑΝΟΥΜ ΜΑΪΜΟΥ

Κάποτε σε μαι μεγάλη πολιτεία, στα μέρη της Ανατολικής Θράκης, υπήρχε ένας βασιλιάς ξακουστός, που είχε τρεις γιους. Όταν μεγάλωσαν τα παλικάρια του, αποφάσισε να τα παντρέψει και να τους μοιράσει το βασίλειό του. Η γη του βασιλείου του ήταν τόσο εύφορη, που οι αγρότες έσπερναν δύο φορές το χρόνο. Η χώρα είχε πλούσιο ανάγλυφο και δροσερά ποτάμια με καρπερές κοιλάδες. Όμως επειδή ήταν τόσο εύφορη και είχε μεγάλη στρατηγική σημασία γιατί βρίσκονταν στο σταυροδρόμι Ασίας-Ευρώπης, όλοι οι λαοί ήθελαν να την κατακτήσουν. Δίνει λοιπόν ο βασιλιάς διαταγή στους τεχνίτες της χώρας του, να κατασκευάσουν τρεις χρυσές βέργες, μία για το κάθε γιο του. Μόλις ετοιμάστηκαν οι χρυσές βέργες, δίνει από μια στο καθένα και τους προστάζει να πάρουν τα άλογά τους, να ανεβούν στο πιο ψηλό σημείο της πολιτείας και να πετάξουν τις βέργες τους. , όσο πιο δυνατά μπορούν. Σε όποιο σπίτι πήγαινε η βέργα του καθενός , εκείνη τη κοπέλα θα έπαιρνε για γυναίκα του. Αυτό ήταν πατροπαράδοτο έθιμο αιώνων. Έτσι παντρεύονταν αιώνες τώρα τα βασιλόπουλα σ’ αυτήν τη γωνιά της γης. Πετάει ο πρώτος γιος τη βέργα του, πάει στο σπίτι του Βεζίρη και επομένως θα έπαιρνε τη κόρη του για γυναίκα του . Ο Βεζίρης που παρακαλούσε να συγγενέψει με το βασιλιά, έκανε γιορτή και μεγάλο τραπέζι για να γιορτάσει το απροσδόκητο και ευτυχές γεγονός! Πετάει ο δεύτερος, πάει στο σπίτι του δημάρχου, οπότε παίρνει τη κόρη του για γυναίκα του. Ο Δήμαρχος όπως και ο Βεζίρης, ευχαριστούσε τη τύχη του που συγγένεψε με το βασιλιά και θα έχει μεγαλύτερη προβολή και καταξίωση. Πετάει και ο τρίτος τη βέργα του, αλλά ψάχνει ψάχνει, πουθενά η βέργα, λες και την κατάπιε η γη. Τότε ο μικρός πρίγκηπας ανεβαίνει στο άλογό του και αρχίζει να ψάχνει, να ψάχνει ώσπου βγήκε έξω από τα τείχη της πόλης μήπως και τη πέταξε στα πέρα χωράφια. Πραγματικά μετά από πολλές μέρες ψαξίματος βλέπει από μακριά κάτι να γυαλίζει πάνω σε ένα δέντρο. Πλησιάζει και βλέπει όντως, η βέργα του ήταν πάνω σε μια καρυδιά. Την φτάνει όπως ήταν πάνω στο άλογο του και με θυμό δίνει μια κλωτσιά το δέντρο και φωνάζει: τα αδέλφια μου βρήκαν τις καλύτερες κοπέλες , τι εγώ εσένα θα πάρω; τότε βγαίνει μια μαϊμού μέσα στο δέντρο, παίρνει ένα φουντούκι και ένα καρύδι και του λέει : Ναι εμένα θα πάρεις για γυναίκα σου! Το βασιλόπουλο σάστισε. Η μαϊμού έβγαλε από το καρύδι ένα στέμμα και αμέσως μεταμορφώθηκε σε πεντάμορφη κοπέλα! Ανοίγει και το φουντούκι και βγάζει ένα πριγκιπικό φόρεμα. Τότε το βασιλόπουλο της προτείνει να γίνει γυναίκα του, αλλά εκείνη του λέει: -Θα γίνω γυναίκα σου αλλά δεν θέλω να πειράξεις τη γούνα μου, αλλιώς θα φύγω και θα με χάσεις! – Εντάξει, λέει το βασιλόπουλο, αν αυτό θέλεις. Τότε καβάλα στο άλογο, πηγαίνουν στο παλάτι και ο βασιλιάς ορίζει τη μέρα που θα γινόταν οι τρεις γάμοι. Έγινε το πιο ωραίο γλέντι, με τραπέζια αμέτρητα και φαγητά ποικίλα. Η Χανούμ-μαϊμού ήταν η πιο όμορφη από τις νύφες, διασκέδαζε και όταν πετούσε ρύζι γινόταν τριαντάφυλλα και όταν πετούσε κομμάτια κρέας γινόταν γαρύφαλλα. Τότε όμως έπαιρναν και οι άλλες δύο νύφες και πετούσαν ρύζι, αλλά σταμάτησαν γρήγορα γιατί τα φαγητά λέρωναν δυστυχώς τα ρούχα των καλεσμένων και δεν γίνονταν λουλούδια όπως της Χανούμ-μαϊμούς. Ο βασιλιάς όμως εκμεταλλευόμενος ότι η Χανούμ είναι απασχολημένη, πήρε το βασιλόπουλο παράμερα και του είπε: – Κοίτα να δεις, πήγαινε και κάψε τη γούνα της γυναίκας σου τώρα που δεν βλέπει, για να μην ξαναγίνει ποτέ μαϊμού.- Μα πατέρα της έδωσα το λόγο μου. – ‘Όταν όμως γίνει πάλι μαϊμού τότε τι θα κάνεις; τώρα είναι ευκαιρία! – Εντάξει πάμε! Λέει ο πρίγκιπας, μη έχοντας τι άλλο να πει. Το κακό δεν άργησε να γίνει Η Χανούμ μυρίστηκε τη γούνα να καίγεται! Αμέσως είπε στους τριγύρω: – Η γούνα μου καίγεται! Εγώ φεύγω! Πείτε στον άντρα μου ότι έφυγα και για να με βρει, πρέπει να κάνει σαράντα ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να με ψάξει. Έτσι είπε και μεταμορφώθηκε σε περιστέρι και χάθηκε μακριά. Το βασιλόπουλο, μόλις το έμαθε, έπεσε να πεθάνει από τη στεναχώρια του. Όταν συνήλθε έδωσε εντολή στους τεχνίτες και του έφτιαξαν τα παπούτσια. Κίνησε λοιπόν και ρωτούσε να μάθει για τη Χανούμ-μαϊμού. Πέρασε την πόλη και ακόμα να τη βρει. Πέρασε ολόκληρη τη Ρωμανία, μα ακόμη να φανεί. Κινήθηκε βόρεια προς το Δούναβη. Εκεί του είπε ένας χωρικός: – Το βλέπεις εκείνο το κάστρο; εκεί μένουν οι νεράιδες και ανάμεσά τους ήταν και μια έτσι όπως τη περιγράφεις. Μόνο μη πλησιάσεις πολύ, θα σε τρελάνουν αυτές. Δεν χάνει καιρό και αρχίζει να τρέχει προς το κάστρο. Καθώς περνούσε το Δούναβη, φορούσε το τεσσαρακοστό ζευγάρι παπουτσιών. Έφτασε στο πύργο περιμένοντας υπομονετικά, όταν ξάφνου προβάλει η Χανούμ-μαϊμού, αυτή μόλις τον είδε από μακριά τον αναγνώρισε και πήγε αμέσως κοντά του και γύρισαν στο παλάτι όπου έγινε μεγάλο πανηγύρι. Και από τότε το βασιλόπουλο δεν αθέτησε ποτέ τις υποσχέσεις του. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!παραμύθι μύθι μύθι το κουκί και το ρεβίθι εμαλώνανε στη βρύση. Πέρασε και η φακή και τα βάζει φυλακή, μα η φάβα της φωνάζει :φακή, βγάλτα δεν πειράζει!!!

Ολυμπιάδα Καμπλιέ

1° Γυμν. Μίκρα

12. ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ

Ο παππούς ο Μήτης γεννήθηκε στην Ανατολική Ρωμυλία, στο Καβακλή, το 1899. καταγόταν από εύπορη οικογένεια, μιας και ο πατέρας του ήταν σταθμάρχης, κάτι σαν τους σημερινούς χωροφύλακες. Λένε ότι γυρνούσε όλο το Καβακλή πάνω σε άλογο προσπαθώντας να διαφυλάξει την ειρήνη και τη τάξη. Μέσα σε αυτή την οικογένεια μεγάλωσε ο προπάππος μου. Όταν μεγάλωσε και αυτός έκανε τη δική του περιουσία. Εκεί στη Βουλγαρία είχε ένα μύλο για να αλέθει σιτηρά και χωράφια με εργάτες στη δούλεψή του. Εκτός αυτών είχε και κοπάδια και κάμποσα πρόβατα, γελάδια και άλογα. Ο πρώτος του γάμος έγινε στο Καβακλή από τον οποίο απέκτησε τρία παιδιά. Γύρω στο 1920 όμως ξεκίνησε η ανταλλαγή πληθυσμών. Ο παππούς αναγκάστηκε να πουλήσει το μύλο για τα έξοδα του ταξιδιού και κράτησε τα ζωντανά, τα οποία πήρε μαζί του. Έτσι τα φόρτωσε στο τρένο, ανέβηκε και αυτός με την οικογένειά του και έφτασαν στην Ελλάδα. Έκαναν πρώτα μια στάση δύο ημερών στην Αλεξανδρούπολη, έπειτα επιβιβάστηκαν ξανά στο τρένο και αποβιβάστηκαν στην Θεσσαλονίκη. Από εκεί με τα πόδια αυτοί και τα ζώα έφτασαν στα κάτω Κουφάλια όπου και εγκαταστάθηκαν. Τότε τα σημερινά Κουφάλια βρίσκονταν πιο κάτω, στα σημερινά χωράφια των παππούδων μας. Αργότερα επειδή η περιοχή είναι κάμπος και γεμίζει νερά με τις βροχοπτώσεις μεταφέρθηκαν πιο πάνω όπου ήταν ύψωμα και έτσι είχαν λιγότερα προβλήματα. Η περιοχή αυτή ονομάστηκε άνω Κουφάλια αλλά τελικά επικράτησε ως Κουφάλια. Λοιπόν λίγο αργότερα ο προπάππος μου πληροφορήθηκε πως συγγενείς και φίλοι του ήταν στο Κίτρο Πιερίας και για αυτό το λόγο μετακόμισε εκεί. Δυστυχώς εκεί πέρα ο παππούς ο Μήτης, λόγω μιας επιδημίας, έχασε το ένα του παιδί, τον Γιώργο, ο οποίος ήταν επτά μηνών. Για αυτό το λόγο γύρισε ξανά στα κάτω Κουφάλια όπου έμεινε για δύο περίπου χρόνια. Τελικά με την αλλαγή τοποθεσίας του χωριού ο παππούς και η οικογένειά του εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα σημερινά Κουφάλια. Με τη βοήθεια του συνοικισμού που τους έδωσε δωρεάν οικόπεδα άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους. Το νέο σπίτι χτίστηκε με αρκετό κόπο, γκρέμισαν τη παλιά κατοικία, πήραν από εκεί τις πέτρες, τα ξύλα και ότι άλλο χρειαζόταν για το καινούργιο τους σπίτι ολοκληρώνοντας το μετά από έξι μήνες. Ξεκίνησε έτσι η νέα του ζωή, αγόρασε χωράφια, αυξήθηκαν τα κοπάδια του και συνέχισε τη ζωή του. Δυστυχώς όμως η μοίρα του έκρυβε και άλλες κακουχίες. Αν και απέκτησε και άλλα τέσσερα παιδιά, αργότερα έχασε το μικρό αγαπημένο του γιο, τον Μαρίνο, μόλις στα δεκατρία του χρόνια για το χαμό του οποίου μιλούσε μέχρι το τέλος της ζωής του. Σαν να μην έφτανε αυτό για το δύστυχο παππού λίγο αργότερα χάνει και τη γυναίκα του Χρυσή. Αλλά η ζωή συνεχίζεται…Ο παππούς ξαναπαντρεύτηκε απέκτησε ακόμα ένα παιδί και έζησε ευτυχισμένος ως τα βαθιά γεράματα μέχρι το 2002. ο προπάππος μου είδε τρεις αιώνες να περνάνε από μπροστά του και έζησε την ιστορία που εγώ διαβάζω τώρα στα βιβλία!

Παναγιώτης Ραφαήλ Γκυρίδης

1° Γυμν. Κουφαλίων

13. Ο ΞΕΡΙΖΩΜΟΣ-ΑΝΤΙΟ ΠΑΤΡΙΔΑ

Μονάχα όσοι αντίκρισαν με τα μάτια τους τις ατέλειωτες εκείνες φάλαγγες των καραβανιών, κάρα και βοϊδάμαξες, να διασχίζουν πένθιμα και σιωπηλά τους λασπωμένους χωματόδρομους της Ανατολικής Θράκης, μονάχα όσοι είδαν τις τόσες μυριάδες των Ελλήνων Θρακών να αποχαιρετίζουν με δάκρυα στα μάτια την πάτρια γη για ύστατη φορά, μονάχα όσοι βρέθηκαν εκεί την απαίσια στιγμή του εξευτελισμού και του γιουχαϊσμού των περήφανων Ελλήνων αξιωματικών, μονάχα όσοι αντίκρισαν με τα ίδια τους τα μάτια το συνταρακτικό εκείνο ξερίζωμα του Θρακικού Ελληνισμού που καταριόταν τους αίτιους της φυγής τους, μονάχα αυτοί μπόρεσαν να εννοήσουν το μέγεθος της εθνικής εκείνης συμφοράς. Συνταρακτικές σκηνές. Οι ξεσπιτωμένοι έδιναν τον ύστατο χαιρετισμό προς την αγαπητή γη των προγόνων τους. Σκύβοντας γονατιστοί φιλούσαν το χώμα της πατρίδας τους ή έριχναν χούφτες χώματος μέσα στα στήθη τους ή το έβαζαν για φυλαχτό στον κόρφο τους ή το έτριβαν στο κεφάλι τους. Άλλοι πάλι, έπαιρναν πάλι χώμα για να τους το ρίξουν στον τάφο τους όταν θα έγερναν στη νέα πατρίδα, όπου οι μοίρα θα τους έριχνε να ριζώσουν, στιγμές ψυχικής συντριβής και εθνικής υστερίας, που νοιώθουν μονάχα αυτοί που χάνουν για πάντα τη πατρίδα τους. Στο Μπαμπά Εσκί (Ελευθερές), το χωριό του προπάππου μου, η καμπάνα της εκκλησίας χτυπούσε συνέχεια πένθιμα, σαν να ήταν μεγάλη Παρασκευή, όταν στις 9 Οκτώβρη με το παλιό ημερολόγιο άρχιζε η εκκένωση του χωριού. Οι Έλληνες ετοιμάστηκαν για την αναγκαστική φυγή τους παίρνοντας μαζί τα ιερά κειμήλια, τις εικόνες των αγίων, τις σημαίες και μερικοί και τα οστά των προγόνων τους, να μην τα μαγαρίσουν οι άπιστοι Τούρκοι. Κι αφού ετοίμασαν τους μπόγους τους με τα πιο απαραίτητα, ρουχισμό και λίγα φαγώσιμα, όσα μπορούσαν να μεταφέρουν, μαζεύτηκαν στην εκκλησία τους, για να τελέσουν την τελευταία τους λειτουργία και να κοινωνήσουνε από το χέρι του παπά τους των αχράντων μυστηρίων. Με βουρκωμένα μάτια από το κλάμα για την απροσδόκητη μεταβολή της ζωής τους, που τους ανάγκαζαν δυστυχώς “οι Σύμμαχοι” να εγκαταλείψουν την γη των πατεράδων τους, άκουγαν οι άμοιροι Έλληνες με κατανυκτική ευλάβεια, σαν να ήταν μελλοθάνατοι, τον παπά του χωριού τους να απευθύνει με τρεμάμενη φωνή την στερνή προς τον Ύψιστο δέηση για καλή τύχη των ξεριζωμένων στη νέα πατρίδα τους. Σύσσωμο το τραγικό εκείνο εκκλησίασμα ψέλλιζε γονατιστό κατάρες για τους υπαίτιους της συμφοράς τους κι έδινε όρκο να τους εκδικηθεί μια μέρα. Η ιστορική εκείνη σύναξη των ξεριζωμένων χριστιανών του Μπαμπά Εσκί τέλειωσε με ένα ομαδικό μοιρολόι, ενώ η καμπάνα χτυπούσε ακόμη πένθιμα. Φιλούσαν του παπά το χέρι, όλοι αλληλοασπάζονταν και συγχωρούσε ο ένας τον άλλο, μικροί μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, αφήνοντας πίσω τους τα μίση και τις διαφορές τους. Θα σκόρπιζαν σαν αποδημητικά πουλιά στον Ελληνικό ορίζοντα, γιατί ποιος ήξερε αν θα σωζόταν ή θα χανόταν. Όλοι τους έτρεμαν από φόβο, μήπως τους προφτάσουν τα κεμαλικά στρατεύματα και ιδιαίτερα οι φοβεροί τσέτες (άτακτο ιππικό), προτού προλάβουν να περάσουν το ποτάμι και τους πετσοκόψουν. Η επιβίβαση και αναχώρηση των εκπατρισμένων άρχισε κάτω από την επίβλεψη και προστασία του Ελληνικού στρατού και όταν δόθηκε η διαταγή της εκκίνησης, η πομπή δακρύβρεχτη ξεκίνησε από την πλατεία του χωριού, ενώ το μοιρολόι διαπεραστικό και συνταρακτικό έφτανε ως τα ουράνια. Από τον αποχωρισμό λυπήθηκαν και δάκρυσαν ακόμη και Τούρκοι που ζούσαν μαζί με τους Έλληνες αρμονικά τόσα χρόνια. Κάποτε η μοιραία αυτή πομπή χωρίστηκε σε δύο κατευθύνσεις. Οι πιο πολλοί τραβούσαν με μεγάλη δυσκολία, λόγω βροχής και λάσπης, με τα υποζύγια τους προς τον Έβρο. Οι κακόμοιροι ακολουθούσαν τα τμήματα του στρατού μας, που και αυτά αποχωρούσαν και άλλοι πήγαιναν προς τον σιδηροδρομικό σταθμό, για να επιβιβαστούν στα τρένα. Η οικογένεια του προπάππου μου του Γιάγκου Ξουλίδη, αφού έζησαν μονάχα δύο χρόνια μετά την επάνοδό τους από την πρώτη φυγή τους, θα πάρουν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Αυτή τη φορά οριστικά και αμετάκλητα και με μια άλλη μοιραία διαφορά, είχαν γυρίσει επτά και τώρα έφευγαν έξι. Μεγάλος ο πόνος και ο καημός τους! Τώρα πια χάθηκαν όλα…Ετοίμασαν τους μπόγους τους και κατηφόρισαν για το σταθμό. Ο Κωνσταντίνος, ο πατέρας του παππού μου, μικρός τότε στα δεκαεπτά, γύρισε πίσω και μέσα στην ανθρωποθάλασσα που κατηφόριζε, χάθηκε. Η μάνα του η γκιουζέλ Αννιώ, έκανε σα τρελή που της έφυγε το παιδί της, ο μεγαλύτερος γιος της. Άρχισε να τον αναζητά μέσα στην άμορφη μάζα των ανθρώπων και των υποζυγίων. Και τελικά τον βρήκε μπροστά στο σπίτι τους. Ο Κωνσταντής είχε γυρίσει πίσω στο χωριό και με τη σφεντόνα του έσπασε όλα τα τζάμια των παραθύρων του δίπατου σπιτιού τους, θέλοντας να μην αφήσει τίποτα όρθιο στους Τούρκους. Δεν έμεινε όμως ατιμώρητος για την πράξη του. Ένας αξιωματικός της Ελληνικής στρατιωτικής διοίκησης Θράκης, που επέβλεπε την τάξη της αποχώρησης, τον είδε και τον χαστούκισε, λέγοντάς του πως θα ξαναγύριζαν πάλι και δεν έπρεπε να καταστρέφει την περιουσία τους. Έτσι πίστευαν οι Έλληνες στρατιωτικοί, πως η κατάσταση ήταν προσωρινή. Στο δρόμο καθώς πήγαιναν στο σιδηροδρομικό σταθμό (Αλπολού), μια απόσταση επτά χιλιομέτρων, έβγαιναν μπροστά στον αραμπά τους Τούρκοι συγχωριανοί κι από τα γύρω χωριά, τ’ Αλιπλί, Ναδιρλί, Ντογάντζα κι από άλλα. Τους σταματούσαν να τους χαιρετίσουν και να τους ευχηθούν καλό κατευόδιο. Ο παππούς του παππού μου, ο Γιάγκος, τους πουλούσε βερεσέ, δηλαδή με πίστωση, μανιφατούρα, από τα προϊόντα της παραγωγής του (τσαρούχια, σανδάλια, παντόφλες, πασούμια, μπότες, γεμένια, λουριά και διάφορα άλλα είδη σαγής) καθώς επίσης και παστά, παλαμίδες από τη Μαύρη θάλασσα ως επί το πλείστον και διάφορα γεωργικά προϊόντα. Οι συγχωριανοί ξεπλήρωναν τα χρέη τους με καρπό ή με χρήματα. Με την περιπέτεια όμως της οικογένειάς τους (την δίωξη και καταδίωξη, τη σύλληψη και φυλάκιση, την δραπέτευση και τη φυγή του παππού, την μετανάστευση τους στην Θεσσαλονίκη, την μακρόχρονη απουσία τους από το Μπαμπά Εσκί και μάλιστα μετά κι από το θάνατο του προστάτη της οικογένειά τους), τα βερεσέδια αυτά των Τούρκων ξεχάστηκαν. Τώρα όμως οι Τούρκοι θυμήθηκαν την αδικία τους και αισθάνονταν τύψεις. Έβαζαν οι χανούμισσες, οι Τουρκάλες, στα στόματα των τριών ορφανών μπουκιές από πίτες, λαγάνες με τυρί και μέλι και τα παρακαλούσαν: «Φάτε και πέστε χελάλ, να χαρείτε πέστε χελάλ». Δεν ήθελαν να έχουν βάρος στη συνείδησή τους πως έφαγαν των ορφανών το δίκιο. Η γιαγιά τους τα ορμήνευε να φάνε τις μπουκιές και να πουν “χελάλ ολσούν” (χάρισμα σας). Τότε οι Τούρκοι χοροπηδούσαν από τη χαρά τους. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν κι αποχαιρετίστηκαν κλαίγοντας. Πολλούς από αυτούς τους Τούρκους τους είχε ξεγεννήσει η προγιαγιά μου, η γκιουζέλ Αννιώ και τη σέβονταν. Επιβιβάστηκαν με προτεραιότητα στο τρένο της γραμμής Κωνσταντινούπολης-Αδριανούπολης- Θεσσαλονίκης, γιατί η γιαγιά Αννιώ δήλωσε στους αρμόδιους για την επιβίβαση ότι ήταν απαραίτητη σα μαμή, επειδή ανάμεσα στο συνωστισμένο πλήθος υπήρχαν και έγκυες γυναίκες. Το τρένο κατάμεστο από Ελληνική προσφυγια θα σφυρίξει τρεις φορές. Η καμπάνα του χωριού σταμάτησε να χτυπαέι. Ο παπάς κουβαλώντας στην πλάτη του ένα κασελάκι με τις εικόνες, τα ιερά σκεύη και το Ευαγγέλιο, επιβιβάστηκε τελευταίος. Ξεκίνησε το τρένο και όλοι κλαίγοντας αποχαιρέτησαν για πάντα τη πατρίδα τους, γιατί δεν θα την ξαναέβλεπαν ποτέ πια. Χάθηκε λοιπόν η Ανατολική Θράκη οριστικά για τους Ελληνες, πάει και το Μπαμπά Εσκί (Ελευθερές), ήταν για όλους μεγάλη συμφορά.

Αναστάσιος Καρατζάς

Γυμν. Μυγδονίας

14. ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΡΑΚΗ

Υπάρχουν πολλοί μύθοι που αφορούν τη Θράκη, όπως και αρκετές αφηγήσεις ανθρώπων που ζούσαν σε αυτήν. Ευτυχώς είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τις περιπέτειες και τα πάθη μιας οικογένειας που ήρθε στη Θράκη, το 1922. έφυγαν από τη Μικρά Ασία, από τη λίμνη Απολλωνιάδα όπου κατοικούσαν όταν τους έδιωξαν οι Τούρκοι, και πήραν το καΐκι τους, τα λιγοστά υπάρχοντα που είχαν μαζί τους και την εικόνα της Παναγίας της Απολλωνιάδας. Στο δρόμο συνάντησαν πολλές φουρτούνες και καταιγίδες. Μάλιστα δεν ήταν λίγες οι φορές όπου κόντεψαν να πνιγούν, αλλά πάντα κατέφευγαν στην εικόνα της Παναγίας όπου μετά από προσευχές τους βοήθησε να γλιτώσουν από βέβαιο θάνατο. Στο τέλος κατέληξαν στο Πόρτο Λάγος. Αφού εγκαταστάθηκαν, πήραν την εικόνα της Παναγίας και την πήγαν στην Αλεξανδρούπολη, σε ένα μέρος λίγο πιο έξω τη Μάκρη. Εκεί προσέφεραν την εικόνα στην εκκλησία της Αγίας Κυριακής όπου υπάρχει η εικόνα εκεί μέχρι και σήμερα. Μαζί τους εκτός από την εικόνα έφεραν ήθη και έθιμα του τόπου, όπως διάφορα γλυκά και φαγητά. Διάσημα είναι το ζυμωτό ψωμί, το Χριστόψωμο, η Λειτουργιά και ένα παραδοσιακό γλυκό Θράκης ο Χασλαμάς, ακόμη γνωστά είναι και τα σιροπιαστά που όλοι γνωρίζουμε σήμερα. Όσο αναφορά τα φαγητά γνωστά είναι ο τσιγεροσαρμάς και η γεμιστή γαλοπούλα με κουκουνάρια. Γεύσεις που είναι αγαπητές σε όσους τις έχουν δοκιμάσει. Αυτή ήταν μια ανθρώπινη μαρτυρία μιας όχι και τόσο μακρινής περιόδου. Ας περάσουμε όμως και σε πιο μακρινά χρόνια. Παλαιότερα σε κάποια χωριά στη Θράκη κρύβανε τα ανύπαντρα κορίτσια, δεν τα άφηναν ούτε στα παράθυρα να βγούνε, μα και όταν πήγαιναν να κοινωνήσουνε στην εκκλησία πήγαιναν χαράματα για να μη τους δει ο κόσμος! Λέγεται πως δεν είχαν δικά τους παπούτσια, μα δανεικά για τις εξόδους τους. Τα δικά τους τα μοναδικά που είχαν λεγόταν κουντούρια και ήταν χοντροπάπουτσα. Για να φανταστείτε οι γονείς δεν άφηναν τις κόρες τους να εμφανίζονται στους επισκέπτες του σπιτιού πριν το γάμο. Όταν γίνονταν τα αρραβωνιάσματα η πεθερά, (εκ μέρους του γαμπρού) δώριζε το λογοσούμαδο, που ήταν φλουρί Κωνσταντινάτο, ενώ από τη μεριά της νύφης έδιναν στο γαμπρό το μποχτσαλίκι που περιείχε τα προικιά του γαμπρού. Η αρραβωνιαστικιά για το γάμο έπρεπε να υφάνει όλα του τα πουκάμισα και να πλέξει τις κάλτσες του, προτού ετοιμάσει τα προικιά της. Επειδή δεν υπήρχαν προσκλητήρια γάμου ο γαμπρός μαζί με το κουμπάρο πήγαιναν στα σπίτια συγγενών και φίλων και έδιναν τα μοσχοκάρφια (γαρύφαλλα) και όταν τα προσέφεραν έλεγαν: “Ορίστε, αύριο στη χαρά μας” και ο κόσμος απαντούσε: “Ώρες καλές και ευλογημένες”. Μερικές φορές για τη διασκέδασή τους οι άνθρωποι όπως και σήμερα έφτιαχναν διάφορα ανέκδοτα. Αυτά τα ανέκδοτα ως θέμα είχαν το γιο και τη μητέρα, το πατέρα και τη κόρη, το πεθερό με το γαμπρό κ.α. Οι φήμες λένε όμως ότι όταν πήγαιναν να γράψουν κάτι κακό για τη πεθερά και τη νύφη η πένα έσπαζε. Υπάρχει όμως μια ιστοριούλα που αφηγείται το μίσος της πεθεράς προς τη νύφη. Κάποτε υπήρχε ένα ζευγάρι παντρεμένων όπου ο γαμπρός ήταν ναυτικός, έτσι η γυναίκα έμενε με τη πεθερά της. Η πεθερά όμως ήθελε να αγαπά ο γιος της πιο πολύ την ίδια από τη γυναίκα του. Για αυτό το λόγο η πεθερά έδινε κουκιά ξερά στη νύφη της. Τα κουκιά όταν ήταν ξερά έκανα την αναπνοή να μυρίζει άσχημα. Έτσι η πεθερά ήλπιζε ότι ο γιος της θα χωρίσει τη γυναίκα του όταν γυρίσει από το ταξίδι του για αυτό το λόγο. Έτσι και έγινε, όταν ο σύζυγος επέστρεψε στο σπίτι του, σιχάθηκε τη γυναίκα του και θέλησε να τη χωρλισει, ‘ομως στο δρόμο για το δικατήριο που πήγαιναν για να λύσουν το γάμο τους, η κοπέλα έκοψε και έφαγε ένα κλωνάρι καφκαλίτρας, το οποίο ήταν άγριος μαϊντανός και ευωδίαζε και έτσι σιγά σιγά άρχισε να μοσχοβολάει το στόμα της. Όταν φτάσανε στο δικαστήριο, ο άντρας έθεσε την κατηγορία ότι η γυναίκα του μύριζε άσχημα και είπε ότι θέλει να τη χωρίσει για αυτό το λόγο. Ο δικαστής όμως διαμαρτυρήθηκε λέγοντας: “Μα τι λες, η κοπέλα μοσχοβολάει σαν ευλογιά”. Τότε ο γιος κατάλαβε ότι η μητέρα του έφταιγε και η νύφη του εκμυστηρεύτηκε ότι η πεθερά της της έδινε ξερά κουκιά. Έτσι ο γιος έδιωξε από το σπίτι τη μάνα του και κράτησε κοντά του την αγαπημένη του γυναίκα. Παρόλο που οι γυναίκες της Θράκης ήταν υποταγμένες στον άντρα τους στην παρακάτω ιστορία φαίνεται η πονηριά που έχουνη όταν θέλουν να κατακτήσουν κάτι. Το παρακάτω παραμύθι μας αναφέρει μια τέτοια περίπτωση. Κάποτε ένας πλούσιος και κοσμογυρισμένος αφέντης θέλησε να παντρευτεί. Όμως για γυναίκα του ήθελε μια κοπέλα άβγαλτη, που να μη ήξερε τον κόσμο. Καθώς πήγαινε από χώρα σε χώρα και από πόλη σε πόλη κάποτε έφτασε στη Θράκη. Εκεί τον άκουσε ένα κορίτσι την ώρα που αυτός ρωτούσε τους κατοίκους της περιοχής αν γνώριζαν καμιά ανύπαντρη και άμαθη κοπέλα. Αυτό το κορίτσι πήγε στη μάνα της, της είπε σχετικά με τον άντρα εκείνον και επειδή ήθελε να τον παντρευτεί αποφάσισαν με τη μάνα της να οργανώσουν ένα σχέδιο. Άρχισαν να τον παρακολουθούν και φρόντιζαν να βρίσκονται στο ίδιο σημείο του δρόμου με τον αφέντη και να κάνουν “τυχαίες” συναντήσεις. Έτσι το κορίτσι και η μητέρα του σκηνοθετούσαν διαλόγους που φανέρωναν την “άγνοια” της κοπέλας όταν αυτός ήταν κοντά τους. Για παράδειγμα όταν η κοπέλα είδε μια ζωγραφιστή καμήλα σε ένα χαλί ρώτησε τη μητέρα τι ήταν εκείνο το ζώο και εκείνη της απάντησε: “Κόρη μου αυτό είναι ένα μπουγιούκ” Εννοώντας ότι είναι ένα μεγάλο πράγμα, παραδείγματος χάριν ένας μεγάλος λαγός. Όταν έβλεπαν να περνάει δίπλα τους ένα μικρό γατάκι η κοπέλα ρωτούσε τη μαμά της τι ζώο ήταν αυτό και η μάνα απαντούσε: “Κόρη μου αυτό είναι ένα ουφάκι”. Εννοώντας ένα μικρό πράγμα. Ο αφέντης παρακολουθούσε τους ψεύτικους διαλόγους με ενδιαφέρον, και αποφάσισε στο τέλος να παντρευτεί την “ανήξερη” κοπέλα. Μετά από το γάμο το ζευγάρι αποφάσισε να πάει γαμήλιο ταξίδι στην Βενετία. Στο δρόμο όμως είχαν τρικυμία και ο καπετάνιος φοβισμένος ανακοίνωσε στους επιβάτες ότι μάλλον θα πεθάνουν καθώς σίγουρα το πλοίο θα βούλιαζε. Τότε η κοπέλα ζήτησε να πάρει το τιμόνι στα χέρια της και να τους οδηγήσει στη Βενετία, καθώς είχε επισκεφτεί την πόλη 5 φορές και ήξερε το δρόμο . Όταν έφτασαν στη Βενετία χάρη στην έμπειρη οδήγηση της κοπέλας, ο αφέντης ήταν πολύ θυμωμένος με τη πονηριά της, γιατί κατάλαβε ότι όλα ήταν ένα κόλπο. Ακόμη η κοπέλα του εξομολογήθηκε ότι όλα αυτά τα έκανε μόνο και μόνο για να τον παντρευτεί. Στο τέλος όμως ο αφέντης τη συγχώρεσε επειδή έσωσε αυτόν και τους συνεπιβάτες τους από βέβαιο θάνατο και έτσι της χρωστούσε τη ζωή του. Αυτές είναι οι ιστορίες, τα παραμύθια, οι αφηγήσεις και οι παραδόσεις που γνωρίζω σχετικά με τη Θράκη και ελπίζω να τις βρήκατε διασκεδαστικές. Θα ήθελα να γνωρίζω περισσότερα αλλά και να μάθω άλλους τόσους μύθους και ιστορίες σχετικά με τη Θράκη.

Αθηνά Δανάη Βαρδάκα

Ελληνογαλλική σχολή Καλαμαρί

15. ΜΗ ΜΙΛΑΤΕ Ο ΓΕΡΟΠΑΠΠΟΥΣ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Παραμονή Πρωτοχρονιάς. Ο παλιός ο χρόνος μετράει ώρες, σε λίγο μας αποχαιρετά. Παραδίδει τη σκυτάλη στο καινούργιο χρόνο. Τέλος και αρχή. Τροχιές ήλιου καταγράφουν τις στιγμές της ζωής, και οι στιγμές, νιφάδες χιονιού, χτίζουν αιώνες. Αέναη διαδοχή. Χρόνια τώρα ο παππούς έβλεπε το ίδιο όνειρο σαν παραμύθι: πως ήταν η ζωή τότε που ήταν νέος, στις χαμένες πατρίδες. Είχε μια καρδούλα ο παππούς που χαίρονταν και πονούσε συνάμα. Ήταν μορφωμένος, συνταξιούχος δάσκαλος, είχε περασμένα τα ογδόντα, φορτωμένος ιστορία, βάσανα, χαρές και λύπες. Βίωνε τη μοναξιά του. Βάσκανος μοίρα τον έριξε στην ερημιά. Μονάχος και έρημος, μήτε η μοναξιά του παρέα. Παρηγοριά και βάλσαμο τα όνειρά του, παραμονή πρωτοχρονιάς. Καθισμένος στη πολυθρόνα του, δίπλα στο αναμμένο τζάκι, τον πήρε ο ύπνος και είδε όνειρο. Ένα αγγελούδι, δώδεκα χρονών στάθηκε μπροστά του. Γέμισε το σαλόνι φως, γέμισε ο χώρος από ζωή. Ήταν ο εγγονός του ο Αντωνάκης. – Καλημέρα καλέ μου παππού. – Καλημέρα αγόρι μου. -Παππού τι παραμύθι θα μου πεις σήμερα; – Έλα κάθισε εδώ κοντά στο τζάκι, και άκουσε με προσοχή το παραμύθι, την ιστορία που εκτυλίσσεται στα βάθη των αιώνων. Ο λόγος σήμερα για τη Θράκη, την πατρογονική μου εστία την πατρίδα των Ελλήνων. -Εκεί γεννήθηκες παππού; -Ναι, εκεί στη Δυτική Θράκη. Η Θράκη ήταν μία από τις θυγατέρες του Ωκεανού, αδελφή της Ευρώπης, της Ασίας και της Λιβύης, όπως λέει η Ελληνική μυθολογία, δηλαδή το παραμύθι. – Είναι αλήθεια αυτό παππού; – Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν σε πολλούς θεούς, θεές και πλάθανε ιστορικούς μύθους και πίστευαν σε αυτούς όπως κι εμείς πιστεύουμε σε ένα Θεό, ένα Χριστό και σε πολλούς αγίους. – Εντάξει παππού κατάλαβα, το θέμα είναι να πιστεύει κανείς κάπου. -Μπράβο Αντωνάκη μου, δεν φτάνει όμως να πιστεύει μόνο, αλλά και να γνωρίζει. Γνωρίζεις τον Ηρόδοτο από την ιστορία που έμαθες στο σχολείο; – Ο Ηρόδοτος ήταν πατέρας της ιστορίας νομίζω. – Ο Ηρόδοτος λοιπόν, αποκαλούσε τους Θράκες ως το μεγαλύτερο έθνος της γης μετά τους Ινδούς. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι ο κόσμος τότε αποτελούνταν από τέσσερα κομμάτια, την Ευρώπη, την Ασία, τη Λιβύη και τη Θράκη, τις τέσσερις θυγατέρες του Ωκεανού. – Αυτά παππού είναι παραμύθια. -Μην προσπαθείς να τα ερμηνεύσεις με τη σημερινή πραγματικότητα. Θράκη λοιπόν ήταν μια μεγάλη περιοχή ανάμεσα στον Εύξεινο πόντο, Αιγαίο πέλαγος, Αξιό ποταμό και το μεγάλο ποτάμι το Δούναβη. Άρα η Θράκη είχε απεριόριστη έκταση, ακόμη και στη εποχή του Ηροδότου. Σύμφωνα με τις περιορισμένες γνώσεις που είχαν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, σχεδίαζαν και τους γεωγραφικούς χάρτες. – Τεράστια περιοχή λοιπόν η Θράκη ε παππού; – Η Θράκη, γίγαντας τεράστιος, σαν παραμυθένιος ήταν. Καθώς περνούσαν τα χρόνια όμως, αυτή η γιγαντιαία περιοχή, άρχισε να περιορίζεται. Από γεωγραφικός γίγαντας άρχισε να μικραίνει αδιάκοπα, έμοιαζε με μπαλόνι που φούσκωνε και ύστερα ξεφούσκωνε και ζάρωνε. Η Θράκη πέρασε πολλές ιστορικές φάσεις. Ώσπου κάποια χρονιά ήρθε ο Φίλιππος Β΄, ο θεμελιωτής της Μακεδονίας, και περιόρισε τα σύνορα της Θράκης ως το ποταμό Νέστο όπου βρίσκονται και σήμερα. Αργότερα από Βορρά, περιορίζονται από το ποταμό Δούναβη στο όρος Αίμο. Εκεί καταστάλαξε η όμορφη Θράκη όπως είναι σήμερα. Στη συνέχεια όμως αυτός ο γίγαντας , το μπαλόνι, πρόκειται να ξεφουσκώσει ακόμη περισσότερο. Η σημερινή Θράκη περιορίζεται ανάμεσα στο Νέστο, τον Εύξεινο πόντο, το Αιγαίο πέλαγος και την οροσειρά της Ροδόπης. – Ποιος παππού καθορίζει τα όρια μιας περιοχής; – οι πόλεμοι, η Ειρήνη και οι συνθήκες και συμφωνίες που ακολουθούν. Αυτός λοιπόν ο πρώην γίγαντας έγινε νάνος και μοιράζεται ανάμεσα στη Τουρκία και την Ελλάδα. Το τουρκικό τμήμα λέγεται Ευρωπαϊκή Τουρκία ή Ανατολική Θράκη, όπου σήμερα βρίσκεται η Κωνσταντινούπολη. Το Ελληνικό τμήμα λέγεται Δυτική Θράκη ανάμεσα Νέστου και Έβρου. – Ο γίγαντας που έγινε νάνος ε παππού; -Ναι παιδί μου, τι ιστορία κι αυτή, ας όψονται οι μεγάλοι. -Ποιοι είναι παππού οι μεγάλοι; Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του παππού και με λυγμούς κατόρθωσε να ψελλίσει… “Οι χαμένες πατρίδες, οι μεγάλοι, τα λάθη μας. Ω Θεέ μου” – Παππού μην κλαις, πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ‘ναι. Πες μου τώρα πως χωρίστηκε η Θράκη στα δύο, ανάμεσα στη Τουρκία και την Ελλάδα; – Άκου να μαθαίνεις, μετά το πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, η Δυτική Θράκη δόθηκε στην Ελλάδα, μαζί με την Ανατολική Θράκη , με τη συνθήκη που έγινε στη Γαλλική πόλη των Σεβρών. Ακολούθησε δυστυχώς η Μικρασιατική καταστροφή το 1922 . Άλλες χαμένες πατρίδες, είναι άλλο ένα δράμα του Ελληνισμού. Με τη συνθήκη της Λωζάνης, πήραν οι Τούρκοι την Ανατολική Θράκη. Ο Γίγαντας που έγινε νάνος. Η μεγάλη Ελλάδα, η μεγάλη ιδέα, πάει και αυτή! – Δεν μας πρέπουν δάκρυα παππού. Ας κρατήσουμε σταθερά αυτά τα εδάφη που κατέχουμε και ας διδαχτούμε από την ιστορία που είναι γεμάτη νίκες και ήττες. – Μπράβο Αντώνη μου, σε συγχαίρω, ψηλά το κεφάλι. Έλα τώρα μαζί να κάνουμε μια ιστορική αναδρομή, έτσι σαν παραμύθι, κλείσε τα μάτια σου και άκου. Οι αρχαίοι θράκες, ήταν χωρισμένοι σε πολλές και αντιμαχόμενες ομάδες, φύλλα. Άλλα Θρακικά φύλλα ήταν πολιτισμένα και καλλιεργημένα, και άλλα ήταν άγρια και ληστρικά. Η κατάρα του ανθρώπινου γένους. Και τα δύο φύλλα. Ήταν πολεμικότατα, σκληρά και μαχητικά. Προξενούσε μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι εκείνος ο τραχύς λαός, με άγρια ένστικτα, είχε μια ζωηρή πνευματικότητα και παράλληλα μαι έντονη ροπή στη μουσική και στη ποίηση. Στην ιστορική αναδρομή δύσκολα θα συναντήσεις τέτοια αρμονία αντιθέσεων. Η Ελληνική μυθολογία λέει πως οι Θράκες ήταν γεννήτορες της μουσικής. Αυτός ο λαός ανέδειξε αξιόλογους μουσικούς και ποιητές, με πρώτο το περίφημο Ορφέα, τον Εύμολπο και τον Μουσαίο. Ο Ορφέας ήταν ο εφευρέτης της εννιάχορδης λύρας. – Κάπου διάβασα παππού για τους “Οδρύσες” που κατοικούσαν στη Θράκη. Ήταν λέει το επιφανέστερο και το ισχυρότερο θρακικό φύλλο, είναι αλήθεια; – Ναι ήταν το πιο σκληρό, βάρβαρο και άγριο φύλλο. Ήρθαν όμως κάποτε σε επαφή με τους Αθηναίους, γύρω στον 5° αιώνα. Τότε εξελληνίστηκαν, εκπολιτίστηκαν και εξελίχθηκαν στο πιο πολιτισμένο θρακικό φύλλο. Ίδρυσαν βασίλειο, άριστα οργανωμένο με εξαιρετική επίδοση στα γράμματα και τις τέχνες. – Ενδιαφέρουσα ιστορία, αν είναι αληθινή. Θα ήθελα όμως παππού να μου μιλήσεις για τα Άβδηρα. Θα με ενδιέφερε πολύ να μου πεις για τα νέα αλλά και τα αρχαία Άβδηρα. – Πολύ ωραία, άκουσέ με προσεκτικά. Το χωριό Άβδηρα βρίσκεται στο Ν. Ξάνθης. Λίγα χιλιόμετρα μετά, σώζονται κάποια ερείπια των αρχαίων Αβδήρων, της πόλης με τη πιο παράδοξη φήμη. Οι κάτοικοι της θεωρούνταν ότι ήταν αφελείς, μωροί, ιδίως στη διαχείριση των κοινών πραγμάτων. Κάποτε όμως τα Άβδηρα παρήκμασαν. Λέγεται πως ήταν μια πόλη πολύ πλούσια, τόσο πλούσια που είχαν γεμίσει τους δημόσιους χώρους με χρυσές βρύσες, πλην όμως δεν είχαν νερό. Δείγμα πλούτου και δείγμα μωρίας. Είναι γνωστοί σε μας οι όροι αβδηριτισμός (ανοησία) και αβδηρίτης (ανόητος). Κατά την ακμή των Αβδήρων, υπήρξε μεγάλο πνευματικό κέντρο, και ανέδειξε πολλούς σοφούς άνδρες. Ανάμεσά τους οι υλιστές και φιλόσοφοι, Δημόκριτος και Λεύκιππος. Οι φιλόσοφοι Ανάξαρχος και Εκαταίος, ο σοφιστής Πυθαγόρας και άλλοι. Στη Θράκη υπάρχει σήμερα το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο. – Πως όμως αυτή η πόλη, με τόσους σοφούς άνδρες θεωρήθηκε η πηγή της μωρίας; είναι μυστήριο της ιστορίας. – Υπάρχει όμως εξήγηση. Τα Άβδηρα ήταν κέντρο υλιστικών θεωριών που τις περιφρονούσαν οι άλλοι αρχαίοι Έλληνες. Έτσι έγινε λοιπόν μια οργανωμένη δυσφήμηση των θεωριών αυτών ως ανοησίες, γιατί ως νέες ιδέες και θεωρίες γκρέμιζαν τα κοινώς παραδεκτά εκείνης της εποχής. Κάθε τι το νέο το φρέσκο απορρίπτεται και χλευάζεται ώσπου να επικρατήσει. Μάλιστα πολλές φορές κατά κανόνα, οι φορείς των νέων ιδεών διώκονται και τιμωρούνται. – Παππού μου, αν όλα αυτά είναι αλήθεια ξέρεις τι καταλαβαίνω; – Πες μου να ακούσω και εγώ, με ενδιαφέρει. – Καταλαβαίνω πως η ομορφιά στις αντιθέσεις είναι. Άγριος και ταυτόχρονα πολιτισμένος λαός ήταν οι θράκες. Μωρά και ανόητα τα Άβδηρα, που γέννησαν τόσους σοφούς άντρες. Τι όμορφες αντιθέσεις. Βαρβαρότητα και σκληρότητα βρίσκονται από τη μια μεριά και από την άλλη η ποίηση και η μουσική, ο Ορφέας και ο Εύμολπος. Τώρα Αντωνάκη μου, άκου ακόμα ένα θρύλο από τη Θράκη. Μας πληροφορεί για το πως χτίστηκε η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ελληνικός λαός της Θράκης δεν πιστεύει ότι το αρχιτεκτονικό θαύμα οφείλεται μόνο στους δύο αρχιτέκτονες, τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο. Το λέει η παράδοση, το εξηγεί. Την παράδοση αυτή την διηγούνταν στη Βιζύη της Θράκης, τον προπερασμένο αιώνα. Εκεί, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την έμαθε από μικρό παιδί ο ποιητής Γεώργιος Βιζυηνός. Αυτός την έσωσε από τη λησμονιά και την περιέγραψε έμμετρα το 1884 μέσα στην ποιητική του συλλογή “Ατθίδες αύραι”. – Τι λέει η παράδοσή; -Μια φορά και έναν καιρό ο βασιλιάς στην Πόλη, αποφάσισε να χτίσει την Αγιά Σοφιά. Κάλεσε ένα μάστορα και του είπε τις σκέψεις του. Ο μάστορας έκανε ένα, δύο, τρία και πολλά σχέδια. Κανένα όμως σχέδιο δεν ικανοποίησε το βασιλιά. Ήθελε κάτι άλλο. Είπε στο μάστορα να ψάξει και να βρει καινούργια σχέδια ώστε να χτιστεί μια εκκλησία που όμοια της να μην υπάρχει. Μια Κυριακή που τέλειωνε η λειτουργία, ζύγωσε πρώτος ο βασιλιάς να πάρει το αντίδωρο. Εκείνο όμως, του ξέφυγε από το χέρι και έπεσε κάτω. Την ίδια στιγμή παρουσιάζεται μια μέλισσα που φτεροκοπούσε προς το ανοιχτό παράθυρο κρατώντας το πεσμένο αντίδωρο του βασιλιά. Βγάζει αμέσως διαταγή ο βασιλιάς , όσοι έχουν μελίσσια να τα ανοίξουν και να ψάξουν για το αντίδωρο. Τελευταίος έψαξε ο μάστορας και τι βλέπει! Οι μέλισσες είχαν αρχίσει να φτιάχνουν με το κερί μια μεγαλόπρεπη εκκλησία. Η πόρτα της εκκλησία ήταν ανοιχτή, ο τρούλος μεγαλόπρεπος, ήταν έτοιμος. Οι κολόνες βρίσκονταν στη θέση τους, ως και η Αγία Τράπεζα ήταν τελειωμένη. Πάνω στην Αγία Τράπεζα ήταν το αντίδωρο του βασιλιά. Ο μάστορας με ανοιχτό το στόμα θαύμαζε το δημιούργημα αυτό των μελισσών και ξεφώνισε “Μέγας είσαι Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου”. Το σχέδιο που είχαν φτιάξει οι μέλισσες έγινε το σχέδιο που χτίστηκε η Αγία Σοφία. Αυτή είναι η παράδοση του λαού της Θράκης. Δεν είναι γνωστή σε άλλους τόπους παρά μόνο στη Θράκη. Πρόκειται για μια εκκλησία που όμοιά της δεν ξανάγινε στην ιστορία της Ορθοδοξίας. – κάθε τόπος και κάθε περιοχή έχει τους θρύλους και τις παραδόσεις του, έτσι δεν είναι παππού; – ναι Αντωνάκη μου, έτσι τρέφονται οι λαοί. Έτσι συμβαίνει και με τα ήθη και έθιμα κάθε τόπου, κάθε λαού, κάθε φυλής και κάθε έθνους. – Αλήθεια παππού ποια είναι τα κυριότερα έθιμα του λαού της Θράκης; – Η Θράκη τους τελευταίους αιώνες, γνώρισε μια περίοδο ειρήνης και παρέμεινε συμπαγής στις πατρογονικές της εστίες. Επίσης, η γεωργική, βιοποριστική της ενασχόληση εξασφάλισαν μια συντηρητική συνέχεια των κοινωνικών θεσμών χωρίς την αλλοίωση των παλιών εθίμων. Ένα τέτοιο έθιμο λαϊκής λατρείας της Θράκης είναι τα “Αναστενάρια”. Είναι μια γιορτή που είναι αδιάσπαστη με την Χριστιανική πίστη. Γίνονται στη γιορτή του Αγίου Κωνσταντίνου στις 21 του Μάη. Οι Αναστενάρηδες περπατούν επάνω σε αναμμένα κάρβουνα χωρίς να καίγονται τα πόδια τους. Στην όλη τελετή, υπάρχει και θυσία ενός διαλεγμένου ταύρου. – Κάτι μου θυμίζει αυτό παππού. – Πράγματι θυμίζει την οργιαστική λατρεία του Διονύσου και τις αρχαίες πυρολατρικές τελετές των αρχαίων. Όλα αυτά και πολλά άλλα, αποδεικνύουν την αδιάσπαστη ενότητα του Ελληνισμού από τα αρχαία χρόνια, μέχρι σήμερα. Αυτός είναι ο λόγος που δίνει στα “αναστενάρια” της σημερινής Θράκης ξεχωριστή και λατρευτική φυσιογνωμία. Τα Θρακικά ήθη και έθιμα ήταν πρωτόγονα και άγρια. Συνήθιζαν την πολυγαμία, για να αποκτούν πολλά παιδιά που τα πουλούσαν για δούλους. Επικρατούσε το σκληρό έθιμο της θυσίας της συζύγου στον τάφο του άνδρα της. Περίεργες ήταν και οι δοξασίες για τη ζωή και το θάνατο. Ο ερχομός στη ζωή συνοδευόταν από θρήνους και οδυρμούς, και ο θάνατος ήταν αφορμή χαράς και λύτρωσης από τα βάσανα. Θα γνωρίζω τόσα πράγματα παππού σαν μεγαλώσω. – Αν είσαι φιλομαθής, θα γίνεις και εσύ πολυμαθής. Να ρωτάς όταν απορείς, να ρωτάς για να μαθαίνεις. Είδες πόσα πράγματα έμαθες σήμερα. Είδες πόσα πράγματα κρύβει ένα παραμύθι, μια ιστορία στα βάθη των αιώνων. – Θέλω όμως να μάθω μερικά και για το σήμερα. – Έλα να προλάβουμε γιατί σε λίγο θα χτυπήσει το κουδούνι.- Ποιο κουδούνι παππού, δεν είμαστε στο σχολείο, δεν είσαι πια δάσκαλος. – Το κουδούνι της ζωής παιδί μου, αυτό που χτυπάει κάθε μέρα, κάθε στιγμή και κάποτε σταματάει να χτυπά. -Πες μου κάτι για την σημερινή Δυτική Θράκη, έτσι στα γρήγορα. – υπάρχουν λοιπόν τρεις νομοί : Ξάνθης, Κομοτηνής και Έβρου. Πρωτεύουσες τους είναι η Ξάνθη, η Ροδόπη και η Αλεξανδρούπολη αντίστοιχα. Ορίζονται από τους ποταμούς Νέστο και Έβρο και ανάμεσα τους βρίσκεται η λίμνη Βιστονίδα. – Κάτι μου θυμίζει η λίμνη Βιστονίδας – Λοιπόν οι σημερινοί κάτοικοι της Δυτικής Θράκης είναι Έλληνες στην συντριπτική τους πλειοψηφία. Πριν το 1919 υπήρχαν πολλοί Βούλγαροι που οι περισσότεροι ήταν Έλληνες οι οποίοι εκσλαβίστηκαν. Υπήρχαν όμως και Τούρκοι. Ήρθε όμως το 1922 η Μικρασιατική καταστροφή και η παράδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία. Οι κάτοικοί της κατέφυγαν στην Ελλάδα, έγιναν πρόσφυγες, χάνοντας έτσι τα πατρογονικά τους εδάφη και τις περιουσίες. Ένα μεγάλο μέρος αυτών εγκαταστάθηκε στην Δυτική Θράκη. Το 1923-25 έγινε η ανταλλαγή πληθυσμών. Τότε οι Βούλγαροι αποσύρθηκαν στη Βουλγαρία και οι Τούρκοι από τη Βόρεια Ελλάδα πήγαν στην Τουρκία. Οι Τούρκοι όμως της Δυτικής Θράκης έμειναν γιατί έμειναν και Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη. Αυτή ήταν η συμφωνία. – Παππού ζουν σήμερα στη Δυτική Θράκη είπες πολλοί Τούρκοι. αυτοί έχουν δικαιώματα στην εκπαίδευση; – Οι σημερινοί Τούρκοι της Δυτικής Θράκης είναι Έλληνες υπήκοοι, κρατούν όμως το δικαίωμα θρησκευτικής και εκπαιδευτικής αυτονομίας και στέλνουν στη βουλή των Ελλήνων δύο έως τρεις βουλευτές. Αυτοί είναι μουσουλμάνοι, εκτός από τους Έλληνες και τους μουσουλμάνους υπάρχουν στη Θράκη μερικές χιλιάδες Πομάκοι και τσιγγάνοι. -Αλήθεια τι είναι αυτοί οι Πομάκοι; κανείς δε μου εξήγησε μέχρι σήμερα. -Δε ρώτησες. Είπαμε Αντώνη, αν ρωτάς θα μαθαίνεις. Οι Πομάκοι λοιπόν είναι Έλληνες που εκσλαβίστηκαν γλωσσικά και θρησκευτικά. Έτσι λοιπόν Έλληνες, μουσουλμάνοι και Πομάκοι συνυπάρχουν και κρατούν τη δική τους θρησκεία, τη γλώσσα, την εκπαίδευση, τα ήθη και τα έθιμα. – κρατούν ωστόσο και την ιστορία τους. – Βεβαίως και ασφαλώς. Το Ελληνικό κράτος βοηθάει προς την κατεύθυνση αυτή και υπάρχει μια αρμονική συμβίωση μέχρι σήμερα. – Κάτι ανάλογο όμως παππού μου δεν συμβαίνει με τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης; – Ναι, έτσι είναι. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που κάποτε θα την ιστορήσω. -Ήταν κάποτε στην Πόλη πολλοί Έλληνες και τώρα μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού όπως λέμε. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του παππού. Ξύπνησαν οι μνήμες πάλι. Για τις χαμένες πατρίδες, τον ξεριζωμό των Ελλήνων, τα λάθη, τις μεγάλες δυνάμεις. Έκλαιγε με λυγμούς. Γιατί…γιατί…έλεγε και ξαναέλεγε. Οι μνήμες, σημάδια πληγών στην καρδούλα του παππού. Δεν άντεξε η καρδιά του. Το δάκρυ στέρεψε. Το όνειρο και αυτό παγωμένο κρύσταλλο. Πέρασαν χρόνια πολλά. Τα πάντα χορεύουν τον κυκλικό χορό, τον αιώνιο χορό τους . Χορεύουν και τα όνειρα μαζί με τους ανθρώπους όμως τα όνειρα ζουν περισσότερο από τους ανθρώπους και κάποτε πραγματοποιούνται φτάνει μονάχα να κάναμε όνειρα που να αντέχουν και στον ύπνο και στο ξύπνιο. Μη μιλάτε ο γερο-παππούς κοιμάται. “Άκρα του τάφου σιωπή”. Η ζωή συνεχίζεται. Η ιστορία διδάσκει όταν την κατέχουμε. Ο Αντωνάκης κάποτε μεγάλωσε, σπούδασε. Τώρα διδάσκει στο πανεπιστήμιο της Θράκης ιστορία. Διδάσκει ιστορία..στα ελληνόπουλα…το μέλλον της Ελλάδας.

Βάλια Δορμούσογλου

Ελληνογαλλική σχολή Καλαμαρί

16. ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Στο δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων στη Θράκη υπάρχουν πολλά έθιμα και παραδόσεις που τηρούνται μέχρι και σήμερα κυρίως από τους μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους. Στη Θράκη οι άνθρωποι πίστευαν στην ύπαρξη των καλικάντζαρων και για αυτό προφυλάσσονταν. Θύμιαζαν το σπίτι για να μη μπούνε οι καλικάντζαροι και όταν έσφαζαν τα κρέατα για το τραπέζι τα θυμίαζαν κι αυτά γιατί τα κρεμούσαν στην αποθήκη και είχαν το φόβο πως θα τους τα πάρουν οι καλικάντζαροι. Επίσης εύκολος τρόπος για να μπουν οι καλικάντζαροι ήταν το τζάκι. Έτσι οι νοικοκυρές τοποθετούσαν στο τζάκι ένα κόσκινο. Μόλις έρχονταν οι καλικάντζαροι, συνήθως έρχονταν από τη καμινάδα, έβλεπαν το κόσκινο κι άρχιζαν να μετράνε τις τρύπες του. Ιστορίες λένε πως έτσι άρχιζαν το μέτρημα, μπερδεύονταν και ξεκινούσαν από την αρχή. Αυτό γινόταν περίπου δύο με τρεις ώρες. Έτσι δεν προλάβαιναν να μετρήσουν όλες τις τρύπες γιατί λαλούσε ο πετεινός και αναγκάζονταν να φύγουν για τον ουρανό. Άλλο ένα έθιμο έχει σχέση με τον αργαλειό, τα κεντήματα και γενικά όλα τα εργόχειρα. Οι νοικοκυρές έπαιρναν τον αργαλειό και τον έκρυβαν. Το ίδιο έκαναν και στα εργόχειρα και μέχρι να έρθουν τα Φώτα και ο παπάς να αγιάσει το σπίτι σταματούσαν να πλέκουν. Αυτό γινόταν για να μην τα πάρουν οι καλικάντζαροι. Όταν κάποια γυναίκα ξεχνούσε να τα μαζέψει, το άλλο πρωί έβρισκε τα εργόχειρα της πεταμένα στην αυλή. Αυτό ωστόσο είναι πιθανόν να το έκαναν οι γιαγιάδες για να δείξουν σε αυτούς που δεν πίστευαν ότι οι ιστορίες αυτές είναι αληθινές. Εκτός από τις ιστορίες αυτές, υπάρχουν και παραδοσιακά Θρακιώτικα φαγητά, με τα οποία οι Θρακιώτες στόλιζαν το γιορτινό τραπέζι. Πολλά από αυτά τα φαγητά γίνονταν σε μεγάλες ποσότητες ώστε να υπάρχει φαγητό και τις επόμενες μέρες. Τα Χριστούγεννα, πριν αρχίσουν οι νοικοκυρές να μαγειρεύουν για την οικογένειά τους, μαγείρευαν γουρούνι από το οποίο το μισό το μοίραζαν στους φτωχούς και το άλλο το έκαναν λουκάνικα τα οποία τα κρεμούσαν στις αποθήκες, καβουρμά και παστό. Μετά μαγείρευαν για οικογενειακό σκοπό διάφορες πίτες και ψητά. Για γλυκό έφτιαχναν την παραδοσιακή σουσαμόπιτα η οποία ήταν σαν τον μπακλαβά, μόνο που αντί για καρύδια είχε σουσάμι κοπανισμένο. Την πρωτοχρονιά έκαναν τις μαντιές, οι οποίες ήταν έντερα γουρουνιού που μέσα είχαν μια γέμιση παρόμοια με της γαλοπούλας. Επειδή μαγείρευαν πολύ μεγάλες ποσότητες, ένα μέρος μοιράζονταν πάλι στους φτωχούς. Το ίδιο έκαναν και στα Θεοφάνια. Μαγείρευαν πατσά ο οποίος γινόταν από κεφάλι γουρουνιού. Την παραμονή των Θεοφανίων οι νοικοκυρές έβγαζαν τα εργόχειρα έξω από τις σακούλες μόνο μετά από τον ερχομό του παπά. Εκτός από το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων, σημαντική γιορτή είναι και οι απόκριες. Οι άνθρωποι έκαναν πίτες και τα μαντιά και άναβαν φωτιές και χόρευαν και στο τέλος, όταν έσβηνε, τα αγόρια και τα κορίτσια, κυρίως τα “ελεύθερα” πηδούσαν πάνω από τη φωτιά και έκαναν μια ευχή. Αν κατάφερναν να πηδήξουν πάνω από τη φωτιά, η ευχή τους θα γινόταν πραγματικότητα, αλλιώς όχι. Αυτά τα έθιμα και οι παραδόσεις με την πάροδο του χρόνου ξεχνιούνται γιατί στις πόλεις της Θράκης τώρα υπάρχει πολύ περισσότερος κόσμος από ότι παλιά και δεν υπάρχουν τόσες γνωριμίες μεταξύ των ανθρώπων του σήμερα και του χτες.

Γιάννης Λαμπρόπουλος

Ελληνογαλλική σχολή Καλαμαρί

17. ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΜΟΥ

Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινή και μάλιστα συνέβη πριν λίγα σχετικά χρόνια την περίοδο του 1922. για την ακρίβεια είναι δύο ιστορίες και όχι μία, οι οποίες έχουν σχέση με τις ρίζες της οικογένειάς μου. Δυστυχώς όμως οι προ παππούδες μου δεν ζουν πλέον για να μου πουν τα πάντα με λεπτομέρειες, για αυτό ρώτησα τους παππούδες μου για να μου μιλήσουν για ότι έγινε εκείνα τα χρόνια, για το λόγο αυτό θα είναι λίγο περιληπτικά. Αυτό που ξέρω σίγουρα να σας πω είναι πως όλοι οι παππούδες μου κατάγονταν από τη Θράκη της Μικράς Ασίας. Μα ας επιστρέψω στην αρχή λοιπόν, η πρώτη αφορά τη γενιά της μητέρας μου και η δεύτερη τη γενιά του πατέρα μου. Και οι δύο συνέβησαν την περίοδο της ανταλλαγής των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Σε μια πόλη που βρισκόταν κοντά στην Κωνσταντινούπολη και ονομαζόταν Τσατάλτσα ζούσε η προγιαγιά μου, Φωτεινή, μαζί με την οικογένειά της. Ήταν ακόμη μικρό κοριτσάκι όταν συνέβη η ανταλλαγή. Όταν από τη Θεσσαλονίκη έφευγαν οι Τούρκοι με όλα τους τα υπάρχοντα, στη θρακική Τουρκία έβγαζαν τους Έλληνες βίαια από τα σπίτια τους με μόνο δικαίωμα να πάρουν ότι μπορούσαν στα χέρια τους. Ο παππούς Γρηγόρης Εμμανουηλίδης (ο πατέρας της προγιαγιάς μου), ήταν έμπορος παπουτσιών και τότε προτίμησε να πάρει μαζί του μερικά δέρματα και τη μηχανή με την οποία έφτιαχνε παπούτσια. Ο δρόμος προς την Ελλάδα ήταν δύσκολος γεμάτος κακουχίες. Έγκυες γυναίκες, γεννούσαν τα παιδιά τους μέσα στο κρύο, άνθρωποι πέθαιναν από τη πείνα, τη δίψα και τις αρρώστιες. Ένα από τα θύματα που πέθαναν από αρρώστιες ήταν και ο αδερφός του παππού Γρηγόρη, ο θείος Νίκος Εμμανουηλίδης. Η προγιαγιά μου σαν μικρό παιδί που ήταν την έκαναν κουμάντο οι γονείς και τα αδέρφια της. Μόλις έφτασαν στην Ελλάδα, πέρασαν από τη Θράκη. Εκεί γνώρισαν Θρακιώτες, οι οποίοι ονομάζονταν γαλαζοβράκηδες, όμως δεν εγκαταστάθηκαν εκεί. Πέρασαν αργότερα από την Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, όμως ούτε και εκεί τους άρεσε για το λόγο ότι υπήρχε πάρα πολύ λάσπη. Τελικά εγκαταστάθηκαν στο χωριό Καστανιές στο Νομό Κιλκίς όπου βρήκαν πολύ νερό και πεδιάδα, την οποία χρειάζονταν μιας και οι περισσότεροι ήταν βοσκοί. Στην αρχή έμεναν σε αντίσκηνα, αργότερα το κράτος τους παραχώρησε χωράφια και σπίτια, “σπίτια εποικισμού” όπως τα αποκαλούσαν τότε, τα οποία χτίζονταν ανάλογα με το από πόσα άτομα αποτελείται κάθε οικογένεια. Τα σχέδια για το κάθε σπίτι ήταν ίδια με όλα τα άλλα, απλώς είχε μια κάμαρα περισσότερο ή λιγότερο. Όσο για το σπίτι που άφησαν πίσω στη Μικρασιατική Θράκη, ήταν ένα διώροφο καινούργιο κτίριο εκείνης της εποχής, το οποίο υπάρχει ακόμα όπως και το χωριό. Ο Τούρκος που έμεινε όταν έφυγαν ήταν φίλος με το παππού και όποτε επισκέπτονταν Έλληνες τη πόλη, τους ρωτούσε αν ήξεραν τον παππού Γρηγόρη και αν είναι καλά. Μετά από χρόνια η προγιαγιά μου παντρεύτηκε και πήρε το επίθετο του άντρα της, Μιχάλη Νικολαΐδη, ο οποίος ήταν επίσης από τη Θράκη της Μικράς Ασίας καθώς επίσης υπηρέτησε τη πατρίδα την περίοδο του 1940. βρισκόταν στην α΄ γραμμή του στρατού κατά των Γερμανών, κάποια στιγμή τραυματίστηκε από σφαίρα στο πόδι και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο στην Αθήνα. Παρόλο που δεν γεννήθηκε στην Ελλάδα, την υπηρέτησε πιστά και μάλιστα έζησε μέχρι πριν παντρευτούν οι γονείς μου.Η δεύτερη ιστορία ξεκινάει επίσης από μια πόλη κοντά στην Κωνσταντινούπολη, που ονομάζεται Τσανάκαλε, η οποία υπάρχει ακόμα. Η προγιαγιά μου η Ευδοξία ήταν τότε 4-5 χρόνων. Η μητέρα της ήταν χήρα διότι ο άνδρας της Αθανάσιος, αρρώστησε και πέθανε από πνευμονία πριν τους διώξουν από την Μικρασιατική Θράκη. Όταν εκδιώχθηκαν οι Τούρκοι δεν τους άφησαν να πάρουν τίποτα. Στην Ελλάδα ήρθαν με πλοίο, μόλις έφτασαν στη στεριά πήραν το λεωφορείο και κατευθύνθηκαν σε μια περιοχή στη Χαλκιδική, όπου σήμερα είναι χωριό και λέγεται Διονυσίου, όπου και εγκαταστάθηκαν. Ήταν πρόσφυγες ή τουλάχιστον έτσι ένιωθαν καθώς για αρκετό καιρό κοιμόντουσαν μέσα σε αντίσκηνα. Αργότερα τους παραχώρησαν σπίτια και χωράφια, μιας και ήταν γεωργοί. Το επίθετο της μητέρας (Ζαφειρούδας), της προγιαγιά μου, δεν ξέρω να σας το πω. Ξέρω όμως πως την έλεγαν Φωτούδη μετά το δεύτερο γάμο εδώ στην Ελλάδα. Σήμερα, στο ίδιο χωριό, Διονυσίου, ζούν τα παιδιά της προγιαγιάς μου καθώς και εμείς, τα δισέγγονα της. Θα ήθελα επίσης να σας πω πως ένας άλλος προπάππος μου ήταν από τη Μικρασιατική Θράκη και την περίοδο του πολέμου με τους Γερμανούς το 1940 υπηρέτησε την Ελλάδα, όμως δεν γύρισε ποτέ, τον έχουμε σαν αγνοούμενο και παρόλο που δεν είναι γραμμένος στο βιβλίο με τους στρατιώτες που αγνοούνται, στο χωριό τον τιμούν σε κάθε εθνική εορτή καταθέτοντας στεφάνι. Την ιστορία για το πως ήρθε στην Ελλάδα δεν ξέρω να σας τη πω, όμως ξέρω πως το έλεγαν Ζωγράφο Δημήτριο και θα ήταν μεγάλη μου τιμή αν κάνατε κάτι όπως να γραφόταν και αυτός σαν τους ήρωες που εξαφανίστηκαν το 1940.

Στυλιανή Ζωγράφου

1° Γυμν. Θέρμης

18. ΟΙ ΞΑΣΤΕΡΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

Πολλοί στο χωριό πίστευαν ότι στο ρέμα τις νύχτες έβγαιναν οι νεράιδες και έλουζαν τα μακριά μαλλιά τους στα γάργαρα νερά που κυλούσαν. Άλλοι επιπλέον ισχυρίζονταν ότι τις νεράιδες τις συνόδευαν ξωτικά και καλικάντζαροι ειδικά την περίοδο των Χριστουγέννων. Οι Ξαστερνοί φοβόταν πολύ τους καλικάντζαρους. Το Δωδεκαήμερο οι γυναίκες θυμιάτιζαν κάθε βράδυ γιατί πίστευαν ότι αυτά τα παράξενα πλάσματα απέφευγαν το λιβάνι. Άλλωστε δεν ήθελα να μπουν στα σπίτια τους και να τους “μουρταρέψουν” την κουζίνα. Διαδίδονταν μάλιστα ότι όποιος κυκλοφορούσε αργά τη νύχτα, τον καβαλίκευαν και δύσκολα μπορούσε να τα ξεφορτωθεί μετά. – Άμα σε τσαγκαρωσ΄ καλικάντζαρος μη τυχόν και τονε μιλήσεις, θα σε πάρ’ τη λαλιάσ’. Άλλοι πίστευαν αυτές τις δοξασίες και άλλοι τις κορόιδευαν. – Τι σασκίνικα μασάλια είναι αυτά που λέτε; Ακούς εκεί καλικάντζαροι. Μια κρύα νύχτα του χειμώνα, παραμονές Χριστουγέννων ήτανε, ποιας χρονιάς θα σας γελάσω, στο καφενείο κουβέντιαζαν για τους καλικάντζαρους. Ένας από τα καρντάσια, παλικάρι με τα όλα του, σωστό θηρίο, δύο μέτρα άνθρωπος, δεν παραδεχόταν την ύπαρξη τους. Παραδίπλα κάποιος άλλος συγχωριανός τους, ζαρωμένος και μαυριδερός, δεν τον έπιανε καθόλου το μάτι σου, κρυφάκουγε χωρίς να σχολιάζει ή να εκδηλώνεται. Έλα όμως που ήταν και πολύ χωρατατζής! Όπως άλλωστε και όλοι οι Ξαστερνοί, αγαπούσε τα πειράγματα και τα αστεία. Προτού τελειώσει η κουβέντα, έφυγε βιαστικός κατά το ρέμα. Όταν έφτασε εκεί, κρύφτηκε και παραμόνευε. Ύστερα από ώρα άκουσε πατημασιές και κατάλαβε ότι έρχεται ο παλικαράς που δούλευε στο μύλο και έκανε κάθε νύχτα αυτή τη διαδρομή. Τότε ο ζαρωμένος ξετσιτσιδώθη’κε και άρχισε να χτυπάει τα νερά. Ο άλλος είδε κάτι να σαλεύει. Σκοτίδα τσιντάνι ήτανε, τρόμαξε και τάχυνε το βήμ τ’. ο ζαρωμένος όμως ήταν πιο τσιβίκι. Έδωσε ένα σάλτο και τσαγκάρωσε πάνω στο σβέρκο του αλλουνού. Ο παλικαράς πάγωσε. Θυμήθηκε τη κουβέντα στο καφενείο και δεν αντέδρασε, γιατί νόμισε ότι ήταν κανένας καλικάντζαρος. Τι να’ κανε; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα!πήρε τον ανήφορο με τον δήθεν καλικάντζαρο φορτωμένο επάνω του. Στο δρόμο κόντεψε να πάθει συγκοπή. Θες απ’ την τρομάρα τ’ ήτανε; θες απ’ την κούραση;. Σαν έφτασε με τα πολλά στο μύλο, άρχισε να βαράει δυνατά τη πόρτα. – Ποιος; ρώτησε ο μυλωνάς από μέα. Μιλιά ο παληκαράς. -ποιος είναι; ακούσ’κε πάλι. Τσιμουδιά ο παλικαράς. Φοβούνταν βλέπ’ς μη μιλήσ’ και τον κλέψ’ ο καλικάντζαρος τη φωνή. Μόλις ακούσ’κανε βήματα κατά τη πόρτα, πηδάει καταγής ο λεγάμενος και γίνεται σαΐτα. Ανοίγει τη πόρτα ο μυλωνάς και τινε ρωτάει. – Γιατί δεν μιλάς βρε σεσερνί; -Είχα έναν καλικάντζαρο τσαγκαρωμένο στη πλάτ’μ. – Βρε μπουνταλά τι σασκίνικα είναι αυτά; ποιος μασκαράς σε γέλασε; Την άλλη μέρα κατά το κεντί (βραδάκι), μαζεύτηκαν οι χωριανοί στο καφενείο, θέμα συζήτησης πάλι ήταν οι καλικάντζαροι. Που να μιλήσει ο παλικαράς! Λαλιά δεν έβγαζε. Όσο για τον άλλον, καθόταν απέναντι και κρυφογελούσε με ύφος ειρωνικό μα και αλαζονικό ταυτόχρονα. Και να φανταστεί κανείς ότι ήταν μιας πάτσας άνθρωπος.

Κωνσταντίνα- Μαρία Ρομπέτη

Γυμν. Νέων Επιβατών

19. ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΞΕΡΙΖΩΜΟ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΑΝ. ΘΡΑΚΗΣ ΤΟ 1922

Πέρασαν 86 χρόνια από την δυσάρεστη εκείνη χρονιά το 1922, όπου οι Έλληνες αναγκάστηκαν να υποστούν μια ταπείνωση χωρίς προηγούμενο. Μια καταστροφή ολοκληρωτική! Ήταν τότε όπου οι Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους αγαπημένους τους, χειρότερη εμπειρία και από το 1453 όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Ας δούμε όμως τώρα τα γεγονότα με τη σειρά τους, να μάθουμε τι ακριβώς έγινε το 1922, μέσα από την περιγραφή ενός δασκάλου, του κυρίου Αθανάσιου Τριανατφύλλου. «Τον Αύγουστο του 1922 ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν αρχηγός των Τούρκων. Αυτός αφού αναδιοργάνωσε το στρατό του, επιτίθεται κατά του Ελληνικού στρατού, τα υπερήφανα και τιμημένα όπλα των Ελλήνων, δυστυχώς άρχισαν να υποχωρούν. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί φεύγουν με τη ψυχή στο στόμα, με κάποιο μικρό παιδί στην αγκαλιά. Φεύγουν προς την ελεύθερη Ελλάδα, όπως- όπως, για να προλάβουν και να καταφέρουν να σωθούν. Περίπου 1.500.000 Έλληνες πρόσφυγες πρόλαβαν και έφτασαν εδώ στη νέα και ελεύθερη πατρίδα την Ελλάδα». Αυτά διάβασα και κατάλαβα, γιατί κάθε χρόνο οι άνθρωποι αυτοί χορεύουν και οργανώνονται σε συλλόγους. Είναι αποφασισμένη να μην ξεχάσουν αυτή την ανελέητη προσφυγιά. Αυτή η μέρα είναι “η ημέρα μνήμης και περισυλλογής”. Και δίνουν την υπόσχεση ότι δεν θα ξαναγίνει αυτό το δράμα του ξεριζωμού. Θέλοντας όμως να μάθω περισσότερα για αυτό άρχισα να ψάχνω στη βιβλιοθήκη του παππού μου, που ποτέ δεν είχα φανταστεί πόση γνώση μπορούσα να αποκομίσω εκεί μέσα, στα άπειρα βιβλία που με περιτριγύριζαν. Βρήκα λοιπόν κάπου ένα στιγμιότυπο φοβερό! Πώς έγινε και σώθηκε ένα Ελληνικό χωριό στη Μ. Ασία. Το χωριό Πασιθέα, η πατρίδα του δασκάλου κ Τριανταφύλλου. «Ήταν λίγες μέρες προτού φύγουμε. Ξαφνικά όμως έξω από το χωριό μας εμφανίστηκαν οι Τούρκοι. Έστειλαν μήνυμα, σε δύο ώρες να φύγουμε , διότι θα ληστέψουν και θα κάψουν το χωριό. Ο παπάς και ο πρόεδρος του χωριού μιλούσαν τα Τούρκικα και έτρεξαν και παρουσιάστηκαν στον Τούρκο αρχηγό Κεμάλ, φέρνοντάς του δώρα και τον παρακάλεσαν να αλλάξει το σχέδιό του. Έτσι σώθηκε το χωριό τους και σωθήκαμε και οι άνθρωποι. Την άλλη όμως μέρα δεν έμεινε κανείς. Αρπάξαμε ότι μπορέσαμε και με τα πόδια και τα κάρα τραβήξαμε στην παραλία και από εκεί με καράβια μας έφεραν στην ελεύθερη Ελλάδα. Ήμασταν ρακένδυτοι, φοβισμένοι, πεινασμένοι και κλαίγαμε για τα ιερά και πάτρια εδάφη που χάσαμε.» Τέτοιες όμως δραματικές σκηνές, μου είπε ο παππούς μου, έγιναν και τον ακριτικό ελληνικό πόντο, αλλά και στη βόρεια και Ανατολική Θράκη. Όταν τελείωσα με τον παππού μου, ρώτησα. Από ποιον μπορώ να πάρω πληροφορίες για τη δραματική φυγή των Θρακιωτών; Ο παππούς μου με συμβούλεψε να πάω στην θρακική εστία Θεσσαλονίκης στην πλατεία Ναυαρίνου 18. Ένα βράδυ κατά τις 7.30 χτύπησα την πόρτα. Βρήκα ανθρώπους έτοιμους και πρόθυμους να με εξυπηρετήσουν. Τους είπα τι θέλω και αυτοί μου συνέστησαν να διαβάσω το βιβλίο “Θρακική Ηχώ” του 1922. Στη σελίδα 68 κάποιος Αθανάσιος Κιζλάρης αφηγείται μια περιπετειώδη και δραματική φυγή από την Ανατολική Θράκη. «Το χωριό μας, το Σιμιτλήτης επαρχίας Ραιδεστού της Ανατολικής Θράκης, είναι χτισμένο στους ανατολικούς πρόποδες του ιερού όρους, πάνω σε μια ανηφοριά στα δυτικά και κατηφοριά στα ανατολικά. Έτσι όπως είναι προσανατολισμένο, το φωτίζει ο ήλιος από το πρωί. Έτσι περνούσε ο καιρός, ώσπου έφτασε το μαύρο φθινόπωρο του 1922, που σήμανε την ώρα του διωγμού μας. Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτώβρη έπρεπε να αδειάσει το χωριό. Η διαταγή έλεγε στις 18 του Οκτώβρη. Όσοι είχαν αμάξια τα φόρτωναν και ξεκινούσαν. Η μάνα μου όμως με τέσσερα ορφανά τι να κάνει; πουθενά βοήθεια και οι μέρες περνούσαν. Επιτέλους στις 15 του μήνα βρέθηκε ένα τούρκικο αμάξι και ξεκινήσαμε! Εγώ τότε ήμουν έξι χρονών. Θυμάμαι, που γύριζα στα ανοιχτά και εγκαταλελειμμένα σπίτια και απορούσα γιατί να γίνονται αυτά; τα σπίτια γεμάτα από αγαθά αλλά οι πόρτες και τα παράθυρα παντού ανοιχτά. Απορούσα, κι ένας φόβος με έπιασε, χωρίς να ξέρω γιατί. Θυμάμαι ότι έσκαψα ένα μικρόλακκο και παράχωσα ένα σκεπάρνι, ένα ψαλίδι, ένα σφυρί και ένα κουδούνι. Για το μακρινό μας ταξίδι, η μάνα μας έσφαξε δέκα κότες, εγώ όμως έκρυψα στον κόρφο μου μια άσπρη πουλαδίτσα. Ο μεγαλύτερος μου αδερφός, πήρε μαζί του τα βιβλία του μακαρίτη του πατέρα μας. Ωστόσο όταν κάπως όλα ετοιμάστηκαν ο Τούρκος αμαξάς μας άφησε και έφυγε. Τώρα τι θα γίνει; πως θα φύγουμε; τέλος την άλλη μέρα βρήκαμε ένα και καθυστερημένα ξεκινήσαμε. Κάναμε την προσευχή μας, να προλάβουμε να φτάσουμε στη Ραιδεστό, στο λιμάνι. Ξέραμε ότι στο δρόμο ληστές σκότωναν και άρπαζαν και εμείς έπρεπε να περάσουμε μια στενή ρεματιά που την λέγανε “κακόρεμα”. Τέλος φτάσαμε στο λιμάνι, στη Ραιδεστό. Τα καράβια, φόρτωναν κι έφευγαν, πολλά δέματα από τη βιασύνη γλιστρούσαν και έπεφταν στη θάλασσα. Εμείς βραδιαστήκαμε στο λιμάνι διότι θα φεύγαμε το πρωί της άλλης μέρας. Τα αδέρφια μου μπήκαν κρυφά μέσα στους κήπους και μας έφεραν κυδώνια και μήλα. Όταν την άλλη μέρα ξεκινήσαμε έπρεπε κάτι να πληρώσει η μάνα μου στον καπετάνιο του πλοίου. Ο καπετάνιος τότε είδε την κάτασπρη πουλαδίτσα μέσα στο κόρφο μου και αντί για λεφτά πήρε αυτή. Σε δύο μέρες φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Σιγόβρεχε θυμάμαι, θαρρείς και ο ουρανός όπως ήταν βαριά συννεφιασμένος ζούσε και αυτός το δράμα της προσφυγιάς και σιγόκλαιγε μαζί μας, μαζί με όλους μας τους ξεριζωμένους πρόσφυγες…». Κακόμοιρη μου πατρίδα. Μέχρι πότε τα παιδιά σου, θα αγωνίζονται για τις ανθρώπινες αξίες και στο τέλος να παρασείρονται από το χείμαρρο της αδικίας; Ας είναι όμως. Εμείς σαν γνήσιες ελληνοπούλες, θα ελπίζουμε ότι κάποτε η Ελλάδα μας θα αγκαλιάσει και τα υπόλοιπα αλύτρωτα παιδιά της.

Δήμητρα Μπάσογλου

4° Γυμν. Χαριλάου

20. ΘΡΑΚΗ: ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

Κεφάλαιο 1: Ήταν Τρίτη 29 Μαΐου του 492 μ.Χ όταν ο κύρης μου και η γυναίκα του η Θεοδώρα αποφάσισαν να πάνε ένα ταξίδι στον τόπο καταγωγής τους, την Θράκη. Ήμουν πολύ χαρούμενος που θα με έπαιρναν μαζί τους γιατί εκτός από τον κύρη μου η Θράκη είναι και δικιά μου πατρίδα. Μπήκανε στην άμαξα, η αφέντρα μου η Θεοδώρα πρώτη και πίσω της ο αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός, πίσω από την άμαξα ακολουθούσαμε εγώ και μια ομάδα φρουροί. Όλα πήγαν καλά και έτσι χωρίς δυσκολίες μπορέσαμε και φτάσαμε στην Αγχίαλο. Όταν κατέβηκε από την άμαξα το αυτοκρατορικό ζεύγος, ο κόσμος το καλωσόρισε θερμά και όλοι φώναζαν “ΖΗΤΩ Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ”. Μετά που στήσαμε τις σκηνές μας σε ένα καταπράσινο λιβάδι οι στρατιώτες και τα αφεντικά μου ξάπλωσαν να ξεκουραστούν. Εγώ έκανα μια βόλτα κάτω από το όμορφο φως των αστεριών. Περπατούσα για αρκετή ώρα. Όταν ξαφνικά πίσω από ένα γέρικο πλάτανο είδα ένα παράξενο μεταλλικό κατασκεύασμα που στεκόταν μπροστά μου, μπήκα να δω τι υπάρχει μέσα του. Όταν μπήκα είδα στη μια μεριά πολλά παράξενα αντικείμενα που έβγαζαν φως και στην άλλη πολλά κουμπάκια με χρονολογίες που είχαν περάσει αλλά και κάποιες που δεν υπήρξαν ακόμη. Τότε μέσα από ένα άλλο παράξενο κατασκεύασμα βγήκε μια φωνή που έλεγε “διαλέξτε χρονολογία”. Παρόλο που στην αρχή φοβήθηκα αποφάσισα να το ρισκάρω και να πατήσω ένα κουμπί από τις χρονολογίες που είχαν περάσει εδώ και αρκετά χρόνια. Πατώντας το κουμπί το μηχάνημα άρχισε να κινείται πάνω, κάτω ώσπου τελικά σταμάτησε. Βγήκα έξω και με έκπληξη διαπίστωσα ότι στη θέση του καταπράσινου λιβαδιού υπήρχε μια πελώρια σπηλιά και σαν να μην έφτανε αυτό, οι σκηνές των στρατιωτών και του αυτοκράτορα δεν ήταν πουθενά. Άρχισα να ψάχνω παντού για τις σκηνές, ώσπου μέσα από τη σπηλιά άκουσα μια καταπληκτική μουσική που με τράβηξε προς το μέρος της. Διαπίστωσα ότι υπήρχε ένας άντρας στη σπηλιά που φορούσε ένα πρόχειρο χιτώνα και παίζοντας μελωδία με τη λύρα του τραγουδούσε με τη γλυκιά φωνή του. – Ποιος είσαι ξένε; τον ρώτησα.- Το όνομά μου είναι Ορφέας. Πατέρας μου ο υπέρλαμπρος, ο ξακουστός Απόλλων και μάνα μου η Μούσα η επική, Καλλιόπη το όνομά της! Μα έλα κάθισε εδώ κοντά. Μη στέκεσαι εκεί πέρα. Με αυτά που μου είπε ο άνδρας που στεκόταν μπροστά μου κατάλαβα ότι με κάποιον ακατανόητο τρόπο το μεταλλικό κατασκεύασμα με είχε φέρει πολλά χρόνια πίσω και πως βρισκόμουν μπροστά στον θρυλικό και μυθικό Ορφέα, που με τη λύρα του μπορούσε και ημέρευε όχι μόνο τα ζωντανά αλλά και τα άψυχα αντικείμενα. Ήξερα τη ζωή και το τραγικό τέλος που περίμενε αυτόν τον άμοιρο άνδρα. Όταν ήμουν πιο μικρός η μάνα μου, μου έλεγε τον μύθο για αυτό το άτυχο παλικάρι λίγο πριν κοιμηθώ. 7Θα τον έκοβαν σε κομμάτια οι Μαινάδες στα Διονύσια και θα τον έριχναν στον Εύρο. Κι αυτό επειδή είχε χάσει την όμορφη γυναίκα του Ευρυδίκη και από τότε έδειχνε αδιαφορία για τις γυναίκες.- Ο τόπος που γεννήθηκα είναι η ξακουστή Θράκη. Το όνομά μου είναι Ανδρόνικος, μα πες μου που είναι η μητέρα σου και οι αδελφές της; – Σε μια γιορτή στα Άβδηρα πήγαν να τραγουδήσουν. Μαζί με τον πατέρα μου τον Βάκχο να τιμήσουν. Μα! Να’τες. Τώρα έρχονται, τον λόφο ανεβαίνουν, άντε βρε μάνα αργήσατε και έχουμε και ξένο. -Κυράδες ώρα σας καλή!Τιμή μου που σας γνωρίζω. -Γεια σου και καλωσόρισες ξένε μες τη σπηλιά μας. Εγώ είμαι η Μούσα η επική Καλλιόπη το όνομά μου κι άντρας μου ο Απόλλωνας, ο ξακουστός , ο μέγας. Κι αυτές οι άλλες οι κυρές είναι οι αδελφές μου. Η κάθε μια από δαύτες τις μια τέχνη προστατεύει. Η Τερψιχόρη τον χορό, Κλειώ την ιστορία, Πολύμνια τους ύμνους της, Θάλεια την κωμωδία. Η Ευτέρπη την ποίηση τη λυρική κι Ερατώ την ποίηση του έρωτα έχουν και προστατεύουν. Η Μελπομένη από εδώ έχει την τραγωδία. Και τελευταία από εκεί είναι η Ουρανία που τα άστρα του ουρανού μπορεί να μας διαβάζει. – Τώρα όμως πρέπει να επιστρέψω. Δεν λέω, πολύ καλή η παρέα σας μα θα με ψάχνουν. Σας χαιρετώ. Ευχαριστώ για τη φιλοξενία.Κεφάλαιο 2 : Βγήκα έξω από τη σπηλιά, περπάτησα για λίγο και βρήκα το μεταλλικό κατασκεύασμα που σε γυρνάει στο χρόνο. Μπήκα μέσα και θέλοντας να συνεχίσω το ταξίδι μου, αποφάσισα να πατήσω το κουμπί που έλεγε “Χρυσός αιώνας του Περικλή”. Τότε το παράξενο αυτό μεταφορικό μου μέσο στο χρόνο άρχισε να κάνει τις ίδιες κινήσεις που έκανε όταν έφτασα έξω από τη σπηλιά του Ορφέα. Το μηχάνημα σταμάτησε και βγήκα έξω. Ήμουν περίεργος να δω ποιόν άνθρωπο της αρχαιότητας θα συναντούσα μπροστά μου. Βγήκα έξω και είδα ένα μεγάλο σε ηλικία κύριο να μαζεύει τα πράγματά του γιατί προφανώς θα έφευγε. Τότε πήρα την πρωτοβουλία να του μιλήσω. – Συγνώμη κύριε σε ποια πόλη βρίσκομαι; – Είσαι στα Άβδηρα, παιδί μου. – Και εσείς ποιος είστε; – Εγώ είμαι ο Πρωταγόρας. Είμαι από τους μεγαλύτερους σοφιστές της εποχής μας. – Μήπως σας ενοχλώ; γιατί βλέπω ετοιμάζεστε για ταξίδι. – Θα πάω στην Αθήνα, με έχει καλέσει ο Περικλής για να διδάξω στα παιδιά του την γραφή και την ανάγνωση και βιάζομαι πάρα πολύ. Σε αφήνω τώρα. Γεια σου. Πρέπει να κατέβω στο λιμάνι να προλάβω το καράβι. – Γεια σας και καλό ταξίδι.Κεφάλαιο 3 : Όταν τελείωσα την επίσκεψή μου στον κύριο Πρωταγόρα μπήκα και πάλι μέσα στο κατασκεύασμα, που πια το είχα ονομάσει. Το βάφτισα λοιπόν χρονοκατασκεύασμα. Μπήκα λοιπόν μέσα και αυτή τη φορά πάτησα το κουμπί που έγραφε “473 π.Χ”. Το πάτησα, και το χρονοκατασκεύασμα άρχισε να κάνει τις γνωστές κινήσεις. Αυτή τη φορά όμως ζαλίστηκα περισσότερο από τις άλλες και άργησα να συνέλθω. Όταν επιτέλους συνήλθα βγήκα έξω να πάρω καθαρό αέρα. Δεν είδα κανέναν μπροστά μου, και άρχισα να περπατάω ώσπου να βρω κάποιον. Περπατούσα για αρκετή ώρα σε έναν ανθόσπαρτο κάμπο, γεμάτο όμορφες μυρωδιές που έβγαιναν από τα σπάνια λουλούδια που υπήρχαν. Δεν πρόλαβα να κάνω δέκα βήματα ώσπου είδα καθισμένο κάτω από ένα γέρικο πλάτανο ένα παιδί περίπου στην ηλικία μου και πλάι του καθόταν ένας μεγαλύτερος ο οποίος από ότι κατάλαβα από τα λόγια του πρέπει να τον δίδασκε. Αποφάσισα να πλησιάσω για να μάθω περισσότερες λεπτομέρειες για το αγόρι. Λίγο πριν φτάσω δίπλα από το δέντρο το παιδί με είδε και μου μίλησε. -Γεια σου, πως σε λένε; -Με λένε… -Έλα Δημόκριτε μην αποσπάσαι από το μάθημα, έχουμε ακόμη πολύ μελέτη. -Σας παρακαλώ δάσκαλε, έτσι και αλλιώς το διάλειμμα δεν έβλαψε ποτέ κανέναν. -Εντάξει αλλά μόνο για λίγο. Άντε πήγαινε. Μόλις άκουσα το όνομα Δημόκριτος τα έχασα. Βρισκόμουν μπροστά σε ένα πραγματικά “παιδί θαύμα”. Από νεαρή ακόμα ηλικία είχε σπουδάσει Θεολογία και Αστρονομία, που εκείνη την εποχή αυτές οι δύο ήταν πολύ δύσκολες επιστήμες. Απομακρυνθήκαμε λίγο από τον πλάτανο και ξαναπιάσαμε κουβέντα. – Με λένε Δημόκριτο. Εσένα; -Εμένα με λένε Ανδρόνικο. -Έχεις πολύ ωραίο όνομα. Είσαι από την πόλη γιατί δεν σε έχω ξαναδεί προς τα εδώ. – Όχι, περαστικός είμαι. – Ε, τότε δεν το συζητώ. Θα έρθεις για λίγο στο σπίτι μου και μετά θα φύγεις. Ο πατέρας μου θα χαρεί πολύ να μάθει ότι απέκτησα ένα καινούργιο φίλο γιατί όλη την ώρα είμαι με ένα βιβλίο στο χέρι. -Και δεν βαριέσαι; – Όχι. Έτσι κι αλλιώς, κανένα από τα παιδιά στην πόλη δεν κάνει παρέα μαζί μου γιατί λένε ότι είμαι πολύ έξυπνος για αυτούς και ότι δεν ταιριάζουμε. – Άφησέ τους να λένε. Εγώ πιστεύω πως χάνουν έναν πολύ καλό φίλο.- Σε ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Λοιπόν, ξεκινάμε; – Εντάξει θα έρθω αλλά για λίγο. -Ωραία. Θα δεις , θα περάσουμε πολύ ωραία. -Αλήθεια τόση ώρα μου λες για την πόλη αλλά δεν μου είπες ακόμα το όνομά της. – Συγνώμη. Αυτό το παρέλειψα. Βρισκόμαστε λίγο πιο έξω από τα Άβδηρα. – Ας ξεκινήσουμε πριν… – Παιδιά που είστε; Ελάτε πρέπει να γυρίσουμε πίσω. – Πάμε. Μας φωνάζει ο δάσκαλος για να μας πάει σπίτι. Φτάσαμε στο σπίτι του Δημόκριτου και γνωρίστηκα με τον πατέρα του. Ο Δημόκριτος είχε δίκιο, ο πατέρας του χάρηκε πολύ που με γνώρισε. Κάτσαμε στο τραπέζι και φάγαμε το φαγητό που μας είχε ετοιμάσει η μητέρα του. Ήταν πάρα πολύ νόστιμο. Μόλις τελειώσαμε, πήρα την απόφαση να φύγω γιατί είχα ακόμα αρκετά μέρη να επισκεφτώ. Ο Δημόκριτος στεναχωρήθηκε που έφυγα, το ίδιο και εγώ γιατί κάναμε καλή παρέα. Αποφάσισα να μην μπω ακόμα στο χρονοκατασκεύασμα γιατί μου άρεσε πολύ η χρονολογία που διάλεξα. Συνέχισα λοιπόν το δρόμο ώσπου έφτασα έξω από μια πόλη. Μπήκα μέσα περνώντας από τα επιβλητικά τείχη που την κρατούσαν καλά οχυρωμένη. Μέσα και πάνω στα τείχη στέκονταν φρουροί. Περπάτησα λίγο ακόμα και είδα έναν κύριο μπροστά μου. Μόλις με είδε μου μίλησε. – Έλα παιδί μου να φας και να πλυθείς πρέπει να είσαι πολύ κουρασμένος. – Ναι, κύριε. Η αλήθεια είναι πως είμαι πολύ κουρασμένος και πεινάω. – Έλα στο σπίτι κάτι θα υπάρχει να σε φιλέψω. Ο κύριος που γνώρισα ήταν πολύ ευγενικός. Πήγαμε στο σπίτι του, μου έβαλε να φάω και έπειτα με ρώτησε αν θέλω να πλαγιάσω. – Να είστε καλά κύριε. Σας ευχαριστώ πολύ. – Τίποτα. – Σε ποια πόλη βρίσκομαι; -Στην Αμφίπολη. – Και εσάς πως σας λένε; – Με λένε… “Σπαρτιάτες” ακούστηκε μια φωνή από έξω. Και έπειτα κραυγές που έψαχναν κάπου να κρυφτούν. -Τρέξε παιδί μου. Προλαβαίνεις ακόμα. Βγες από το μυστικό πέρασμα. Πάνε στους γονείς σου.

Κεφάλαιο 4 : Τρέχοντας βγήκα από το πέρασμα που μου έδειξε ο κύριος που γνώρισα και πήγα γρήγορα μέσα στο χρονοκατασκέυασμα που βρισκόταν πίσω από έναν πελώριο βράχο. Πάτησα βιαστικά το κουμπί που έγραφε “1821” και βρέθηκα έξω από ένα σπίτι. Από μέσα ακουγόταν θρήνος και οδυρμός. Αποφάσισα να χτυπήσω την ξύλινη πόρτα και μου άνοιξε μια γυναίκα που φορούσε παράξενα ρούχα και κρατούσε ένα μαντήλι στο χέρι με το οποίο σκούπιζε τα δάκρυά της που έτρεχαν ποτάμι από τα μεγάλα γαλανά μάταια της. -Πέρασε μέσα, μου είπε. Εγώ μπήκα και εκείνη μου έδωσε να φορέσω ρούχα που δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου. Τα φόρεσα και τότε εκείνη με ρώτησε. – Έχεις κανένα νέο από τους ναύτες του άντρα μου; – Όχι κυρά μου. Εγώ μπήκα απλά για να δω τι έχεις. – Δεν τα έμαθες ακόμα παιδί μου; – Τι να μάθω; – Οι Τούρκοι, που κακό χρόνο να’χουν που τόσα χρόνια έχουν σκλαβωμένη ολάκερη την Ελλάδα σκοτώσανε τον άντρα μου. Είχε πάει στην πολιορκία της Εύβοιας με τα καράβια του και τους ναύτες του, να κάνουν επίθεση στους τούρκους. Και πάνω που τα κανόνια του καραβιού βροντούσαν τον πέτυχε το τούρκικο βόλι και τον ξάπλωσε στο κατάστρωμα. Μα φτάνουν τόσοι θρήνοι και τόσοι σπαραγμοί. Εγώ η Δόμνα Βισβίζη ως νόμιμη γυναίκα του, θα πάρω τα καράβια και τους ναύτες του και με όλη τη ψυχή, θα ριχτώ στους Τούρκους, δεν θα τους αφήσω σε χλωρό κλαρί και όλοι θα έχουν να λένε για εμένα στον Αίνο και σε ολόκληρη τη θράκη. Τότε εγώ τα έχασα. Τι ήταν αυτά που έλεγε η κυρά. Η Ελλάδα σκλαβωμένη στους Τούρκους; όχι δεν μπορεί, αποκλείεται. -κυρά μου το ξέρω πως στεναχωριέσαι για τον άντρα σου μα στον πόλεμο μην πας. Γυναίκα είσαι και φρόνιμο είναι να κάθεσαι στο σπίτι σου και να περιμένεις την λευτεριά να έρθει. Κάνε λίγη υπομονή ακόμα και θα δεις σε λίγο καιρό η Ελλάδα θα είναι λεύτερη. -Ως πότε να κάνω υπομονή; Ως πότε να σκύβω το κεφάλι στους παλιό Τούρκους; μέχρι εδώ. Θα δώσω ότι έχω και δεν έχω στον αγώνα. Ακόμα και την ίδια μου τη ζωή. Όλα για την πατρίδα. Ελευθερία ή θάνατος. – Όπως επιθυμείς κυρά μου. Κάνε ότι σε φωτίσει ο Θεός. – Ξεκινάω. Η πατρίδα με περιμένει. – εγώ θα πάω να βρω τους δικούς μου συντρόφους. Στο καλό κυρά μου και η Παναγιά μαζί σου.Κεφάλαιο 5 : άφησα και αυτήν την πολύ γενναία γυναίκα πίσω μου και πήγα να βρω το χρονοκατασκεύασμα. Ήταν στο λιμάνι. Πίσω από τα καράβια της Δόμνας Βισβίζη. Άνοιξα την μεταλλική του πόρτα και μπήκα μέσα. Αυτή τη φορά όμως ήμουν πολύ κουρασμένος και αποφάσισα να γυρίσω πίσω. Έτσι, πάτησα το κουμπί που έγραφε “επιστροφή στο μέρος εκκίνησης”. Το χρονοκατασκεύασμα άρχισε να κάνει τις κινήσεις που έκανε κάθε φορά. Άνοιξε η πόρτα και βγήκα έξω. Με χαρά συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν και πάλι στα αφεντικά μου. Όμως παραξενεύτηκα γιατί παρόλο που τόση ώρα ταξίδευα στο χρόνο, εδώ δεν είχε περάσει ούτε λεπτό. Πήγα λοιπόν στη σκηνή μου και κοιμήθηκα. Στο όνειρό μου είδα όλους αυτούς που γνώρισα: τον Ορφέα με την μητέρα και τις αδερφές του, τον κύριο Πρωταγόρα, τον Δημόκριτο, τον κύριο που γνώρισα στην Αμφίπολη και την Δόμνα Βισβίζη, να κάθονται όλοι μαζί σε ένα βράχο και να συζητάνε για τον τόπο τους και τα προβλήματά τους. Όταν ξύπνησα, είπα στον εαυτό μου”μην το πεις σε κανένα γιατί θα σε περάσουν για τρελό”. Αυτό ήταν το παράξενο ταξίδι μου στο χρόνο….

Χριστόφορος Μαριάδης

4° Γυμν. Πολίχνης