ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΑΘΗΤΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

Η Θρακική Εστία Θεσσαλονίκης  είχε προκηρύξει διαγωνισμό Θρακιώτικου παραμυθιού και πραγματικών Θρακιώτικων γεγονότων-ιστοριών  (με έγκριση του Υπουργείου Παιδείας), μεταξύ των μαθητών Λυκείου-Γυμνασίου-Δημοτικού του Νομού Θεσσαλονίκης. Βραβεύτηκαν τρία  από κάθε κατηγορία,  από επιτροπή Καθηγητών ΑΠΘ, και αμείφτηκαν .

1.ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια μάνα και είχε ένα γιο. Ήρθε ο χειμώνας και πιάσανε τα πολλά τα κρύα. Μια μέρα λέει η μάνα στο γιο της που ήταν και λίγο τεμπέλης : « βρε παιδί μου, πρέπει να πας στο δάσος να φέρεις ξύλα. Έπιασε χειμώνας και κρυώνουμε. Πρέπει να βάλουμε ξύλα στο τζάκι να ζεσταθούμε». Και ο γιος τότε αποκρίθηκε: « καλά μάνα θα πάω! Αλλά να με βάλεις ζεστή στάχτη στο δισάκι να βάλω μέσα τα ποδάρια μου να ζεσταθούν». «καλά παιδί μου θα σου βάλω». Μια και δυο πιάνει η μάνα, βάζει τη ζεστή στάχτη στο δισάκι, μετά του ετοιμάζει και λίγο ψωμί και λίγο νερό τα βάζει μέσα στον τρουβά του, βάζει και το σκοινί με το μπαλτά πίσω στο σαμάρι του γαϊδάρου. Και ανεβαίνει ο τεμπέλης πάνω στο γάιδαρο για να πάει να φέρει ξύλα. Προχώρησε αρκετά μέσα στο δάσος και αντίκρισε ένα μεγάλο ποτάμι. Για μια στιγμή ένιωσε κάτι και είδε στον ουρανό να πετάνε 39 άσπρα και 1 μαύρο περιστέρι. Βουτήξανε μέσα στο νερό για να λουστούν, και την ώρα που βγαίνανε, ξεπετάχτηκαν 39 νεράιδες ολόξανθες, όμορφες και 1 παλικάρι όμορφο. Μετά όλοι μαζί πήραν το μονοπάτι, και προχωρήσανε βαθιά μέσα στο δάσος. Περίεργος ο τεμπέλης, ακολούθησε και αυτός με το γάιδαρο του, χωρίς όμως να τον αντιληφθούν. Οι νεράιδες με το παλικάρι έφτασαν σε ένα πολύ ωραίο πύργο και μπήκαν μέσα. Ο τεμπέλης μπήκε και εκείνος στον πύργο, πάντα χωρίς να τον αντιληφθούν, αφού πρώτα άφησε τον γάιδαρο του δεμένο σε ένα δέντρο. Κρύφτηκε κάτω από τη σκάλα και παρακολουθούσε τι γινόταν. Υπήρχε μια τεράστια κάμαρα με μεγάλα τραπέζια στρωμένα, και πάνω είχανε φλιτζάνια με τσάι. Από τη μια μεριά κάθησαν οι 19 νεράιδες και από την άλλη οι υπόλοιπες και το παλικάρι κάθισε στη μέση. Ήταν πολύ στεναχωρημένο, δε μιλούσε μήτε γελούσε. Οι νεράιδες τον χάιδευαν, τον μιλούσανε, αλλά εκείνος τίποτα, ήταν αδιάφορος. Αφού τα είδε όλα ο τεμπέλης, ήρθε η ώρα να πάει να κόψει ξύλα, γιατί τον περίμενε η μάνα του, για να ζεσταθεί η δόλια.Στο γυρισμό βλέπει μια χρυσή άμαξα, να την τραβούν 4 ολόασπρα άλογα. Όταν έφτασε κοντά στον τεμπέλη, σταμάτησε η άμαξα και τον σταμάτησαν και αυτόν. Μέσα από την άμαξα βγήκε μια όμορφη κοπέλα που ήταν βασιλοπούλα. Τον ρωτάει: «Που πηγαίνεις, από που έρχεσαι, τι είδες;» εκείνος είπε για τα σαράντα περιστέρια και τον πύργο. Η κοπέλα ζήτησε να την πάει στο πύργο. Αυτός αποκρίθηκε: «εγώ δεν ξέρω το δρόμο αλλά τον ξέρει ο γάιδαρος μου». Μπροστά ο γάιδαρος με το τεμπέλη πίσω η άμαξα, φτάσανε στο πύργο. Η βασιλοπούλα πήγε μέσα στο πύργο, κρύφτηκε και περίμενε να δει τις νεράιδες με το παλικάρι. Η βασιλοπούλα είχε μαζί της ένα δηλητήριο, το έβαλε χωρίς να τη δουν στα φλιτζάνια από τις νεράιδες, όχι όμως και στη κούπα από το παλικάρι.Όταν ήπιαν οι νεράιδες το τσάι με το δηλητήριο αποκοιμήθηκαν βαθιά, και πέσανε η μια πάνω στη άλλη, ενώ το παλικάρι ήτανε ξύπνιο. Αμέσως εμφανίστηκε μπροστά του η βασιλοπούλα, πηγαίνει κοντά του, αγκαλιάζει τον αγαπημένο της και του λέει: «άντε καλέ μου να φύγουμε από εδώ πριν ξυπνήσουν οι νεράιδες». Γιατί τοπ όμορφο παλικάρι ήταν ένα βασιλόπουλο, αρραβωνιασμένο με τη βασιλοπούλα, που το είχαν κλέψει οι κακές νεράιδες, το είχαν μεταμορφώσει σε μαύρο περιστέρι, για να μη το βρει ποτέ ξανά η αγαπημένη του και να τον έχουν δικό τους. Αμέσως ανεβήκανε στην άμαξα και είπαν στο τεμπέλη να τους ακολουθήσει. Γυρίσανε στο παλάτι τους και κάνανε γάμο τρικούβερτο που κράτησε 40 μερόνυχτα. Στον τεμπέλη δώσανε μια σακούλα φλουριά και εκείνος γύρισε στο χωριό του, στη μάνα του και της είπε: «Μάνα τώρα είμαστε πλούσιοι και μπορούμε να αγοράσουμε ξύλα και όλα τα αγαθά της γης!» Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Χριστίνα Αρσενίου

77ο Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

2. ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΤΑ ΓΡΑΜΜΕΝΑ

Παραμύθι από το Σκοπό της Ανατολικής Θράκης

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας πραματευτής, που βρέθηκε σε ένα χωριό και δεν είχε που να κοιμηθεί. Χτύπησε την πόρτα μια γριάς για να περάσει τη βραδιά του. Η γριά, που ήταν μάγισσα του είπε ότι στο κοντινό χωριό, στο σπίτι του Δημήτρη του ράφτη του χωριού, γεννήθηκε ένα παιδί, το παιδί του ράφτη, που θα του φάει την περιουσία του. Το πρωί σηκώθηκε ο πραματευτής, ευχαρίστησε τη γριά και χωρίς να πει τίποτα άλλο ανέβηκε στο άλογο του και τράβηξε για το χωριό που άκουσε ότι γεννήθηκε το παιδί, να δει και να μάθει την αλήθεια. Ύστερα από δυο τρεις μέρες έφτασε στο χωριό, γύρεψε και βρήκε το σπίτι του Δημήτρη του ράφτη και μπήκε μέσα δήθεν που ήθελε μέρος για να μείνει το βράδυ. Άμα μπήκε μέσα είδε μια γυναίκα να βρίσκεται στο στρώμα και κοντά της ένα μωρό. Βρήκε εκεί και τον άντρα της και από λόγο σε λόγο έμαθε πως το παιδί ήταν αρσενικό και γεννήθηκε εκείνη τη βραδιά που ήταν στο σπίτι της γριάς. Σαν άκουσε αυτά και είδε πως ήταν αλήθεια αυτά που του είπε η γριά έβαλε στο νου του να σκοτώσει το παιδί και να μη γίνει αυτό που γράψανε οι μοίρες. Από τα λόγια του ράφτη και από το σπίτι που είδε ήταν ένα φτωχόσπιτο κατάλαβε πως ήταν φτωχοί άνθρωποι και πως είχαν και άλλα παιδιά. Γυρίζει και λέει και στους δύο «σεις που έχετε κι άλλα παιδιά γιατί δεν μου δίνετε αυτό το μικρό σε μένα; εγώ δεν έχω παιδιά και είμαι και πλούσιος και θα αγαπώ το παιδί σας σαν δικό μου παιδί, κι εγώ και η γυναίκα μου. Οι καημένοι οι φτωχοί άλλο που δεν θέλανε. Τι ήθελαν να τα κάνουν τόσα στόματα! Εφτά παιδιά είχαν ακόμα. Ποιο να πρωτοκοιτάξουν. Δώσανε στον πραματευτή το μικρό και αυτός πάλι τους έδωσε κάμποσες λίρες, γιατί είδε τα χάλια τους, πήρε το παιδί, καβάλησε το άλογο του κι έφυγε. Πήγε, πήγε μακριά και άμα έφτασε μέσα στο βουνό κατέβηκε από το άλογο και έκατσε πλάι σε ένα ποτάμι που είχε εκεί. Έκοψε ύστερα βέργες από ένα δέντρο και έκανε ένα καλάθι, έβαλε το μωρό μέσα το έκλεισε και από πάνω με ένα καπάκι που το έπλεξε και αυτό με τις βέργες και το έριξε στο ποτάμι για να πνιγεί και έτσι να μη γίνουν σωστά τα λόγια της γριάς. Ήσυχος εξακολούθησε το δρόμο του και πήγε στα χωριά που ήθελε να πάει, αγόρασε τα πράγματα που ήθελε και γύρισε στη πολιτεία που ζούσε. Πέρασαν 18-19 χρόνια. Ο πραματευτής σε αυτό το χρονικό διάστημα απέκτησε ένα κοριτσάκι. Ο πραματευτής έκανε την ίδια δουλειά και έγινε πλούσιος. Το κοριτσάκι του, 16 ετών τώρα, ο πατέρας του, του ετοίμαζε την προίκα. Δεν έλειπε τίποτα παρά μόνο ο γαμπρός ερχόταν και προξενητάδες μα αυτοί δεν βιαζόταν και έλεγαν ότι είναι μικρό το κορίτσι τους, όταν δεν τους άρεσε ο γαμπρός και παρακαλούσαν το Θεό να τους στείλει μια τύχη που θα ταίριαζε στη μοναχοκόρη τους. Μια μέρα βγήκε πάλι ο πραματευτής στα χωριά για δουλειά. Εκεί που περνούσε μέσα από ένα χωριό είδε μέσα από μια μισάνοιχτη πόρτα ένα πράγμα σα καλάθι που κρεμόταν πλάι στη σκάλα. Κοντοστάθηκε λίγο και το είδε καλά. Έμοιαζε σαν εκείνο το καλάθι που έπλεξε ένα καιρό και έβαλε μέσα εκείνο το παιδί του ράφτη. «Ας μπω μέσα να μάθω τι καλάθι είναι αυτό και που βρέθηκε» είπε με το νου του και μπήκε μέσα στην αυλή και φώναξε: «ποιος κάθεται εδώ μέσα; » Η νοικοκυρά του σπιτιού που άκουσε τη φωνή βγήκε και του λέει «τι θέλεις καλέ μου άνθρωπε; ξένος είσαι; έλα μέσα να ξεκουραστείς.» «ήθελα να μείνω λίγο εδώ στο χωριό σας. Δε μου λες έχετε κανένα χάνι εδώ; » Ο πραματευτής ήξερε ότι δεν είχε κανένα χάνι σε εκείνο το μέρος, μα το είπε έτσι για κουβέντα με τη νοικοκυρά. «Ορίστε πέρασε μέσα,και κάτσε καμιά βραδιά σα θέλεις, γιατί εδώ χάνι δεν έχουμε.» Ο πραματευτής έκανε πως στεναχωρήθηκε πως δεν είχε χάνι, αλλά μπήκε μέσα στο σπίτι και κατά βάθος ήταν ευχαριστημένος. Δεν πρόφτασε καλά καλά να κάτσει και βλέπει ένα παλικάρι να μπαίνει από τη πόρτα ως καμιά εικοσαριά χρονών όμορφο και καλοφτιαγμένο. Άρχισε τη κουβέντα και από λόγο σε λόγο ο πραματευτής ρώτησε και για το καλάθι. «Α! Αυτό το καλάθι, του λέει η γυναίκα, έχει την ιστορία του. Που να ξέρεις εσύ, αλλά θα στην πω…πάνε πολλά χρόνια από τότε, που μια μέρα πήγα στο ποταμό για να πλύνω κάτι ρούχα και να τα απλώσω στον ήλιο να στεγνώσουν. Ήταν φαίνεται γραφτό να πάω εκείνη τη μέρα στο ποτάμι που είναι έξω από το χωριό μας. Δεν έφτασα ακόμη στο ρέμα και ακούω κλάμα μικρού παιδιού να έρχεται από μακριά. Βγάζω τα πανιά που είχα να πλένω από το καλάθι μου και ετοιμάζομαι να μπω στο νερό, μα οι φωνές του παιδιού, γινόταν ακόμα πιο δυνατές. Δεν πάω να δω τι γίνεται, σκέφτηκα, και τραβώ για εκεί που άκουγα τις φωνές του παιδιού. Πηγαίνω και τι βλέπω! Ένα καλάθι κακοφτιαγμένο χωμένο μέσα στις πέτρες του ποταμού και σε κάτι τσαλιά που φέρνει το ποτάμι από μακριά και σταματούν εκεί στις πέτρες και τα κλάματα να βγαίνουν κει μέσα από το καλάθι. Ε μωρέ είπα, ποιος το έριξε το καημένο το μωρό εδώ; Ανασκουμπώνομαι, μπαίνω μέσα στο νερό, τραβάω το καλάθι έξω από εκεί που ήτανε, το φέρνω έξω στην άμμο και το ανοίγω. Ένα βυζανιάρικο μελανιασμένο από το κρύο που τίναζε τα πόδια του και τα χέρια του. Η φωνίτσα του είχε βραχνιάσει πια. Ποιος ξέρει πόσες ώρες ήταν μέσα στα νερά και από πόσο μακριά το έφερε το ρέμα. Εμείς παιδιά δεν είχαμε. Το παίρνω, το τυλίγω μέσα στα ρούχα που είχα να πλύνω και το φέρνω στο σπίτι μας. Ο άντρας μου ήταν καλός και μιας που δεν είχαμε εμείς παιδιά το κρατήσαμε και το μεγαλώσαμε. Κανένας μέχρι τώρα δεν φάνηκε να ξέρει ποιανού είναι και ποιος το έριξε μέσα στο ποτάμι. Το αγαπάμε σα δικό μας παιδί και αυτό μας αγαπάει σα να είμαστε εμείς εκείνοι που το γέννησαν και τώρα θέλεις να μάθεις ποιο είναι αυτό το παιδί του καλαθιού; να είναι αυτό που βλέπεις εδώ. Ο πραγματευτής άμα άκουσε αυτά φαρμακώθηκε, γιατί κατάλαβε ότι ήταν αυτό το παιδί που εκείνος έριξε για να χαθεί. Άρχισε να σκέφτεται τι τρόπο να βρει να σκοτώσει το παλικάρι. Έμεινε το βράδυ εκεί, τον βάλανε και έφαγε και τον στρώσανε τα καλύτερα τους στρώματα για να κοιμηθεί. Μα το βράδυ αυτός δεν έκλεισε μάτι από το κακό του και σκεφτόταν τι θα έκανε για να το σκοτώσει και στο τέλος το βρήκε. Το πρωί άμα σηκώθηκε λέει στη γυναίκα «δε με λες κυρά μου που μπορώ να βρω έναν άνθρωπο να στείλω ένα γράμμα στη γυναίκα μου γιατί είναι μεγάλη ανάγκη; εγώ έχω ακόμα δουλειά στο χωριό και δεν μπορώ να πάω. Δίνω και πέντε λίρες.» «καλά και δεν πηγαίνει ο γιος μου; δουλειά δεν έχει παλικάρι γερό είναι, τα πόδια του βαστούν και μπορεί να πάει και γρήγορα, αφού είναι τόση ανάγκη» είπε η καλή γυναίκα, άμα άκουσε και για τις πέντε λίρες. Αυτό ήθελε και ο πραγματευτής. Έκατσε έφτιαξε ένα γράμμα, το έκλεισε και το βούλωσε με βουλοκέρι και το έδωσε στο παλικάρι. «Άιντε καλό παιδί, του είπε την ώρα που του έδινε το γράμμα, πήγαινε όσο πιο γρήγορα μπορείς και άμα γυρίσεις θα σε πληρώσω πάλι για το κόπο σου και τον χτύπησε στο ώμο. Το παλικάρι πήρε το γράμμα και πετούσε από τη χαρά του, γιατί μαζί με το γράμμα έβαλε στη χούφτα του και ένα μαλαματένιο πεντόλιρο. Δεν ήταν μικρό πράγμα για να πας ένα γράμμα και να πάρεις ένα πεντόλιρο. Και ποιος ξέρει τι θα τον έδινε όταν γύριζε! Βγήκε από το χωριό του και άνοιξε τη περπατησιά του για να πάει όσο πιο γρήγορα και να γυρίσει. Πήγε και όταν κόντευε να φτάσει στη πολιτεία του πραγματευτή, είπε με το νου του, «τι τρέχει άραγε και δίνει αυτός τόσες παράδες για να πάω το γράμμα του; δεν το ανοίγω να δω τι λέει; και κάθεται στη στιγμή κάτω από ένα δέντρο, βγάζει το σουγιά του, τον καίει λίγο στη φωτιά που άναβε εκεί κοντά και σιγά σιγά ξεκόλλησε τη βούλα, άνοιξε το γράμμα και άρχισε να διαβάζει. «οτιδήποτε κάνεις, τον άνθρωπο που σου στέλνω να τον σκοτώσεις όσο πιο γρήγορα μπορείς. Όταν θα έρθω θα σε πω γιατί και πώς. Το παλικάρι διάβασε το γράμμα και απόρησε. «βρε για το Θεό τι έκανα εγώ και θέλει το κακό μου;» στάθηκε και σκέφτηκε τι να κάνει τώρα «κάτσε να δεις τι θα σου κάνω εγώ, αφού δεν σε έφταιξα…» έκανε το παλικάρι και πήρε ένα άλλο χαρτί που είχε μαζί του και έφταιξε. « το νέο που σου στέλνω να το παντρέψεις με το κορίτσι μας όσο πιο γρήγορα μπορείς.» είχε ακούσει πως αυτός είχε ένα κορίτσι, στην κουβέντα που έκαναν εκεί στο σπίτι του. Ύστερα βούλωσε πάλι το γράμμα και ξεκίνησε. Έφτασε στη πολιτεία και ρώτησε πού είναι το σπίτι του πραγματευτή και έδωσε το γράμμα στη γυναίκα του. Αυτή σα το διάβασε και είδε τα γραφόμενα, γρήγορα ετοιμάστηκε, ετοίμασε και τη νύφη και τους στεφάνωσε. Πέρασαν τρεις μήνες και ο πραγματευτής δεν φάνηκε ακόμα. Ήτανε ήσυχος γιατί αυτή τη φορά δεν θα τη γλίτωνε ο νέος και για αυτό έβλεπε τις δουλειές του και γύριζε από χωριό σε χωριό. Τέλος ύστερα από 4 μήνες γύρισε. Φτάνει στο σπίτι του, χτυπά τη πόρτα, του ανοίγουν και μπαίνει μέσα. Αλλά τι να δει! Το παλικάρι που νόμιζε σκοτωμένο, να μπαίνει και να βγαίνει σα νοικοκύρης. «βρε γυναίκα τι έκανες; » τη ρωτά με τρόπο. «τι έκανα άντρα μου; έκανα αυτό που μου έγραψες» «τι σου έγραψα;» « να παντρέψω τη κόρη μας με το νέο που μου έστειλες, όσο πιο γρήγορα μπορώ.» «φτου που να πάρει η οργή, εγώ είπα να μη φάει τη περιουσία μου. Να μη γίνουν της μοίρας τα γραμμένα, θα τον σκοτώσω!» είπε ο πραγματευτής καταστεναχωρημένος. «τι λες βρε άντρα μου; δε βλέπεις ότι η θυγατέρα μ;ας είναι έγκυος; δεν είναι κρίμα από το Θεό να σκοτώσεις τον άντρα του παιδιού σου;»Ύστερα από αυτό, τι να έκανε ο πραγματευτής, δέχτηκε αυτό που έταξε η μοίρα!!! και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα….

Γαλήνη Βογιατζή

77ο Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

3.ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗ ΘΡΑΚΗ

Κάποτε σε ένα μέρος της Θράκης υπήρχε ένας βασιλιάς. Ο βασιλιάς αυτός ήταν πολύ πλούσιος και είχε τρεις πολύ όμορφες κόρες. Μια μέρα καθώς καθότανε στον κήπο του ένας υπηρέτης του έδωσε μια επιστολή . Ο βασιλιάς το διάβασε και άρχισε να δακρύζει. Τότε ήρθε η πρώτη του κόρη και του λέει: γιατί κλαις και είσαι στεναχωρημένος πατέρα; Γιατί μου έστειλαν μήνυμα ότι πρέπει να πάω στο πόλεμο, αλλά εγώ είμαι γέρος και δεν μπορώ κόρη μου. Χμ! Και εγώ νόμιζα θα με παντρέψεις.Τότε του γύρισε τη πλάτη και έφυγε στεναχωρημένη και νευριασμένη. Μετά από λίγο ήρθε και η δεύτερη κόρη. Γιατί είσαι στεναχωρημένος πατέρα; ρώτησε η δεύτερη κόρη. Επειδή πρέπει να πάω στο πόλεμο αλλά εγώ δεν μπορώ είμαι γέρος και άρρωστος. Και εγώ νόμιζα σε απασχολεί πως να με παντρέψεις. Του γυρίζει τη πλάτη και φεύγει και η δεύτερη κόρη. Μετά από λίγο ήρθε η τρίτη κόρη. Γιατί κλαις πατέρα; ρώτησε η τρίτη κόρη. Ήρθαν οι άλλες και με πρόκοψαν, τώρα ήρθες και εσύ να με προ κόψεις, μικρή μου κόρη. Πες μπαμπά μου, πες, τι σε απασχολεί; Εντάξει θα σου πω! Μου έστειλαν μια επιστολή που λέει ότι πρέπει να πάω στο πόλεμο. Αλλά είμαι γέρος πως θα τα καταφέρω; Δεν πειράζει πατέρα, μη σε στεναχωρεί αυτό, θα πάω εγώ στο πόλεμο αντί για σένα. Ετοίμασε μου το καλό σου άλογο και φεύγω αύριο κιόλας.Ο βασιλιάς αφού δεν είχε άλλη επιλογή διέταξε τους υπηρέτες να ετοιμάσουν το καλό άλογο αλλά και να σφάξουν το γουρούνι για να ετοιμάσουν μια μεγάλη γιορτή προς τιμήν της κόρης του. Εκείνο το βράδυ έφαγαν και ήπιαν. Την άλλη μέρα ο βασιλιάς με βαριά καρδιά αποχαιρέτησε τη κόρη του. Η τρίτη κόρη άλλαξε το όνομα της σε Θοδωρή για να μη την αναγνωρίσουν. Τα χρόνια περνούσαν και ο Θοδωρής ξεχώριζε στη μάχη. Εκεί γνώρισε ένα παλικάρι το Γιώργη που ήταν και αυτός αρχοντόπουλο. Μετά από χρόνια όταν τέλειωσε ο πόλεμος, ο Γιώργης γύρισε στο παλάτι του πατέρα του. Εν τω μεταξύ στο παλάτι του πατέρα του Θοδωρή, ο βασιλιάς είχε αρρωστήσει από τη στεναχώρια του που άφησε τη κόρη του να πάει στο πόλεμο. Όταν έφτασε στο παλάτι, ο βασιλιάς της έφτιαξε ένα χρυσό σεντούκι, να τη φυλακίσει μέσα να μη τη ξανά χάσει εκείνη τη στιγμή ο βασιλιάς διέταξε τους υπηρέτες να σφάξουν δέκα πρόβατα για να γίνει μεγάλο γλέντι για να γιορτάσουν την επιστροφή της κόρης του. Εκείνο το βράδυ πέρασε ωραία για όλους. Ο Γιώργης όμως είχε παρακολουθήσει το Θοδωρή και κατάλαβε ότι κάτι παράξενο συμβαίνει. Κρύφτηκε στο παλάτι και περίμενε να τελειώσει το γλέντι και να κοιμηθούνε όλοι. Μετά το φαγοπότι ο βασιλιάς έκλεισε τη κόρη του στο χρυσό σεντούκι. Όταν κοιμήθηκαν όλοι ο Γιώργης μπήκε μέσα στο δωμάτιο που ήταν το σεντούκι και τι να δει. Ο βασιλιάς είχε ξεχάσει το κλειδί πάνω στο σεντούκι. Ο Γιώργης τον έβγαλε από εκεί και χαρούμενοι και οι δύο που αντάμωσαν πάλι πήγαν βόλτα με τα άλογα στην εξοχή. Όταν περάσαν από το ποταμό Έβρο, ο Γιώργης πρότεινε να κάνουν ένα μπάνιο για να δροσιστούν. Ο Γιώργης μπήκε στο ποτάμι να μπανιαριστεί και έλεγε στο Θοδωρή να μπει και αυτός μέσα. Ο Θοδωρής έλεγε ότι θα μπει αλλά έσφιγγε τα ζιγκιά (χαλινάρια) του αλόγου για να φύγει. Ο Γιώργης κατάλαβε το μυστικό του φίλου του και τον έβλεπε ότι ήταν πολύ ανήσυχος. Όταν ανέβηκε στο άλογο ο Γιώργης πέταξε το δαχτυλίδι του στο στόμα του φίλου του που του έσπασε ένα από τα μπροστινά δόντια και μετά του φώναξε δυνατά, καθώς εκείνος κάλπαζε μακριά: όπου και να πας θα σε βρω! Τότε ο Θοδωρής έφυγε και πήγε στο Διδυμότειχο, στο μαγαζί της θείας του. Ο Γιώργης άρχισε να ψάχνει τον φίλο του σε πολλά μέρη. Κοίταζε όλους τους ανθρώπους με σπασμένο το μπροστινό δόντι. Κάποια μέρα έφτασε και στο Διδυμότειχο. Εκεί συνάντησε το φίλο του, τη κοπέλα με το σπασμένο δόντι και την αναγνώρισε. Αυτή του αποκάλυψε το μυστικό της και του εξήγησε ότι όφειλε να το κάνει για να βοηθήσει το πατέρα της. Ο Γιώργης συγκινήθηκε από τη γενναιότητα της και τη μεγαλοψυχία της και τη ζήτησε σε γάμο. Εκείνη δέχτηκε και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Κωνσταντίνος Γεκτίδης

11°Δημ. Σχολείο Καλαμαριάς

4.Η ΦΤΩΧΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Σε ένα χωριό, στη Θράκη, ζούσε μια φτωχή γυναίκα που είχε τρία παιδιά. Πήγαινε κάθε μέρα στο σπίτι ενός πλούσιου και δούλευε εκεί σαν υπηρέτρια. Όταν έτρωγε αυτή η πλούσια οικογένεια, μετά η γυναίκα μάζευε το τραπέζι και κρατούσε τα ψίχουλα, δεν τα πετούσε και τα πήγαινε στα παιδιά της να τα φάνε. Τα παιδάκια της, έτρωγαν τα ψίχουλα και ήταν πάντα χαρούμενα και ευτυχισμένα. Αντίθετα, τα παιδιά της πλούσιας οικογένειας γκρίνιαζαν πάντα και ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένα με τίποτα. Ο πλούσιος το παρατήρησε αυτό και το ζήλεψε. Μια μέρα δεν την άφησε να πάρει άλλα ψίχουλα και την έστειλε στο σπίτι της με άδεια χέρια. Αυτό έγινε για αρκετές ημέρες συνεχόμενα. Τα παιδιά της φτωχής γυναίκας έκλαιγαν γιατί πεινούσαν. Η μαμά τους στο τέλος, μετά από μια εβδομάδα δεν άντεξε να γυρίσει στο σπίτι χωρίς έστω τα λιγοστά ψίχουλα που συνήθιζε να φέρνει. Για αυτό καταλυπημένη και πολύ απογοητευμένη, πήρε μια ξεραμένη κοπριά από το δρόμο και τη σκέπασε σε ένα σκεύος στο τζάκι. Τα παιδιά της κοιμόταν και ήταν μόνη μπροστά στη φωτιά. Κόντευε να τη πάρει ο ύπνος από τη κούραση και από τη στεναχώρια. Τότε ένας χτύπος ακούστηκε στην πόρτα. Σηκώθηκε και πήγε να ανοίξει παραξενεμένη. Ήταν ένας παππούλης, ήταν ο Χριστός. Η γυναίκα άνοιξε τη πόρτα και ο παππούς είπε : πήγαινε στο τζάκι να δείς τι έγινε η κοπριά. Μα παππούλη κοπριά είναι πως να γίνει ψωμί τόσο γρήγορα; Πήγαινε να δεις. Η γυναίκα πήγε και τι να δει. Ένα ψωμί όσο το μισό χέρι ενός μεγάλου ανθρώπου. Τα απιδιά ξύπνησαν και έφαγαν το ψωμί. Όταν πέθανε η οικογένεια του πλούσιου και της υπηρέτριας, το τραπέζι του πλούσιου ήταν ξερό, δεν είχε τίποτα. Ενώ της υπηρέτριας απ’ όλα.

Ελένη Γεκτίδη

11° Δημ. Σχολείο Καλαμαριάς

5. ΤΣΙΚΑΗΜ ΘΑ ΒΓΩ

Κάποτε, σε ένα χωριό της Θράκης υπήρχε ένας χωρικός, ο οποίος ήταν πατέρας τριών παιδιών. Μια μέρα πήγε σε ένα κοντινό χωριό, για να βρεί δουλειά. Μόλις έφτασε ζήτησε να του δώσουν ένα σπίτι, για να μείνει. Το βράδυ καθώς καθόταν δίπλα στο τζάκι, άκουσε μια φωνή από το ταβάνι που τού έλεγε : Τσικαήμ θα βγω! Ο χωρικός φοβήθηκε . Σε λίγο βρήκε κουράγιο και του απάντησε: Άμα είναι να βγεις, έβγα! Η φωνή ακούστηκε πάλι: Τσικαήμ θα βγω! Ο άντρας απάντησε πάλι , θαρραλέα: Άμα είναι να βγεις, έβγα! αυτή η σκηνή επαναλήφθηκε τρεις φορές. Ξαφνικά άνοιξε το ταβάνι και άρχισαν να πέφτουν φλουριά. Ο χωρικός πήρε τα φλουριά και πήγε να κοιμηθεί. Την επόμενη μέρα, αφού έκρυψε τα φλουριά καλά στο δωμάτιο, πήγε στη δουλειά του. Το απόγευμα γύρισε στο σπίτι. Όταν κόντευε να βραδιάσει άκουσε ένα χτύπο στη πόρτα. Ήταν ένας παππούλης που του είπε: τα φλουριά που βρήκες να τα αφήσεις στη θέση τους, αλλιώς θα πεθάνουν τα παιδιά σου! Ο χωρικός όμως δεν υπάκουσε. Σκέφτηκε και έκανε το εξής: πήρε ένα ξύλο μεγάλο φαρδύ και έκρυψε μέσα του τα φλουριά. Ύστερα το πέταξε στο ποτάμι. Τα ορμητικά νερά του ποταμού παρέσυραν το ξύλο μακριά. Λίγο πιο κάτω ήταν δυο παιδιά. Αυτά είδα ν το ξύλο από μακριά και είπαν ο ένας στον άλλο : να ένα ξύλο για τον αφέντη μας, τέτοιο που θέλει για να κόβει τα αρνιά του. Κι έτσι το πήραν και το πήγαν στο αφεντικό τους. Εν τω μεταξύ ο χωρικός τους είδε από μακριά και τους ακολούθησε. Τα παιδιά έδωσαν το ξύλο στον αφέντη τους και εκείνος πήγε να το χρησιμοποιήσει. Τότε εμφανίστηκε ο χωρικός και τους είπε ότι μέσα στο ξύλο είχε φλουριά. Αυτοί έμειναν με ανοιχτό το στόμα. Το αφεντικό τους πρότεινε να τα μοιραστούν. Ο χωρικός δεν ήθελε, γιατί φοβόταν ότι μπορεί να πεθάνουν τα παιδιά του. Το αφεντικό όμως δεν ήθελα να πάρει όλα τα λεφτά. Γι’ αυτό είπε κρυφά στη γυναίκα του να ζυμώσει ψωμί και να βάλει μερικά φλουριά μέσα σε μια πουγάτσια (μεγάλο καρβέλι ψωμιού). Όταν αποχαιρέτησαν τον χωρικό, του έδωσαν ένα καρβέλι ψωμί για το δρόμο, που είχε μέσα τα φλουριά. Καθώς περπατούσε, ο χωρικός συνάντησε ένα τσομπάνη που βοσκούσε τα πρόβατα και έτρωγε μπομπότα. Ο χωρικός του πρόσφερε τη πουγάτσια το ψωμί και του ζήτησε τη μπομπότα. Ο τσομπάνης δέχτηκε και ο χωρικός το πήρε και έφυγε. Ο τσομπάνης που δούλευε για άλλο αφεντικό, μόλις δάγκωσε το ψωμί, κατάλαβε ότι μέσα έχει φλουριά. Το κράτησε μυστικό, γύρισε στο αφεντικό του και έφυγε από τσομπάνης. Με τα λεφτά αυτά αγόρασε σπίτια και κτήματα πολλά και έζησε πλούσια. Ενώ ο χωρικός που ήταν φτωχός παρέμεινε για πάντα φτωχός!

Φρειδερίκη Γεκτίδη

11° Δημ. Σχολείο Καλαμαριάς

6.Ο ΞΕΣΗΚΩΜΟΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Ο πρώτος ξεσηκωμός τω Θρακιωτών έγινε το 1914. Οι άνθρωπο αυτοί έμεναν για περίπου 2 χρόνια στην Ελλάδα και έπειτα ξαναγύρισαν πίσω! Η τελική επιστροφή τους όμως έγινε το 1922 και εγκαταστάθηκαν σε διάφορους νομούς της Ελλάδας όπως η Δράμα, η Καβάλα, η Ξάνθη, η Κομοτηνή, η Αλεξανδρούπολη κα. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν στην Ελλάδα με κάρα, έχοντας μαζί τα υπάρχοντα τους, όσα βέβαια μπορούσαν να μεταφέρουν. Επίσης μαζί τους πήραν και μερικά από τα οικόσιτα ζώα τους όπως πρόβατα, αγελάδες, κότες, τα οποία θα τους βοηθούσαν στο ξεκίνημα της νέας τους ζωής στην Ελλάδα. Το ταξίδι προς την Ελλάδα δεν ήταν εύκολο. Οι άνθρωποι αυτοί άφησαν πίσω τις περιουσίες τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους και ήρθαν στη Ελλάδα για ένα νέο ξεκίνημα. Ενώ ήταν Έλληνες πρόσφυγες τους ονόμαζαν Τούρκους και δεν τους ήθελαν. Πέρα από τις κακουχίες και τις κακοτοπιές οι άνθρωποι αυτοί ήταν περήφανοι και παρά το δύσκολο ξεκίνημα και τη νέα αρχή προσπαθούσαν για το καλύτερο δίχως να το βάζουν κάτω. Ένα από τα χωριά αυτά στα οποία εγκαταστάθηκαν ήταν το Καλαμπάκι Δράμας. Εκεί άλλοι έμειναν σε Τούρκικα σπίτια τα οποία βρήκαν έτοιμα, και άλλοι σε τσαντίρια. Το χωριό αυτό δεν ήταν από τα πιο κατάλληλα για να εγκατασταθούν. Δεν υπήρχε ούτε καν πόσιμο νερό. Υπήρχε ένα μεγάλο Τούρκικο πηγάδι το οποίο ονόμαζαν “ πηγάδα”. Ήταν στη μέση του χωριού και από εκεί έπαιρναν νερό όλοι οι κάτοικοι για να πιουν, να πλυθούν και να ποτίσουν τα ζώα τους. Ένα ακόμη μειονέκτημα του χωριού αυτού ήταν ότι ήταν έλος. Ένας απέραντος βάλτος με στεκούμενα νερά. Όπως όλα τα έλη ήταν γεμάτο βρωμιά και κουνούπια τα οποία όπως ήταν φυσικό έφερναν την ελονοσία. Οι άνθρωποι και ιδιαίτερα τα μικρά παιδιά πέθαιναν με μεγάλη συχνότητα. Υπήρχαν πάρα πολλές δυσκολίες σε αυτό το νέο ξεκίνημα, σε αυτή τη νέα αρχή που προσπαθούσαν να κάνουν οι άνθρωποι αυτοί. Σιγά σιγά όμως μετά την πάροδο κάποιων ετών όλα τα προβλήματα ξεπεράστηκαν. Σαν προκομμένοι και νοικοκύρηδες εκμεταλλεύτηκαν τις καλαμιές που υπήρχαν λόγο των βάλτων και έγιναν καλαθάδες και καρεκλάδες. Ασχολήθηκαν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και σε αυτό τους βοήθησε πολύ το κράτος το οποίο με τα χρόνια μάζεψε τα στεκάμενα νερά και τα οδήγησε σε κανάλια τα οποία υπάρχουν μέχρι σήμερα. Ολόκληρη η περιοχή αποψιλώθηκε δημιουργώντας ένα εξαιρετικά γόνιμο και έφορο έδαφος βοηθώντας πολύ τη γεωργία η οποία ανθεί έως σήμερα.

Μαρία Ζωγράφου

23° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

7. ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

Είμαι η γιαγιά Αναστασία, η ιστορία που θα σας πω είναι ένα κομμάτι από τη ζωή του πατέρα μου του Ανδρέα, από τον πόλεμο του 40. τον Οκτώβριο του 1940 οι Ιταλοί μας κήρυξαν τον πόλεμο, δηλαδή ήθελαν να μπούνε στην Ελλάδα από την Αλβανία και να την κάνουν Ιταλική. Ο Ιωάννης Μεταξάς ο πρωθυπουργός, απάντησε ΟΧΙ, δεν θα μπείτε στην Ελλάδα. Κήρυξε τότε γενική επιστράτευση. Κάλεσε όλους τους Έλληνες από 20 μέχρι 40 χρονών να παρουσιαστούν στο στρατό, για να πολεμήσουν τους Ιταλούς. Ο πόλεμος μας έγινε στα βουνά της Ηπείρου, στα σύνορα με την Αλβανία. Εκείνο λοιπόν το φθινόπωρο του 1940 όλες οι οικογένειες που είχαν άντρες σε αυτές τις ηλικίες, αναστατώθηκαν. Το πατριωτικό αίσθημα τις έκανε που θα έδιναν για χάρη της πατρίδας τους, τα πιο αγαπημένα τους πρόσωπα. Τα παιδιά τους, τα αδέρφια τους, τους άνδρες τους, τους πατέρες τους. Από την άλλη μεριά η αγωνία για την τύχη της ζωής των αγαπημένων τους ήταν μεγάλη. Από τη δική μας οικογένεια έφευγε ο άνδρας και πατέρας της οικογένειας,ο πατέρας μου ο Ανδρέας. Το φθινόπωρο λοιπόν εκείνο στο σταθμό της Κομοτηνής όπου θα γινόταν ο αποχαιρετισμός, ψιλόβρεχε. Τα φθινοπωρινά φύλλα πεσμένα κάτω, χρυσοκίτρινα, καφεκόκκινα, στροβιλίζονται από το βροντερό αέρα, αποχαιρετώντας τα παλικάρια που έφευγαν. Φθινόπωρο επικρατούσε και στη ψυχή της μητέρας μου Μαρίας. Την καρδιά της σαν πύρινα καρφιά την τρυπούσαν η θλίψη, και η αγωνία για το μέλλον. Έφευγε ο προστάτης της οικογένειας, τώρα ποίος θα φροντίζει για αυτούς ; Ευτυχώς υπήρχε ο παππούς ο Κυριάκος. Φάνηκε ότι ήταν το πολυτιμότερο στήριγμα, στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν για την κόρη του και τον εγγονό του. Στο σταθμό η μαμά μου προσπαθεί να συγκρατήσει τα δάκρυα της . Ντρέπεται κιόλας γιατί γύρω τους γίνεται πανζουρλισμός. Ο ενθουσιασμός όλων που έχουν μαζευτεί στο σταθμό εκδηλώνεται με φωνές, με τραγούδια πατριωτικά, με προφητείες για λαμπρές νίκες των Ελλήνων. Μαντίλια ανεμίζουν, ακούγονται υποσχέσεις επιστροφής από τους στρατιώτες που φεύγουν, παρηγορητικά λόγια από τους γονείς και τα αδέρφια των επιστρατευμένων. Η μητέρα μου κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά της τον τετράχρονο Γιώργο και αποχαιρετούν τον πατέρα βουβοί τώρα πια. Το τραίνο έχει ξεκινήσει. Παίρνει μαζί του τη χαρά της ζωής όλων. Σε πολύ λίγα χρόνια από το γάμο των γονιών μου, τα όνειρα τους για μια πιο όμορφη ζωή, τα πλάκωσε η φοβέρα του πολέμου. Η αβεβαιότητα του γυρισμού του πατέρα μου, η θλίψη και η μοναξιά από την απουσία του. Η αγωνία για το οικονομικό τους μέλλον. Διότι οι γυναίκες της εποχής εκείνης στηρίζονταν ηθικά και οικονομικά στους άνδρες τους. Η επιστροφή από το σταθμό στο σπίτι ήταν μοναξιά, ήταν παγωνιά ψυχής, ήταν θλίψη, ήταν κλάμα κρυφό και φανερό. Γιατί μια μάνα πρέπει να εμψυχώνει το μικρό της παιδί. Και ο παππούς, πόσο μπορεί ένας πατέρας να εμψυχώσει τη κόρη του σε τέτοιες δύσκολες εποχές. Η συμβολή του όμως ήταν πολύ ουσιαστική. Ήταν το ηθικό και οικονομικό τους στήριγμα. Στην Κομοτηνή οι γυναίκες από την άλλη μεριά, οργανώθηκαν κιόλας σε ομάδες. Άλλες φρόντιζαν να μαζεύουν χρήματα ή τρόφιμα, για να τα μοιράζουν στις πολύ άπορες οικογένειες. Άλλες μαζευόταν σε σπίτια και ξενυχτούσαν, κάνοντας νυχτέρι όπως έλεγαν, έπλεκαν γάντια, κάλτσες, κασκόλ, φανέλες, για τους στρατιώτες μας, γιατί ο χειμώνας ήταν μπροστά, και όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων πολύ βαρύς. Είναι χαρακτηριστικό μου έλεγε η μητέρα μου ότι τα κορίτσια και οι νεαρές γυναίκες, όπως εκείνη, ξήλωναν ότι μάλλινο είχαν στη προίκα τους, κουβέρτες ή σεντόνια, ή άλλα πλεκτά, για να πάρουν το μαλλί και να το ξαναπλέξουν για τους φαντάρους μας. Πίστευαν ότι έτσι θα ζέσταναν τα σώματα αλλά και τις ψυχές των στρατευμένων μας, γιατί εκείνοι όταν θα τα έπαιρναν θα χαιρόταν πολύ, ότι κάποιοι τους σκέφτονται στην ερημιά των βουνών της Αλβανίας. Μετά από πολύ καιρό έφτασε στο σπίτι μας το πρώτο γράμμα από το πατέρα μου. Ήταν υπερήφανος έλεγε για αυτό το ελάχιστο που πρόσφερε στη πατρίδα του. Την παρουσία του στο μέτωπο. Αν τύχαινε και δεν γύριζε, ήθελε να είναι και εκείνοι περήφανοι για αυτόν. Όμως ήταν σίγουρος ότι θα γύριζε, και θα γύριζε νικητής μαζί με όλους τους Έλληνες, και τότε θα έφερνε στο γιο του σαν λάφυρο από το πόλεμο ένα φτερό, από κάποιο καπέλο Ιταλού φαντάρου. Ένα λάφυρο νίκης. Το εκλεκτό σώμα των Ιταλών αλπινιστών, με τους οποίους ο Μουσολίνι έλεγε ότι θα πήγαινε περίπατο στην Ελλάδα, είχαν στα καπέλα τους ένα φτερό. Για άγνωστους λόγους δεν ήρθε ποτέ στο Γιώργο όταν γύρισε ο πατέρας μου. Όχι γιατί δεν μπορούσε αλλά ίσως γιατί δεν ήθελε να έχει τίποτε το εχθρικό σπίτι του. Ίσως γιατί τα βλήματα που έφυγαν από το όπλο του, δεν είχαν σκοπό να σκοτώσουν έναν άνθρωπο, αλλά απλώς ήταν χρέος προς τη πατρίδα. Τις λεπτομέρειες αυτού του πολέμου δεν τις έμαθα από τον πατέρα μου, αλλά από την ιστορία όταν γράφτηκε αργότερα. Ο πατέρας μου απλά μας επιβεβαίωνε τις σκηνές που βλέπαμε στα έργα, ή διαβάζαμε στα βιβλία. Ότι δηλαδή ο χειμώνας ήταν σφοδρός , πολύ χιόνι έπεφτε στα βουνά. Χιόνι που σε καλές συνθήκες ειρήνης εμείς στις πόλεις το χαιρόμαστε, παίζοντας χιονοπόλεμο ή κάνοντας χιονάνθρωπο. Το χιόνι εκείνο το χειμώνα ήταν θέμα ζωής ή θανάτου, νίκης ή ήττας. Ο ανεφοδιασμός των στρατιωτών μας ήταν πολύ δύσκολος. Πολλοί ήταν οι στρατιώτες που πέθαιναν από την ταλαιπωρία, γιατί δεν μπορούσαν να αντέξουν το ανέβασμα στα βουνά μέσα στο πυκνό χιόνι. Άλλοι πάθαιναν κρυοπαγήματα και εγκατέλειπαν τον αγώνα. Ο μπαμπάς Ανδρέας άντεξε. Στα γράμματά του τους έγραφε ότι του έλειπαν, αλλά ότι ήταν γερός, ήταν καλά. Αυτό παρηγορούσε την οικογένεια και τόνωνε το ηθικό της. Ότι θα γύριζε γρήγορα τους έγραφε και πραγματικά γύρισε. Ο γυρισμός όμως δεν είχε καμία σχέση με τον ενθουσιασμό του αποχωρισμού. Όταν οι Γερμανοί, οι σύμμαχοι των Ιταλών μπήκαν και κατέλαβαν την Ελλάδα, ο ηρωικός Ελληνικός στρατός για τον οποίο ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Τσώρτσιλ σε ένα πύρινο λόγο του στη βουλή είπε ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες και οι Έλληνες σαν ήρωες, επέστρεψε στα σπίτια του. Ο μπαμπάς Ανδρέας με όλους όσους προερχόταν από τη Θράκη, πήραν το τρένο για τη Θεσσαλονίκη. Όμως τρένα δεν υπήρχαν όπως σήμερα, έπρεπε να περιμένουν μέρες πολλές τη σειρά τους, και πολλές φορές δεν τους χωρούσε όλους το τρένο. Τότε πολλοί αποφάσιζαν να κάνουν τη διαδρομή μέχρι το σπίτι τους με τα πόδια. Μεταξύ αυτών και ο πατέρας μου. Χρήματα δεν είχαν, επέζησαν χάρη στη φιλοξενία των ανθρώπων των χωριών που συναντούσαν στο δρόμο τους. Τους έπαιρναν στα σπίτια, τους κοίμιζαν ένα, δύο βράδια, τους έδιναν λίγο ψωμί και τους αποχαιρετούσαν. Η διαδρομή αυτή ήταν σαν τον πόλεμο. Βροχές, λάσπες, χιόνια, πείνα, κούραση. Υπήρχε και ο κίνδυνος να πάρουν λάθος δρόμο, γιατί οι δρόμοι τότε ήταν μονοπάτια, χωρίς σήμανση όπως σήμερα, να ταλαιπωρηθούν, να αρρωστήσουν, να πεθάνουν. Ο πατέρας μου γύρισε. Κουβάλησε όμως μαζί του πολλά κακά. Ψυχικά τραύματα. Ποιος ξέρει τι δυσκολίες συνάντησε στο πόλεμο που δεν ήθελε για πολλά χρόνια να διηγηθεί εικόνες να είδαν τα μάτια του, που φαίνεται τις κουβαλούσε μαζί του σαν εφιαλτικά όνειρα. Κουβάλησε τους ρευματισμούς του, πόνους δηλαδή στα γόνατα και στις άλλες αρθρώσεις, που τον ταλαιπώρησαν όλα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, που επηρέασαν τη δουλειά του, γιατί ήταν ράφτης και δυσκολευόταν να χρησιμοποιήσει τις ποδοκίνητες μηχανές του. Επακόλουθο ήταν οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας. Σαν ράφτης που ήταν, θυμήθηκε και μας διηγήθηκε, ότι σε κάποια διαλείμματα του πολέμου, ασκούσε το επάγγελμα του ράβοντας κουμπιά στα χιτώνια ή στα παλιά σχισμένα παντελόνια και ότι άλλο χρειαζόταν. Μάλιστα όταν διόρθωσε το παλτό κάποιου ανώτερου του πήρε πολλούς επαίνους για τη καλή του δουλειά, πράγμα που λειτούργησε πολύ θετικά στην ψυχολογία του. Μια φορά αφότου είχε επιστρέψει και η ζωή είχε βρει τους διαφορετικούς της ρυθμούς, σε σχέση με πριν από το πόλεμο, του ήρθε η όρεξη να μας διηγηθεί κάτι από αυτόν. Όταν επέστρεψε στο σπίτι το βράδυ εκείνο από τη δουλειά του, είχε παραδώσει και το τελευταίο παντελόνι στους πελάτες, διότι ήταν παραμονή Χριστουγέννων, κουβαλούσε ένα καλάθι με κάστανα και φιρίκια μήλα. Φαίνεται ότι θα είχε πιει και κανένα ουζάκι με τους φίλους του, γιατί ήταν ασυνήθιστα πρόσχαρος. Γύρω στην ξηλόσομπα μας ψήναμε τα κάστανα. Και ρώτησε τότε αν θέλαμε να ακούσουμε μια ιστορία από το πόλεμο. Είναι μεγάλη τύχη, άρχισε να μας λέει που γύρισα ζωντανός. Εγώ βέβαια το λέω θεία χάρη, θεία βοήθεια, θεία προστασία. Ακούστε τι συνέβη. Όλες οι ώρες της ημέρας και της νύχτας δεν ήταν πολέμου. Σε μια τέτοια ώρα ανάπαυλας, καθόμαστε εγώ και η ομάδα μου σε μια πλαγιά, περιμένοντας διαταγές με τα όπλα στο χέρι. Τέτοιες ώρες κανείς δεν έχει όρεξη για λόγια. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι κάτι έλεγαν για την οικογένεια, για τα παιδιά τους, έτσι για να περάσει η ώρα. Στην άλλη πλαγιά, μια άλλη ομάδα έλεγαν και γελούσαν. Είπα να πάω να κάνω ένα τσιγάρο μαζί τους. Κατηφόρισα από το δικό μας λόφο, και ξανά ανηφόρισα στην άλλη παρέα. Δεν πρόλαβα να ανάψω το τσιγάρο μου και ένας εκκωφαντικός θόρυβος έριξε το τσιγάρο από το χέρι μου. Πέσαμε όλοι κάτω. Σε λίγο όταν σηκωθήκαμε είδα με έκπληξη, ότι ένας όλμος είχε πέσει την ομάδα μου, που είχα εγκαταλείψει για λίγο, για ένα τσιγάρο. Θεώρησα ότι είχε συμβεί ένα θαύμα. Προσευχήθηκα τότε και υποσχέθηκα στο Θεό, ότι αν γύριζα ζωντανός στο σπίτι μου, θα πήγαινα με τα παιδιά να προσκυνήσουν τον Άγιο Νικόλαο. Πρέπει να κάνω μια παρένθεση εδώ και να πω, ότι ο πατέρας μου πραγματοποίησε την υπόσχεση του. Το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου βρίσκεται μέσα στη λίμνη Βιστονίδας, είναι μεγάλο προσκύνημα για το τόπο μας, όπως και η παναγία η φανερωμένη και απέχει από τη Κομοτηνή 20 με 25 χιλιόμετρα περίπου. Από τα παιδιά της ομάδας μου, ένας μόνος ζούσε, βαριά όμως τραυματισμένος. Είναι ο συμπατριώτης μας ο κυρ- Αναγνώστης που έχει το περίπτερο έξω από τη Παναγία την εκκλησία. Όλη η οικογένεια είχαμε μείνει άφωνοι, χαρούμενοι όμως για αυτό που είχε συμβεί στον δικό μας πατέρα. Και επειδή αυτή τη βραδιά είχε κέφια, μας διηγήθηκε και ένα ευτράπελο. Ένα βράδυ φύλαγε σκοπός. Κρύο, αέρας, βροχή, κούραση και φόβος για το τι θα συμβεί την άλλη στιγμή, τον είχαν καταβάλλει. Κάποια στιγμή αισθάνεται ένα χέρι να ακουμπάει τον ώμο του. Γυρίζει απότομα με εφ’ όπλου λόγχη έτοιμος να πυροβολήσει νομίζοντας ότι ήταν κάποιος εχθρός. Ε ! Συνάδελφε! Ο Γιάννης είμαι. Ήρθα να σε κεράσω ένα τσιγάρο, και να κάνουμε παρέα γιατί δεν έχω ύπνο. Έτσι κάπως πιο ευχάριστα, από τη μοναξιά και την αγωνία πέρασε εκείνη η σκοπιά. Αυτά είναι όσα μας είπε ο πατέρας μου για τον πόλεμο που έζησε. Τα άλλα, τα πολλά, τα κράτησε στη ψυχή του, και τα πήρε μαζί του στο μακρινό του ταξίδι.

Φιλιώ Σαββίδου

77° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

8. ΓΙΑΝΝΗ ΓΙΑΝΝΗ ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ

Ο Γιάννης έφυγε από το σπίτι του όταν ήταν ακόμη μικρό το παιδί του. Λεφτά δεν είχε για να ζήσει την οικογένεια του, ούτε δουλείες στο χωριό που ζούσε. Άφησε λοιπόν γυναίκα και παιδί και έφυγε μακρια να δουλέψει, να βγάλει πολλά λεφτά και να γυρίσει πίσω να ζήσουν σαν πλούσιοι.Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς αποφάσισε πως είχε μαζέψει πια πολλά λεφτά και ήταν καιρός να γυρίσει πίσω. Ετοίμασε τα πράγματα του και είπε στο αφεντικό του : «Αφεντικό είναι καιρός να γυρίσω στο σπίτι μου, στη γυναίκα και στο παιδί μου, σε χαιρετάω λοιπόν, να είσαι καλά.» Το αφεντικό του, τον αγκάλιασε, τον χαιρέτησε και ο Γιάννης πήρε το δρόμο του γυρισμού. Δεν είχε κάνει όυτε δέκα βήματα, όταν το αφεντικό του, τον φώναξε «Γιάννη, Γιάννη γύρνα πίσω να σου δώσω μια συμβουλή». Γυρίζει λοιπόν ο Γιάννης και το αφεντικό του του λέει: «Δώσε μου μια λίρα να σου δώσω μια συμβουλή». Βγάζει ο Γιάννης μια λίρα και του τη δίνει. «Όταν βλέπεις κάτι παράξενο, να μην είσαι περίεργος και να μη ρωτάς τι είναι» του λέει το αφεντικό του. Ο Γιάννης τον ευχαρίστησε για τη συμβουλή και ξεκίνησε πάλι. Δεν είχε κάνει δέκα βήματα όπου του ξανά φώναξε : «Γιάννη, Γιάννη γύρνα πίσω να σου δώσω μια συμβουλή». Ξαναγυρνάει λοιπόν ο Γιάννης και του λέει πάλι το αφεντικό του :«Δώσε μου μια λίρα να σου δώσω άλλη μια συμβουλή». Του δίνει λοιπόν μια λίρα και του λέει το αφεντικό «μη βάλεις στο στόμα σου σταγόνα ποτό». Και πάλι ευχαρίστησε το αφεντικό και ξεκίνησε να φύγει. Και πάλι τον ξαναφώναξε πίσω «Γιάννη, Γιάννη γύρνα πίσω να σου δώσω μια συμβουλή». Δίνει πάλι μια λίρα και του λέει «όταν θυμώνεις, το θυμός σου να τον κρατάς για την άλλη μέρα». Χαιρέτησε λοιπόν για τελευταία φορά το αφεντικό του και έφυγε. Μετά από ώρες περπάτημα βλέπει στο δρόμο ένα φοβερό θέαμα. Άνθρωποι σκοτωμένοι και κάποιον να στέκεται πιο πέρα. Αμέσως θέλησε να ρωτήσει τι συνέβη αλλά θυμήθηκε το αφεντικό του και την πρώτη συμβουλή του. «Όταν βλέπεις κάτι παράξενο, να μην είσαι περίεργος και να μη ρωτάς τι είναι». Προχώρησε λοιπόν και δε ρώτησε. Τότε ο άνθρωπος που είχε δει τον φωνάζει και τον ρωτάει :«γιατί δεν με ρώτησες ποιοι είναι αυτοί οι σκοτωμένοι;»,«δεν είμαι περίεργος», απαντάει ο Γιάννης. «Τότε θα σου χαρίσω τη ζωή. Όσοι περνούσαν από εδώ και ρωτούσαν, τους σκότωνα γιατί σιχαίνομαι τη περιέργεια. Είσαι ο πρώτος που δεν ρώτησε». Έντρομος ο Γιάννης απομακρύνθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και συνέχισε το δρόμο του. Μόλις έφτασε το βράδυ έψαξε και βρήκε ένα πανδοχείο να περάσει τη νύχτα. Κάθισε να φάει κάτι πριν κοιμηθεί. Όλοι στην τραπεζαρία πίνανε γιατί κάποιος τους κερνούσε όμως ο Γιάννης θυμήθηκε τη δεύτερη συμβουλή του αφεντικού του και δεν έβαλε γουλιά στο στόμα του. Όσοι είχαν πιει κοιμήθηκαν τόσο βαριά, που δεν κατάλαβαν αυτόν που μπήκε στα δωμάτια τους το βράδυ και τους έκλεψε ότι πολύτιμο είχαν. Ο Γιάννης μόνο κοιμόταν ελαφριά και έτσι δεν κατάφεραν να τον κλέψουν και αυτόν. Μετά από δύο ακόμη μέρες δρόμο έφτασε επιτέλους στο σπίτι του. Ήταν αργά το βράδυ, και πριν χτυπήσει τη πόρτα, κοίταξε κλεφτά από το παράθυρο. Βλέπει τότε τη γυναίκα του να αγκαλιάζει ένα παλικάρι και να του χαϊδεύει τα μαλλιά. «Η γυναίκα μου δεν με περίμενε και ξαναπαντρεύτηκε». Και θύμωσε πάρα πολύ. Τότε θυμήθηκε το αφεντικό του που του είχε πει το θυμό του να τον κρατάει για την άλλη μέρα και βρήκε ένα μέρος να περάσει τη νύχτα με σκοπό να πάει την άλλη μέρα στο σπίτι του. Την άλλη μέρα το πρωί καθώς πλησίαζε στο σπίτι του, βλέπει το παλικάρι να βγαίνει από το σπίτι και να φωνάζει στη γυναίκα του «μητέρα θα αργήσω σήμερα στη δουλειά. Μη με περιμένεις να φάμε το μεσημέρι.». «Αχ, τι θα πάθαινα!» φώναξε ο Γιάννης. Το παιδί μου ήταν, και εγώ θύμωσα τόσο χτες που θα του έκανα κακό. Τι καταστροφή θα παθαίναμε! Νιώθοντας ευγνωμοσύνη για τις συμβουλές του αφεντικού του, αγκάλιασε τη γυναίκα του και το παιδί του, αφού τους φανέρωσε ποιος ήταν, και κλαίγανε και οι τρεις για πολύ ώρα. Τους έδειξε μετά και όλες τις λίρες που είχε μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Πρόδρομος Αντωνιάδης

15° Δημ. Σχολείο Καλαμαριάς

9. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΛΑΙΣΤΗ

Κάποτε, αρχές του 20ου αιώνα, στην όμορφη Τσατάλτζα της Ανατολικής Θράκης ζούσε ένας εργατικός, έξυπνος και γεροδεμένος γεωργός, ο Κυριάκος Αλεξανδρίδης. Δούλευε σκληρά και με μεράκι, και όλοι τον θαύμαζαν για τις αντοχές του, την επιμονή του αλλά και για την καλοσύνη, την τιμιότητα και την ευγένεια του. Ήρθε μια μέρα που, μετά από σκληρή δουλειά, αποφάσισε να βγει μια βόλτα. Καθώς περπατούσε ξέγνοιαστος, είδε από μακριά μια κοπέλα, όμορφη και στολισμένη τόσο ωραία, που φεγγοβολούσε κάτω από το φως του καυτού μεσημεριανού ήλιου. Φαινόταν να είναι από αρχοντική γενιά και περπατούσε στητή και καμαρωτή στο δρόμο, με το πατέρα της για συνοδό. Ο Κυριάκος θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Γύρισε όλη τη περιοχή και ρώτησε πολλούς, ακόμη και μικρά παιδιά αν γνώριζαν ποια ήταν η κοπέλα. Μα κανένας δεν ήξερε να του πει ποια ήταν αυτή η ξένη αρχόντισσα και από που καταγόταν. Στο τέλος ένας σοφός ηλικιωμένος του είπε πως το όνομα της ήταν Ολυμπιάδα, και πως μαζί με το πατέρα της, τον αφέντη Ζησάκη, κατοικούσαν στο μεγάλο αρχοντικό που δέσποζε στα προάστια της πόλης. Ο σοφός που γνώριζε πολλά, του είπε επίσης ότι την κοπέλα δεν την έβλεπαν συχνά στα μέρη τους. Και αυτό γιατί ο αυστηρός πατέρας δεν ήθελε να την αντικρίσουν οι ταπεινοί χωρικοί και να τους τυφλώσει η ομορφιά της. Ήθελε ένα γαμπρό με περιουσία, σπουδαγμένο και διάσημο. Ο καημένος ο Κυριάκος αναστέναξε, αφού ούτε μορφωμένος ήταν ούτε διάσημος. Καλλιεργούσε ένα μικρό χωράφι που ίσα ίσα έφτανε για να τον θρέψει. Όμως δεν έχασε την ελπίδα του και απέδειξε για ακόμη μια φορά την υπομονή και την επιμονή του. Γύρισε λοιπόν στο σπίτι του και άρχισε να καταστρώνει τολμηρά και παράξενα σχέδια, μέχρι που ήρθε το απόβραδο και ένιωσε μια νύστα να τον τυλίγει, μια πολύ μεγάλη επιθυμία να πέσει στο κρεβάτι του και να τον ταξιδέψει ο ύπνος μαγικά. Αλλά συνέχισε να σκέφτεται. Ξαφνικά ! Μια ιδέα άστραψε στο μυαλό του, μια νότα μέσα στη συμφωνία της νύστας, της αποφασιστικότητας και της σκέψης. Σίγουρα ο πατέρας της Ολυμπιάδας θα τον έδιωχνε αμέσως μόλις έβλεπε ότι ήταν ένας ταπεινός γεωργός. Φοβόταν μάλιστα ότι θα αδιαφορούσε τελείως για το χαρακτήρα του, για την εργατικότητα και την τιμιότητα του. Ίσως οι υπηρέτες να μην του επέτρεπαν καν τη είσοδο, ξέροντας τον αφέντη τους και τις επιθυμίες του, αφού η εμφάνιση του θα μαρτυρούσε τη φτωχική καταγωγή του. Αν όμως ο Κυριάκος έστελνε την προξενήτρα; Τη γνώριζε καλά από το πατέρα και την μητέρα του, γιατί αυτή τους είχε ζευγαρώσει. Ο άρχοντας θα νόμιζε ότι τη στέλνει κανένας φημισμένος, μορφωμένος και πλούσιος, και θα την άφηνε τουλάχιστον να τον συναντήσει. Έτσι, το επόμενο πρωινό, προτού αρχίσει την κουραστική του δουλειά, πέρασε από το σπίτι της προξενήτρας για να ζητήσει τη μεγάλη αυτή χάρη. Όταν η προξενήτρα του άνοιξε τη πόρτα, αναφώνησε: «καλώς τον Κυριάκο! Τι θέλεις, παιδί μου;». Ο Κυριάκος ότι είχε συμβεί και μετά γονάτισε μπροστά της και της ζήτησε παρακαλεστά τη μεγάλη χάρη. Η προξενήτρα η καρα-Μάρω, το σκέφτηκε για πολύ ώρα, ζυγιάζοντας τη κατάσταση, και τελικά του απάντησε με ένα μεγάλο χαμόγελο: «το σχέδιο σου να μην πας ο ίδιος στον άρχοντα είναι έξυπνο και φρόνιμο. Και επειδή γνωρίζω εσένα και την οικογένεια σου από χρόνια, θα σου κάνω το χατίρι. Όμως εντάξει ο άρχοντας να με δεχτεί, αλλά έπειτα….η κατάσταση σου και η καταγωγή σου θα τον εξοργίσουν, αφού ξέρεις κάθε άρχοντας θέλει γαμπρό πλούσιο και σπουδαίο. Όσο και να παινέψω τα μεγάλα χαρίσματα σου, ψέματα για σένα δεν μου κάνει η καρδιά να πω». Η προξενήτρα τον κοίταξε με περίλυπο ύφος. Αυτός αναστέναξε, αλλά μετά σοβάρεψε και της είπε με στόμφο: «τα πάντα είναι στο χέρι σου τώρα, ακόμα και είναι πολύ πιθανό να αρνηθεί, θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα προσπαθήσεις σκληρά. Η ελπίδα πεθαίνει πάντοτε τελευταία!». Ακούγοντας τα λόγια του, εκείνη συγκινήθηκε και του υποσχέθηκε να βάλει τα δυνατά της για να πείσει τον πατέρα της Ολυμπιάδας. Έτσι, λίγη ώρα αργότερα, η προξενήτρα κίνησε για την πόλη και ο Κυριάκος για το χωράφι του. Με την ελπίδα βαθιά μέσα του, ο Κυριάκος δούλευε ακόμα πιο πολύ, ακούραστος πάντα. Όμως ένιωθε ανήσυχος και συνέχεια αναλογιζόταν την προσπάθεια της κυρα-Μάρως. Οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά αργά για αυτόν, ενώ η ελπίδα του λες και είχε βουλιάξει σε μια απύθμενη τάφρο και είχε χαθεί για πάντα. Το βράδυ είχε άσχημους εφιάλτες. Έβλεπε τον άρχοντα που γινόταν έξαλλος και ξεσπούσε πάνω στη προξενήτρα. Διέταζε ύστερα, λέει, να τον φυλακίσουν μαζί της στα ανήλιαγα μπουντρούμια του αρχοντικού. Τέτοια και άλλα απαίσια, τρομαχτικά όνειρα τον γέμιζαν αγωνία και τον έκαναν να ξυπνάει αρκετές φορές καταμεσής της νύχτας. Ώσπου την επόμενη μέρα, καθώς δούλευε στο χωράφι του, είδε την σκυφτή και ταλαιπωρημένη σιλουέτα της προξενήτρας. Αμέσως παράτησε τα εργαλεία του και έτρεξε σαν σίφουνας προς το μέρος της. Παρατήρησε το απογοητευτικό βλέμμα της και η ανησυχία του κορυφώθηκε. Εκείνη άνοιξε το στόμα της και αργά αργά είπε: «Λυπάμαι, Κυριάκο μου, αλλά ο πατέρας της Ολυμπιάδας είναι αμετάπειστος». Ύστερα του είπε τι είχε συμβεί στη πόλη. Όπως είχαν προβλέψει, ο άρχοντας την είχε δεχτεί με χαρά στην αρχή. Όταν όμως τη ρώτησε ποιος ήταν αυτός που την είχε στείλει, εκείνη διστακτικά του είπε τα πάντα για τον Κυριάκο, για την εργατικότητα, την τιμιότητα και τη λεβεντιά του, χωρίς να κρύψει όμως την καταγωγή του και για το πως έβγαζε το ψωμί του από ένα μόνο χωραφάκι. «Στην αρχή με κοίταζε αμίλητος, με ένα αλλόκοτο βλέμμα, μετά όμως μου έριξε μια ματιά που έσταζε δηλητήριο. Φώναζε πως τόλμησε κάποιος από ταπεινή γενιά να στέλνει προξενήτρα στο αρχοντικό του και να τον απασχολεί χωρίς λόγο. Έπειτα διέταξε να με πετάξουν έξω…». Ο Κυριάκος ένιωσε ξαφνικά έναν αβάσταχτο πόνο. Το σχέδιο του είχε αποτύχει. Αμέσως μετά αισθάνθηκε μεγάλες ενοχές για την καημένη την προξενήτρα, που για αυτόν είχε κουραστεί και είχε υποστεί την οργή του άρχοντα. Η προξενήτρα έσκυψε το κεφάλι της και είπε αυτά τα τελευταία λόγια προτού πάει στο σπίτι της για να ξεκουραστεί: «Ο άρχοντας είπε και κάτι ακόμα. Είπε πως, αν πράγματι αγαπάς τη θυγατέρα του, και είσαι άξιος να την παντρευτείς, θα σου δώσει μια ευκαιρία». Ο Κυριάκος ένιωσε την ελπίδα να γεννιέται πάλι μέσα του και με μεγάλη χαρά ρώτησε τι όριζε ο άρχοντας να κάνει. Η προξενήτρα είδε την ευθυμία στο πρόσωπό του και απάντησε συλλογισμένη: «Αυτό που πρέπει να κάνεις είναι…να γίνεις διάσημος και όλος ο κόσμος να σε αγαπά και να σε θαυμάζει. Το ξέρω παιδί μου ότι είναι ένα δύσκολο κατόρθωμα για έναν γεωργό σαν και εσένα. Ο άρχοντας το είπε για να σε παιδέψει και να παίξει μαζί σου. Μη ξεχνάς όμως ότι όλοι σε θαυμάζουν για την υπομονή, την επιμονή και το θάρρος σου! Μπορεί κάτι να σκεφτείς ώστε να τα καταφέρεις!» Η προξενήτρα μιλούσε με το χέρι στη καρδιά εκείνη τη στιγμή, και εκείνος το κατάλαβε. Αφού την ευχαρίστησε, την αποχαιρέτησε και άρχισε να σκέφτεται πως μπορεί να γίνει διάσημος, σε τι θα μπορούσε να διαπρέψει. Περνούσαν οι μέρες και ο ήρωας της ιστορίας μας δεν είχε ανακαλύψει ακόμη τι θα τον έκανε ξακουστό αλλά δεν απογοητευόταν. Στο μεταξύ πλησίαζε το μεγάλο πανηγύρι και η μικρή τους πόλη θα γέμιζε κόσμο. Ο Κυριάκος σκέφτηκε ότι πηγαίνοντας εκεί μπορεί να του ερχόταν καμιά ιδέα για το πρόβλημα που τον απασχολούσε. Στο πανηγύρι, την Κυριακή του Θωμά, μαζεύονταν όλοι. Οι μεγάλοι μουσικοί που έπαιζαν εύηχα τραγούδια, οι έμποροι με τη πραμάτεια τους, και το πιο σπουδαίο, οι αθλητές. Γίνονταν όπως σε κάθε πανηγύρι αθλητικές επιδείξεις, και κυρίως αγώνες πάλης. Τον Κυριάκο ποτέ δεν τον έλκυε η πάλη αλλά από περιέργεια αποφάσισε να πάει και να παρακολουθήσει έναν αγώνα. Το απόγευμα λοιπόν, έβαλε τα καλά του, και πήγε στο πανηγύρι. Παρατήρησε ότι υπήρχε πολύς κόσμος συγκεντρωμένος. Χώθηκε μες στην πολυκοσμία και την οχλοβοή και σύντομα κατάφερε να βρεθεί μπροστά στον αγωνιστικό χώρο της πάλης. Ξαφνικά, δίπλα του βρέθηκε ο πρόσχαρος ηλικιωμένος που του είχε δώσει πληροφορίες σχετικά με την Ολυμπιάδα και τον πατέρα της. Ο Κυριάκος τον χαιρέτησε με ένα πλατύ χαμόγελο. Εν τω μεταξύ στον αγωνιστικό χώρο έκανε την εμφάνισή του ένας αρκετά μεγάλος στην ηλικία παλαιστής. Απέναντι του έστησαν ένα μεγάλο πιθάρι. Ο Κυριάκος παραξενεύτηκε. Βλέποντας τον να απορεί ο γέρος άρχισε να μιλάει: «Είναι ένα παραδοσιακό έθιμο. Προτού αρχίσουν οι αγώνες, ένας παλαίμαχος έμπειρος παλαιστής παλεύει με ένα πιθάρι. Στόχος του είναι να το διαλύσει». Ο Κυριάκος παρακολουθούσε εκστασιασμένος τον παλαιστή να εφαρμόζει διάφορες λαβές και να χτυπάει το πιθάρι με δύναμη και μανία. Ώσπου, κάποια στιγμή, το έσπασε βγάζοντας μια κραυγή. Το κοινό ξέσπασε σε ενθουσιώδη χειροκροτήματα, και ο παλαιστής φανερά ευχαριστημένος με τον εαυτό του αποσύρθηκε από τον αγωνιστικό χώρο. Αμέσως μετά ο ντελάλης άρχισε να λέει τα εξής λόγια: «παλαιστή, παλαιστή, μη θλίβεσαι επειδή νικήθηκες, μη χαίρεσαι ότι νίκησες. Οι μάνες κοπιάζουν αλλά οι πατεράδες δεν το εκτιμούν». Ο Κυριάκος αναλογίστηκε για λίγο την σημασία αυτών που είπε ο ντελάλης. Είχε μπερδευτεί πολύ με τα λεγόμενα του. Ενώ όμως ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του, τον επανέφεραν στην πραγματικότητα τα λόγια του γέρου: «Ο ντελάλης λέει αυτά τα λόγια κάθε φορά προτού αρχίσουν οι αγώνες. Είναι δυσνόητα για κάποιον νέο όπως εσύ». Στο μεταξύ, δύο παλαιστές είχαν ήδη πάρει θέση και ο πρώτος αγώνας ήταν έτοιμος να αρχίσει. Ο Κυριάκος παρατήρησε ότι οι παλαιστές, όπως αργότερα και όλοι οι υπόλοιποι, έκανα μια εντυπωσιακή είσοδο στο χώρο, χτυπώντας τα χέρια τους στα γόνατα. «Οι παλαιστές αλείφονται με λάδι πριν αγωνιστούν…» άρχισε ο γέρος, «…και φορούν ένα κοντό παντελόνι ως τα γόνατα, το κισπέτι. Νικητής ανακηρύσσεται αυτός που θα καταφέρει να ρίξει τον αντίπαλο του με την πλάτη στο χώμα». Λίγο αργότερα, δόθηκε σήμα για να ξεκινήσει η πάλη. Το παλικάρι παρακολουθούσε έκθαμβο. Εκείνο που τον εντυπωσίαζε ήταν ότι δεν αρκούσε μόνο η δύναμη των αθλητών, αλλά έπρεπε με επιδεξιότητα και πονηριά να χρησιμοποιήσουν τη σωστή λαβή και να ρίξουν κάτω το γλιστερό σώμα του αντιπάλου. Όταν ανακηρύχθηκε ο νικητής και το πλήθος τον επευφημούσε, ο Κυριάκος είχε πάρει την απόφαση του. Αν έμελλε να γίνει γνωστός και σπουδαίος, άξιζε πραγματικά να χρησιμοποιήσει τη δύναμη αλλά και την εξυπνάδα του στους αγώνες πάλης! Έτσι, με το καιρό, έμαθε τα πάντα για τη πάλη. Όλες τις λαβές, κάθε μια κίνηση, όλα τα έθιμα και τους κανόνες. Όταν τελείωνε από τις δουλειές στο χωράφι, το παλικάρι μας εξασκούνταν ατέλειωτες ώρες αλλά παράλληλα συμμετείχε και σε αγώνες. Μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, ο Κυριάκος γινόταν όλο και καλύτερος, η φήμη του έφτανε πέρα από τη Τσατάλτζα, μέχρι τη πόλη και ακόμα πιο μακριά. Πέρασε ο καιρός και ο Κυριάκος Αλεξανδρίδης φημιζόταν όλο και περισσότερο, όλο και πιο πολύ του έδειχναν σεβασμό οι υπόλοιποι παλαιστές. Εξαιτίας του μεγάλου ταλέντου και της εμπειρίας του δεν τον φώναζαν πια Αλεξανδρίδη, αλλά Κυριάκος ο Πεχλιβάνης, γιατί τότε πεχλιβάνηδες λέγανε τους παλαιστές. Μια ηλιόλουστη μέρα ξεκίνησε για ένα πανηγύρι στη πόλη. Πήρε ένα κάρο και αναχώρησε. Ανυπομονούσε να φτάσει στο πανηγύρι αυτό, διότι ήταν το μεγαλύτερο της περιοχής, και λογιών λογιών παλαιστές από παντού μαζευόταν εκεί και προκαλούσαν τους υπόλοιπους. Οι ώρες που πέρασε ταξιδεύοντας του φάνηκαν ατέλειωτες. Όταν επιτέλους έφτασε , η νύχτα άρχισε να αγκαλιάζει τη πόλη. Το πανηγύρι ήταν την επόμενη ημέρα και έτσι άρχισε να ψάχνει για κάποιο πανδοχείο για να περάσει τη νύχτα του και να ξεκουραστεί. Προς μεγάλη του απογοήτευση, όλα τα πανδοχεία μέσα στη πόλη φιλοξενούσαν μουσικούς, αθλητές κι εμπόρους και δεν είχε μείνει ούτε ένα μικρό δωμάτιο. Σε κάποια πανδοχεία, κάποιοι ένοικοι του πρόσφεραν τα δωμάτια τους, μόλις αναγνώριζαν ποιος είναι. Αλλά αυτός ήταν αρκετά αξιοπρεπής για να τους στερήσει τη ξεκούραση τους. Ψάχνοντας, έφτασε έξω από το κέντρο της πόλης και πέρασε μπροστά από μια μικρή ταβέρνα. Από το εσωτερικό της ακούγονταν θεσπέσιες μελωδίες. Μπήκε μέσα για να ικανοποιήσει τουλάχιστον τη πείνα του και την περιεργάστηκε. Στα λιγοστά τραπεζάκια καθόταν μερικοί κάτοικοι τρώγοντας και πίνοντας. Σε μια γωνία, τρεις μουσικοί έπαιζαν ασταμάτητα, παραδοσιακά τραγούδια, ενώ ένας τραγουδιστής τραγουδούσε χορεύοντας. Στον πάγκο καθόταν ο ιδιοκτήτης και τους άκουγε με άπλετη ευχαρίστηση. Ο Κυριάκος τον πλησίασε και τον ρώτησε αν μπορούσε εκτός από φαγητό να του προσφέρει και φιλοξενία. Εκείνος τον κοίταξε καχύποπτα και τον ρώτησε ποιος ήταν. Και όταν ο Κυριάκος του είπε, άνοιξε διάπλατα το στόμα του και αμέσως μετά καλωσόρισε και καλοδέχτηκε το φημισμένο παλαιστή. Του πρόσφερε φαγητό και στη συνέχεια του ένευσε να τον ακολουθήσει. Τον οδήγησε σε ένα μικρό δωμάτιο με ένα στενό κρεβάτι στη μέση. Ο Κυριάκος τον ευχαρίστησε θερμά και ξάπλωσε. Αμέσως ένιωσε χαλαρός και σε ελάχιστη ώρα είχε αποκοιμηθεί. Την επόμενη μέρα ξύπνησε αναζωογονημένος. Ήταν έτοιμος για το πανηγύρι. Καλημέρισε το ταβερνιάρη και βγήκε έξω. Ο καιρός ήταν υπέροχος και ένα απαλό ανοιξιάτικο αεράκι φυσούσε. Καθώς προχωρούσε, παρατηρούσε τους ανθρώπους, τα σπίτια, τις αγορές και τα άλλα κτίσματα. Όλα συνέθεταν ένα έργο τέχνης, το κάθε τι ήταν μια πινελιά καθοριστική για το σύνολο. Οι δρόμοι ήταν πλακόστρωτοι οι κάτοικοι ευγενικοί και κοινωνικοί, το κάθε κτήριο ήταν ένα στολίδι. Ο Κυριάκος δεν κατάλαβε πότε έφτασε στο πανηγύρι. Τρόμαξε όταν είδε πόσοι πολύ παλαιστές είχαν ταξιδέψει μέχρι τη πόλη για να αγωνιστούν. Νέοι και μεγαλύτεροι στην ηλικία, ψηλοί και κοντοί, γνωστοί και άγνωστοι, έμπειροι και αρχάριοι. Όλοι συζητούσαν μεταξύ τους και παινεύονταν ή σχολίαζαν τους υπολοίπους. Κάποιοι είχαν σχηματίσει μεγάλες παρέες και μιλούσαν για τους τόπους τους. Ο Κυριάκος μπήκε σε μια παρέα παλαιστών από τη Τσατάλτζα και άρχισε να φλυαρεί μαζί τους μέχρι να αρχίσουν οι αγώνες. Επιτέλους ένας ηλικιωμένος παλαιστής μπήκε στο χώρο και άρχισε να προσπαθεί να διαλύσει ένα πιθάρι. Μόλις τα κατάφερε, ο ντελάλης είπε τα συνθηματικά λόγια και κάλεσε στον αγωνιστικό χώρο δύο παλαιστές. Ο ένας ήταν ο Κυριάκος. Προτού αρχίσει να παλεύει, έριξε μια εξονυχιστική ματιά στο κοινό του. Και τότε, η καρδιά του σκίρτησε, γιατί διέκρινε ανάμεσα στους θεατές την Ολυμπιάδα και τον πατέρα της. Πήρε δύναμη γιατί σκέφτηκε ότι θα μπορούσε όχι μόνο να κερδίσει τους αγώνες αλλά και τη καρδιά της αγαπημένης του. Αλλά και η Ολυμπιάδα εντυπωσιάστηκε από το πόσο καλά πάλευε ο Κυριάκος, πόση δύναμη είχε, με πόση επιδεξιότητα μπέρδευε τον αντίπαλο του. Και όταν ανακηρύχθηκε νικητής, ήταν η πρώτη που ξέσπασε σε θυελλώδη χειροκροτήματα. Το κοινό ακολούθησε το παράδειγμα της και τον αποθέωσε. Την ίδια νύχτα, ο Κυριάκος συλλογιζόταν ξαπλωμένος στο κρεβατάκι στην ταβέρνα. Θυμήθηκε τι του είχε ζητήσει ο άρχοντας. Να γίνει διάσημος και να τον αναγνωρίζει η κοινωνία. Όλα αυτά τα είχε καταφέρει πια. Κάθε μια του προσπάθεια ήταν σαν ένα κομμάτι κάποιου παζλ. Και το παζλ αυτό ήταν η φήμη! Το αποφάσισε. Θα πήγαινε στο πατέρα της Ολυμπιάδας και θα του ζητούσε το χέρι της κόρης του. Όμως ήθελε εκείνος να καταλάβει ότι αυτός ήταν ο Κυριάκος Αλεξανδρίδης που τον έστειλε κάποτε την προξενήτρα. Ιδέες κλωθογύριζαν στο μυαλό του, μέχρι που κατέστρωσε το τέλειο σχέδιο. Ανυπομονούσε να έρθει η επόμενη μέρα τόσο, που δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Την επόμενη μέρα κίνησε για το αρχοντικό. Όταν το είδε να ορθώνεται μπροστά του, ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό. Χτύπησε τη πόρτα δυνατά. Άκουσε βήματα από μέσα και σε λίγη ώρα του είχε ανοίξει μια υπηρέτρια. «Θα επιθυμούσα να συναντήσω τον αφέντη σας. Πείτε του ότι τον ζητάει ο Κυριάκος Πεχλιβάνης, ο παλαιστής», είπε τραυλίζοντας. Η υπηρέτρια έφυγε και σε λίγο γύρισε και επιβεβαίωσε ότι ο αφέντης της ήθελε πολύ να τον συναντήσει. Έπειτα από αυτό ο Κυριάκος την ακολούθησε στα ενδότερα. Θαύμασε τη χλιδή που επικρατούσε παντού. Κρεμασμένοι στους τοίχους ήταν πανέμορφοι πίνακες, ενώ υπήρχαν τόσοι πολλοί διάδρομοι, που αυτός ένιωθε ότι ήταν παγιδευμένος σε ένα λαβύρινθο, ακόμα και αν ακολουθούσε την υπηρέτρια. Που και που έβλεπε άλλους υπηρέτες, οι οποίοι υποκλίνονταν στο πέρασμα του, όπως τους είχε διατάξει ο αφέντης τους. Επίσης υπήρχαν τοποθετημένα εδώ και εκεί ακριβά έπιπλα, ενώ το πάτωμα ήταν στρωμένο με περίτεχνα χαλιά. Κάποια στιγμή, η υπηρέτρια ανακοίνωσε ότι είχαν φτάσει. Άνοιξε μια μεγάλη, βαριά πόρτα και του έτεινε να περάσει μέσα. Ο Κυριάκος οπλίστηκε με όλο του το θάρρος και μπήκε μέσα με αποφασιστικότητα. Ο πατέρας της Ολυμπιάδας τον περίμενε καθισμένος με το χαμόγελο στα χείλη. Ήταν η πρώτη φορά που ο Κυριάκος μπόρεσε να τον παρατηρήσει προσεκτικά. Ήταν αρκετά μεγάλος στην ηλικία, με ζαρωμένο πρόσωπο, μέσος στο ανάστημα. Είχε ένα πονηρό βλέμμα και φαινόταν συνεχώς έτοιμος να γελάσει τους πάντες. «Σε τι οφείλω την τιμή της επίσκεψής σου, παιδί μου;» τον ρώτησε. Ο Κυριάκος πήρε ένα πολύ σοβαρό ύφος και απάντησε: «θα ήθελα να σου πω μια ιστορία, άρχοντα που είναι πολύ γνωστή στα μέρη μας. Άκου προσεκτικά. Κάποτε ήτανε ένα αγόρι, ο Πασχάλης, που έκανε κάτι ξεχωριστό. Τον Πασχάλη, λοιπόν, τον πλάκωσε μια βαριά αρρώστια. Η μάνα του η καημένη παρακάλεσε την Παναγία να τον γιατρέψει, και σε αντάλλαγμα αυτός θα δούλευε για τρία ολόκληρα χρόνια στην εκκλησία. Κι έτσι, το παιδί έγινε καλά και στρώθηκε στη δουλειά. Όμως κάποια μέρα παρατήρησε ότι ο παπάς άρπαζε τα χρήματα απ’ την εκκλησία. Κι έτσι, αποφάσισε να τον σταματήσει. Αλλά ο παπάς το κατάλαβε και πήγε να τον πιάσει. Αυτός ξέφυγε και φώναξε το Δεσπότη. Ο Δεσπότης έδωσε στο αγόρι μια μεγάλη ψαλίδα και του είπε να κόψει τα γένια του παπά, για να τον τιμωρήσει. Το παιδί όμως αρνήθηκε, κι έτσι του τα έκοψε ο Δεσπότης. Μετά αφόρισε τον παπά και είπε τα καλύτερα λόγια για το παιδί στο κόσμο. Οι κάτοικοι του χωριού το εκτίμησαν αυτό, και έτσι άρχισαν να τον φωνάζουν Μπαρμπέρη. Και με το καιρό, αυτό το παρατσούκλι έγινε το επώνυμο του.» Μόλις ο Κυριάκος τελείωσε τη σύντομη αφήγησή του, ο άρχοντας τον κοίταξε κατάματα και του είπε: «μα γιατί μου την είπες αυτή την ιστορία, παιδί μου; έχω δει ανθρώπους και ανθρώπους, μα ούτε ένας δεν με συνάντησε για να μου αφηγηθεί μια ιστορία.» Ο Κυριάκος γέλασε αμυδρά. «Το παραμύθι αυτό μιλά για ένα παιδί που το επίθετο του άλλαξε, αφού έκανε ένα κατόρθωμα.»του είπε. «κι εγώ, ο Κυριάκος Πεχλιβάνης, είμαι η ενσάρκωση αυτού του μύθου! Θυμάσαι, άρχοντα, που πριν από καιρό ήρθε μια προξενήτρα απεσταλμένη από κάποιον Κυριάκο Αλεξανδρίδη;» Ο άρχοντας ένευσε καταφατικά. Ο Κυριάκος συνέχισε: «την προξενήτρα την έδιωξες, αλλά έδωσες στον Κυριάκο μια ευκαιρία. Θα παντρευόταν την κόρη σου μόνο εάν γινόταν διάσημος και τον αναγνώριζε η κοινωνία. Μόνο εάν έμπαινε στον κόσμο της φήμης». Ο Κυριάκος μιλούσε πιο δυνατά, ήθελε να μάθει ο άρχοντας, πως ένας αγρότης έγινε διάσημος παλαιστής. Πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε: «Ο Κυριάκος που λες, έγινε σπουδαίος παλαιστής, κι έτσι τον μετονόμασαν σε Κυριάκο Πεχλιβάνη. Εγώ είμαι αυτός». Ο άρχοντας τον κοίταξε με έκπληκτο ύφος, και μετά τον ρώτησε με όση ψυχραιμία του είχε απομείνει :« και τι ζητάς από μένα;» Αυτή τη φορά ο Κυριάκος γέλασε φανερά και δυνατά :«Το χέρι της κόρης σου». Και ο άρχοντας Ζησάκης που είχε νικηθεί από τα ίδια του τα λόγια, δέχτηκε με μεγάλη χαρά. Στον γάμο κάλεσαν πολλούς, αλλά ανάμεσά τους ο Κυριάκος ξεχώρισε δύο : την προξενήτρα που τον είχε βοηθήσει και τον γέρο, που τόσα του είχε μάθει. Όλοι οι καλεσμένοι ήταν ντυμένοι με παραδοσιακές θρακιώτικες στολές, χόρευαν, τραγουδούσαν και έπιναν στην υγειά του γαμπρού και της νύφης. Ο Κυριάκος Μπεχλιβάνης συνέχισε να παλεύει και να τιμά το όνομά του. Όπως άλλωστε και τα παιδιά του, πρόσφυγες πια στη Γέφυρα Θεσσαλονίκης, διατήρησαν την παράδοση παλεύοντας ανήμερα την Κυριακή του Θωμά. Ο εγγονός του δεν έγινε παλαιστής. Όμως αφηγήθηκε στον δικό του εγγονό την ιστορία αυτή, και αυτός με τη σειρά του πάλεψε με χαρτιά και μολύβια για να σας τη μεταφέρει!

Θοδωρής Μπεχλιβάνης

Αρσάκειο Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

10. Ο ΝΤΙΓΚΙΜΠΟΖΗΣ

Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασιλοπούλα, είχαν και ένα μικρό αγόρι και ήταν πολύ ευτυχισμένοι. Όμως μετά από λίγο καιρό αρρώστησε η βασιλοπούλα και πέθανε. Το μικρό αγόρι, το πριγκιπόπουλο, έμεινε ορφανό. Ευτυχώς που είχε και ένα άλογο πολύ έξυπνο, τον Ντιγκιμπόζη. Όλη την ημέρα έπαιζαν μαζί, μόνο το βράδυ χώριζαν. Μετά από λίγα χρόνια ο μπαμπάς του αναγκάστηκε να παντρευτεί. Πήρε μια κακιά γυναίκα που δεν αγάπησε καθόλου το αγοράκι μα πολύ περισσότερο δεν αγάπησε τον Ντιγκιμπόζη, γιατί κατάλαβε ότι ο Ντιγκιμπόζης ήταν πολύ έξυπνος. Όσο περνούσε ο καιρός η κακιά μητριά μισούσε το αγοράκι όλο και περισσότερο. Ώσπου αποφάσισε να το σκοτώσει. Έτσι μια μέρα που το αγοράκι ήταν στο σχολείο η μητριά αποφάσισε να βάλει στα σκαλιά γυαλιά ώστε όταν το παιδάκι γυρίσει από το σχολείο, να πατήσει στα γυαλιά, να κοπεί και να πεθάνει. Ο Ντιγκιμπόζης που είχε καταλάβει ότι η μητριά ήθελε να σκοτώσει το μικρό, του ζήτησε κάθε μέρα που γύριζε από το σχολείο να περνά πρώτα από αυτόν για να τον λέει τι να προσέχει. Έτσι και την ημέρα που η κακιά μητριά έβαλε γυαλιά στην σκάλα, το πριγκιπόπουλο πέρασε από τον Ντιγκιμπόζη πρώτα και τον ρωτά τι κάνει. Αυτός λέει:«εγώ είμαι καλά. Εσύ δεν είσαι καλά».Γιατί; ρωτά ο μικρός. «Γιατί η μητριά σου σήμερα θέλει να σε σκοτώσει. Έβαλε σπασμένα σκαλιά στη σκάλα. Πρόσεξε! Μπες στο σπίτι από τη πίσω πόρτα. Έτσι και έκανε ο μικρός. Η μητριά την άλλη μέρα έβαλε δηλητήριο στο φαγητό του μικρού. Όταν ο μικρός γύρισε από το σχολείο πέρασε πάλι από το άλογό του. «Καλημέρα Ντιγκιμπόζη, τι κάνεις;»«εγώ καλά είμαι, εσύ δεν είσαι καλά.»Γιατί; «Γιατί η μητριά σου σήμερα έβαλε δηλητήριο στο φαγητό σου. Πες ότι σήμερα δεν πεινάς και μη τρως . Έτσι και έκανε. Μπήκε ο μικρός στο σπίτι και η μητριά του τον υποδέχτηκε δήθεν χαρούμενη. «κάτσε να φας, του λέει, μαγείρεψα το αγαπημένο σου φαγητό».«δεν πεινάω, δεν θα φάω σήμερα». Η μητριά κόντεψε να πεθάνει από το κακό της. Υποψιάστηκε ότι κάτι συμβαίνει, κάποιος προειδοποιεί το μικρό. Έτσι παραμόνεψε για να δει ποιος συμβουλεύει το μικρό και άκουσε τον Ντιγκιμπόζη που τον συμβούλευε από που και τι να προσέχει. Γι’ αυτό σκέφτηκε να σκοτώσει πρώτα τον Ντιγκιμπόζη. Πρώτα συμφώνησε με το γιατρό και έκανε ότι ήταν πολύ άρρωστη. Ο γιατρός είπε στον άντρα της ότι για να γίνει καλά η γυναίκα του, πρέπει να φάει κρέας από άλογο, και μάλιστα μόνο τον Ντιγκιμπόζη αν έτρωγε θα γινόταν καλά. Το άκουσε αυτό ο Ντιγκιμπόζης και το είπε στο πριγκιπόπουλο. «πάρε τη στολή σου, λέει ο Ντιγκιμπόζης στο μικρό, και πάμε να φύγουμε.»και έφυγαν κρυφά. Ο πρίγκηπας έπρεπε να βρει δουλειά για να ζήσει. Έτσι πήγε σε ένα μανάβη να δουλέψει. Ο Ντιγκιμπόζης του είπε: «εγώ θα φύγω γιατί ο μανάβης δεν μπορεί να συντηρεί και μένα, δεν με χρειάζεται. Εσύ πάρε μαλλιά από τη χαίτη μου και όταν με χρειαστείς κάψε μια τρίχα και εγώ θα’ ρθω αμέσως.» Μια μέρα ο μανάβης πήγε στην εκκλησία. Ο πρίγκηπας θέλησε να δοκιμάσει αν στα αλήθεια θα ερχόταν ο Ντιγκιμπόζης. Έκαψε μια τρίχα του και σε λίγο έφτασε ο Ντιγκιμπόζης. Ο πρίγκιπας τον αγκάλιασε, τον φίλησε και ανέβηκε πάνω στη ράχη του. Ο Ντιγκιμπόζης άρχισε να τρέχει από τη χαρά του μέσα στον λαχανόκηπο. Τα λάχανα τα κατέστρεψαν τα πάτησαν όλα. Όταν γύρισε ο νοικοκύρης ο μανάβης είδε τα λάχανα. «Ποιος το έκανε αυτό;»«Το άλογο του βασιλιά λέει ο πρίγκιπας». Αυτό το είπε γιατί είχε δει την μικρή κόρη του βασιλιά και την αγάπησε και προσπαθούσε να βρει τρόπους για να πάει κοντά της. Πήγε ο μανάβης στο βασιλιά μαζί με το πριγκιπόπουλο για να ζητήσουν το λόγο. Τον είδε και η μικρή κόρη του βασιλιά και τον αγάπησε και αυτή. Ο βασιλιάς είχε και άλλες δύο κόρες. Όταν έφτασε ο καιρός να παντρευτούν κάλεσε όλους τους πρίγκιπες της περιοχής να περάσουν μπροστά από το παλάτι του. Έδωσε στις κόρες από ένα μήλο. Θα πετούσαν το μήλο σε όποιον πρίγκηπα ήθελαν και άρεσαν. Οι δύο κόρες πέταξαν γρήγορα τα μήλα τους. Η μικρή κόρη περνούσαν -περνούσαν οι πρίγκιπες και το μήλο δεν το έριχνε. Περίμενε τον μικρό πρίγκηπα που δούλευε στο μανάβη. Στο τέλος τον βλέπει που περνά και ρίχνει το μήλο της. Ο βασιλιάς θύμωσε δεν τον ήθελε για γαμπρό του. Δεν ήξερε ότι ήταν πριγκιπόπουλο. Αγαπούσε και ήθελε μόνο τους άλλους δύο γαμπρούς του. Τον τρίτο τον θεωρούσε παρακατιανό. Κάποια φορά, το διπλανό βασίλειο κήρυξε τον πόλεμο στο βασιλιά. Ο βασιλιάς πήρε τους γαμπρούς του τους δύο που αγαπούσε πολύ, τους έδωσε τα πιο καλά άλογα και ετοιμάστηκαν να ξεκινήσουν για τον πόλεμο. Η μικρή του κόρη πήγε να ζητήσει ένα άλογο για το δικό της άντρα να πάει και αυτός να πολεμήσει. Ο βασιλιάς θύμωσε, δεν τον ήθελε, αλλά στο τέλος του έδωσε ένα άλογο κουτσό. Το έξυπνο πριγκιπόπουλο ξεκίνησε με το κουτσό άλογο. Σε μια λάσπη μέσα, βούλιαξε το άλογο, πέρασαν οι άλλοι δύο γαμπροί τον χαιρέτησαν κοροϊδευτικά και συνέχισαν. Μόλις φύγαν μακριά, ο μικρός γαμπρός καίει μια τρίχα του Ντιγκιμπόζη, και ο Ντιγκιμπόζης εμφανίζεται. Αφήνει το κουτσό άλογο, παίρνει τον Ντιγκιμπόζη και άρχισαν να τρέχουν. Στο πόλεμο ο μικρός γαμπρός πολέμησε γενναία. Ο βασιλιάς του χάρισε ένα σταυρό και ένα μαντήλι, δεν τον γνώρισε γιατί είχε μεταμορφωθεί. Μετά από καιρό ο βασιλιάς τυφλώθηκε. Άκουσε ότι κάποιος πουλούσε νερό αθάνατο, και αν το έβαζε στα μάτια του θα έβλεπε. Κάλεσε τους δύο γαμπρούς του να τους στείλει να βρουν το αθάνατο νερό. Πήγε και η μικρή του κόρη και παρακάλεσε να πάει και ο άντρας της μαζί τους. Ο βασιλιάς θύμωσε αλλά τελικά δέχτηκε να πάει και αυτός. Ξεκίνησαν οι δύο με τα καλύτερα άλογα και ο τρίτος πάλι με το κουτσό άλογο. Στο δρόμο ο τρίτος γαμπρός καίει μια τρίχα του Ντιγκιμπόζη , που έρχεται αμέσως. Ανεβαίνει ο μικρός πρίγκηπας επάνω στο άλογο και αρχίζει να τρέχει. Ο Ντιγκιμπόζης ήταν το πιο γρήγορο άλογο και φτάνουν πρώτοι στο μπακάλη που πουλούσε το αθάνατο νερό. Αγοράζει το νερό ο μικρός πρίγκηπας και πληρώνει το μπακάλη για να μεταμφιεστεί αυτός για λίγο σε μπακάλη, έτσι και έγινε. Ήρθαν σε λίγο οι δύο καλοί γαμπροί. Αυτός τους έδωσε αντί για το αθάνατο νερό από τη βρύση. Τους το έδωσε και τους λέει, πάρτε το και δεν θέλω λεφτά, μόνο γυρίστε να βάλω μια σφραγίδα στον πισινό σας. Έτσι και έγινε, πήραν το νερό και ξεκίνησαν. Έφτασαν πρώτοι, από πίσω έφτασε και ο μικρότερος με το κουτσό άλογο. Πάει πρώτος ο γαμπρός στο βασιλιά, το βάζει ο βασιλιάς στο μάτι του αλλά τίποτε. Πάει και ο δεύτερος , το ίδιο και αυτός. Πάει και η τρίτη κόρη. Με το αθάνατο νερό, και μια πίτα για το μπαμπά της. Έβαλε επάνω το σταυρό που πήρε ο άντρας της από το πόλεμο, και τη πίτα τη σκέπασε με το μαντήλι. Πάει κοντά στο βασιλιά και του λέει «Μπαμπά δοκίμασε και του άντρα μου το νερό». Ο βασιλιάς που δεν τον συμπαθούσε καθόλου γιατί νόμιζε ότι δεν ήταν από βασιλική οικογένεια, θύμωσε και δίνει μια το χέρι της κόρης του που κρατούσε το νερό. Πετάγεται το νερό και πάει μια σταγόνα στο μάτι του. Το μάτι του ανοίγει αμέσως. Παίρνει το μπουκάλι αμέσως ο βασιλιάς και πλένει τα μάτια του. Τα μάτια του ανοίγουν αμέσως και είδε. Και είδε και τη πίτα με το μαντήλι. Σηκώνει και το μαντήλι και βλέπει το σταυρό, τα γνώρισε αμέσως. Αυτά τα έδωσα εγώ στον πιο γενναίο στον πόλεμο. Αυτός είναι ο άντρας μου λέει η κόρη. Και αυτός που έφερε το νερό πάλι ο άντρας μου ήταν. Και για να ξέρεις οι δύο καλοί γαμπροί πήγαν να πάρουν το αθάνατο νερό αλλά ο άντρας μου είχε φτάσει πρώτος. Αυτός τους πούλησε το νερό της βρύσης για αθάνατο. Και αν δεν πιστεύεις κοίταξε το πισινό τους, έβαλε και μια σφραγίδα. Τους βλέπει ο βασιλιάς, ήταν όλα αλήθεια. Κάλεσε το μικρό γαμπρό κοντά του τον αγκάλιασε, τον φίλησε και του ζήτησε συγνώμη. Τον πήρε κοντά του στο βασίλειο του, τον έκανε βασιλιά και στοκαλύτερο στάβλο βάλανε τον Ντιγκιμπόζη που από τότε πρώτος έσερνε τη βασιλική άμαξα. Και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, και κάνανε ένα μεγάλο γλέντι και πέρασε και ο παππούς μου απ’ έξω και τον κεράσανε ένα κομμάτι πίτα και έφαγε και χόρεψε. Και κάθε φορά που μας το λέει ο παππούς κλαίει, κλαίει από συγκίνηση γιατί θυμάται που το έλεγε όταν ήταν μικρός η μαμά του. Αυτός το έλεγε στο μπαμπά μου όταν ήταν μικρός και τώρα το λέει σε μας τα εγγονάκια του, κάθε βράδυ που είμαστε στο χωριό.

Δημοσθένης και Αγγελική Τσορμπατζούδη

11°Δημ. Σχολείο Καλαμαριάς

11. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΚΑΒΗΣΟΣ

Βρισκόμαστε στο έτος 1917. Είναι δώδεκα Μαΐου και ξεκινάει άλλη μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα στο μικρό χωριό Καβησό. Μια συνηθισμένη μέρα και μια συνηθισμένη ημερομηνία, που τίποτα δεν προμήνυαν την καταστροφή και τη λαίλαπα που ερχόταν στο χωριό σαν αφηνιασμένο άλογο. Το χωριό βρίσκεται δίπλα σε ένα μικρό παραπόταμο της Μαρίτσας (ποταμός Έβρος). Από τη μία μεριά του μικρού ποταμού και από την άλλη τα λιγοστά χωράφια που έτρεφαν το χωριό. Στο χωριό υπήρχαν τρεις μαχαλάδες όπου ζούσαν Έλληνες, Τούρκοι, Βούλγαροι, πριν το μεγάλο πόλεμο ζούσαν αρμονικά και αν όχι αγαπούσαν, τουλάχιστον ανέχονταν ο ένας τον άλλο και τους ένωναν τα μικρά καθημερινά προβλήματα. Μέσα στη δύνη του πολέμου άρχισαν να επικρατούν η καχυποψία και ο φόβος που εκδηλώθηκαν εκείνη την ημέρα. Η καμπάνα της εκκλησίας χτυπούσε σαν μανιασμένη. Έλληνες και Βούλγαροι άρχισαν να τρέχουν σαν αλλόφρονες προς την εκκλησία και την είδαν να καίγεται. Λίγο παραπέρα οι Τούρκοι κοιτούσαν απορημένοι. Τότε άρχισε να εξαπλώνετε η φήμη ότι οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά στην εκκλησία. Τότε το αγριεμένο πλήθος των Ελλήνων και Βουλγάρων άρχισε να κινείται επιθετικά προς τους Τούρκους οι οποίοι άρχισαν να τρέχουν φοβισμένοι προς τα σπίτια τους. Αυτό ήταν. Τότε ξεκίνησε ένας κύκλος βίας και αίματος που έδειχνε ότι δεν θα κλείσει ποτέ. Έλληνες και Βούλγαροι επιτίθονταν στα σπίτια των Τούρκων με ότι είχαν στα χέρια τους, από φτυάρια μέχρι δρεπάνια και έκαιγαν τα σπίτια. Πολλές Τουρκικές οικογένειες εγκατέλειψαν το χωριό ενώ κάποιοι κρύφτηκαν στα σπίτια Ελλήνων. Ένα από αυτά ήταν της προγιαγιάς μου η οποία τους έκρυψε κάτω στο κελάρι για να μην ακούγονται οι φωνές των μικρών παιδιών. Φτωχοί άνθρωποι οι Τούρκοι με μικρά παιδιά και χωρίς στον ήλιο μοίρα. Ορκίζονταν ότι ούτε οι ίδιοι ούτε και οι υπόλοιποι Τούρκοι είχαν κανένα λόγο να κάψουν την εκκλησία. Και οι όρκοι τους δεν απείχαν πολύ από την αλήθεια. Μόνο που κανένας τους τότε δεν γνώριζε ότι Βούλγαροι κομιτατζήδες είχαν κάψει κρυφά την εκκλησία και είχαν ρίξει το φταίξιμο στους Τούρκους. Αυτό επαληθεύτηκε μετά από τρεις μέρες που ήρθαν οι κομιτατζήδες στο χωριό και άρχισαν να σφάζουν και να καίνε τα σπίτια Ελλήνων και Τούρκων αδιακρίτως. Οι Έλληνες για να σωθούν εγκατέλειψαν το χωριό και αυτοί με τη σειρά τους. Ο προπάππους μου και η προγιαγιά μου έφυγαν και αυτοί, εγκαταστάθηκαν προσωρινά σε ένα άλλο μεγάλο Ελληνικό χωριό της Φέρρες. Μετά από λίγο καιρό οι Έλληνες άρχισαν να οργανώνονται σε αποσπάσματα για να διώξουν την Βουλγάρικη απειλή αλλά και τον Τούρκικο στρατό ο οποίος ήθελε να κατακτήσει και αυτός περιοχές του Έβρου. Οι Έλληνες αγωνίστηκαν σκληρά μέχρι το τέλος του μεγάλου πολέμου(Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) όπου με τη συνθήκη των Σεβρών ο Έβρος και όλη η Δυτική Θράκη έμεινε στα χέρια των Ελλήνων. Η Καβησός, το όμορφο αυτό χωριουδάκι δεν υπήρχε πια. Στη θέση του υπήρχαν μόνο ερείπια και αποκαΐδια που πρόδιδαν την φρίκη και τη δυστυχία που είχε προηγηθεί. Ο προπάππους και η προγιαγιά μου μαζί με άλλους Έλληνες έφυγαν από τις Φέρρες και πήγαν λίγο πιο πέρα και έκαναν ένα καινούριο χωριό που το έδωσαν το όνομα Καβησό για να τους θυμίζει το χωριό που άφησαν με όλες τις αναμνήσεις.

Στέφανος Κυριαζίδης

23° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

12. ΤΟ ΓΟΥΡΟΥΝΑΚΙ

(ένα παραμύθι από τη Θράκη)

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και όπως συνηθίζεται σε όλα τα χωριά της Θράκης, σφάζανε το καθιερωμένο γουρουνάκι. Έτσι και ο γέρος και η γριά της ιστορίας μας σφάξαν το γουρουνάκι τους και αφού το τεμάχισαν το βάλανε σε μια σκαφίδα και είπαν να το μαγειρέψουν. Έλα όμως που τους είχαν τελειώσει τα ξεράδια τους. Θα έπρεπε να πάνε στο δάσος να μαζέψουν. Βάλανε και το κλειδί κάτω από ένα κεραμίδι της σκεπής του σπιτιού τους, πάνω από τη πόρτα. Για να μη χαθούν μέσα στο δάσος η γριά πήρε λίγα άχυρα και τα σκορπούσε κάτω για να μπορούν να θυμούνται το δρόμο. Εκεί που περπατούσαν συναντάνε ένα γύφτο. «Που πάτε τέτοια μέρα ; σήμερα σφάζουν τα γουρούνια» είπε ο γύφτος. «Α! Εμείς το σφάξαμε το γουρουνάκι και τώρα πάμε να μαζέψουμε ξεράδια για να το μαγειρέψουμε», τον πρόλαβε η γρια. «και γιατί σκορπάτε άχυρα;»,«για να θυμόμαστε το δρόμο για το σπίτι μας, αλλά μη πας στο σπίτι μας και ανοίξεις τη πόρτα με το κλειδί που έχουμε κάτω από το κεραμίδι και μας κλέψεις το γουρουνάκι μας. «Εγώ; που δεν ξέρω καν που είναι το σπίτι σας;» Ήσυχοι η γριά και ο γέρος, πως κανείς δεν θα πειράξει το γουρουνάκι συνέχισαν το δρόμο τους. Όταν γύρισαν μετά από λίγο σπίτι, ανακάλυψαν ότι το γουρουνάκι είχε εξαφανιστεί. Δεκάδες μύγες κάλυπταν το σκαφίδι. «Οι μύγες θα το έφαγαν, φώναξε η γριά». Και άρχισαν και οι δύο να κοπανούν τις μύγες με τον τέντζερη και την μαγκούρα. Δίνει μια ο γέρος της γριάς, και η γριά άρχισε να κλαίει. Μετά από λίγο γύρισαν τα παιδιά τους. «Τι έπαθες και κλαις; ρώτησε ο γιος» «Αχ! Γιε μου, μας έφαγαν οι μύγες το γουρουνάκι μας» και του είπε ότι έγινε. «Μάνα, έπρεπε να κάνεις καλά τη δουλειά. Έπρεπε να αλατίσεις καλά το γουρουνάκι για να μη το πειράξουν οι μύγες, της είπε στο τέλος». Αργότερα πήγαν στο ποτάμι όλοι μαζί η οικογένεια κι έπλυναν τα στρωσίδια και τις πετσέτες τους. Αφού τελείωσαν, πήραν το δρόμο του γυρισμού. Στο δρόμο συνάντησαν ένα αγριογούρουνο και το σκοτώσανε. Έτσι είχαν κρέας για τα Χριστούγεννα!!

Βελέντζα Παρασκευή

4°Δημ. Σχολείο Θέρμης

13. ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ ΑΠ’ ΤΑ ΠΑΛΙΑ…!

Ένα πρωί στο παλιό σπίτι της γιαγιάς μου, ξύπνησα με ένα παράξενο όνειρο, ήμουν έκπληκτος και ξαφνιασμένος από το πόσο ζωντανό το αισθανόμουν ακόμη! Έτρεξα να κουρνιάσω στην αγκαλιά της γιαγιάς μου της Ευθυμίας που με μοναδική πάντα αγάπη με κράτησε σφιχτά προσπαθώντας να με ηρεμήσει σαστισμένη από τη γρήγορη ανάσα μου. «Τι έπαθες αγόρι μου γλυκό ;» με ρώτησε. «Γιαγιά είδα ένα παράξενο όνειρο…» της είπα. Εκείνη χαιρόταν με τα όνειρα και της άρεσε πάντα να προσπαθεί να τα εξηγήσει και να τρυπώνει μέσα στο μυαλό και τις επιθυμίες μου, για να μπορεί πάντα να τις ικανοποιεί, με τον δικό της μοναδικό τρόπο. Ήταν ένα χάρισμα που την έκανε τόσο μοναδική μαζί με τόσα άλλα που είχε και που έκανα όλο το κόσμο να την αγαπά τόσο πολύ. Η καταγωγή της από την Περίσταση της Θράκης και όλα όσα έχει περάσει στη ζωή της ήταν μια δύναμη που πάντα θαύμαζα και αναρωτιόμουν πότε θα μου έλεγε αυτές τις ιστορίες. «Πες μου αγόρι μου, τι όνειρο είδες, πες μου και εγώ θα σου πω τι σημαίνει.» μου είπε με προσμονή και αγωνία να με ησυχάσει, «να γιαγιάκα μου, είδα ότι ήμουν σε ένα πολύ παλιό σπίτι, χωρίς καλοριφέρ και χωρίς τηλεόραση και χωρίς φαγητό και τίποτα, και ήσουν και εσύ εκεί και έκλαιγες και ήταν λέει το χωριό του παππού του Θεοφάνη και της γιαγιάς της Αργυρώς και εκείνοι έκλαιγαν αλλά δεν ξέρω γιατί… γιαγιά μου, δεν θέλω να κλαίς.» και ξέσπασα σε λυγμούς σφίγγοντας την περισσότερο, προσπαθώντας εγώ να την παρηγορήσω! Ήταν κάτι τόσο αναπάντεχο για εκείνη, νομίζω ότι εκείνη η φορά ήταν η μόνη φορά που αισθάνθηκα να είμαι εγώ η μεγαλύτερη αγκαλιά! Δεν ήταν το όνειρο που έπρεπε να εξηγήσει αυτή τη φορά, δεν ήμουν εγώ που έπρεπε να ηρεμήσει, ήταν όλες αυτές οι αναμνήσεις που είχε πάντα στο μυαλό φυλαγμένες γιο όσους ήξεραν, έζησαν και αγάπησαν μαζί της τη χρονιά του 1922. όλα όσα μπορούσε μόνο να μοιραστεί και να εμπιστευτεί με όσους αγαπούν πραγματικά και μπορούν να κλάψουν μαζί της, όπως εγώ εκείνο το πρωί. Και έτσι έγινε, με κοίταξε κατάματα και σκούπισε τα δακρυσμένα μου μάτια με το μαντήλι που πάντα είχε μαζί της, μου χαμογέλασε όλο αγάπη, ήταν αρκετό για να ηρεμήσω. Ήταν σαν να καταλάβαινα ότι ένα παραμύθι θα ξεκινούσε, ένα ταξίδι, μια ζωή από τα παλιά εκείνα χρόνια της γιαγιάς και του παππού από τη Θράκη, την παλιά Περίσταση. Διάβαζα από τα μάτια της, το βλέμμα της και ένιωθα μαζί της, άκουγα τις λέξεις να έρχονται μια μια και η φαντασία μου άρχιζε να ζωγραφίζει τις εικόνες του ονείρου μου. Ήταν λέει χτισμένη στα Δυτικά παράλια της Προποντίδας, τώρα ονομάζεται Άσαρκοι. Είχε Δημοτικό σχολείο και Γυμνάσιο και τρεις μεγάλες εκκλησίες, την Παναγία, τον άγιο Ιωάννη και τον άγιο Νικόλαο, αλλά και άλλες μικρότερες. Οι δρόμοι στρωμένοι με τσιμέντο αλλά οι περισσότεροι με πέτρες και τέσσερις πέντε από αυτούς οδηγούσαν στη θάλασσα, ένας στη πλατεία, ο λεγόμενος όπως είπε, δρόμος της Καλλιπόλεως, και ένας ακόμη που οδηγούσε μέχρι και τον ποταμό Έβρο! Μιλούσε με τόσο καμάρι και νοσταλγία για εκείνο το μέρος των γονιών της, έβλεπα με πόση αγάπη γέμιζαν τα μάτια της, γυάλιζαν τόσο που ήταν σαν καθρέφτης, σαν να ονειρευόταν εκείνη τώρα με τη σειρά της, αλλά ξύπνια! Η γιαγιά είναι πολύ της εκκλησίας και η αγάπη της για το Θεό δεν νομίζω να χωράει πουθενά , έτσι οι αναφορές για την εκκλησία ήταν πάντα αναλυτικές και με όλες τις σχετικές πληροφορίες, όπως εκείνη που ανέφερε ότι η παλιά Περίσταση ήταν η έδρα του Μητροπολίτη της περιοχής, που έδειχνε πόσο σημαντική ήταν σαν Δήμος. Ακόμη ότι όλα τα αγαθά που καλλιεργούσαν οι Περιστασιακοί, σιτάρι, κριθάρι, σμιγός, καναρόσπορος, γλυκάνισο, πατάτες, κρασί, λευκό και κίτρινο μετάξι, ήταν περιζήτητα σε όλες τις αγορές! Από όλες τις περιγραφές μου δημιουργήθηκε μια εικόνα τελείως αντίθετη από εκείνο το όνειρο μου, αν και πλέον είχα μείνει με ανοιχτό το στόμα να ακούω την όμορφη διαδρομή των αναμνήσεων της αγαπημένης μου γιαγιάς. Εκείνη ήξερε ότι αρκούσε να με έχει δίπλα της για να κάνει ξανά αυτό το ταξίδι, ήμουν ο ιδανικός συνεπιβάτης, διψασμένος για τέτοιες ιστορίες ισάξιων των μεγάλων παραμυθιών αλλά με τη μεγάλη διαφορά ότι ήταν η ίδια η ζωή αληθινή και ζωντανή ακόμη από γενιά σε γενιά και αιώνια χαραγμένη στις μνήμες της ιστορίας μας. Όμορφα που τα εξιστορεί τόσο μοναδικά και γαλήνια, μα και με τόση πίκρα μερικές φορές, όπως τώρα. Τώρα που έπρεπε να φύγουν, κατάλαβα πόσο δυνατό ήταν το όνειρο που είδα, πως μπόρεσε να την κάνει να σκεφτεί ξανά και να τα θυμηθεί όλα, γιατί πάντα έτσι γίνεται, δεν ξεχνάς ποτέ ότι σε έχει πληγώσει πολύ. Έπρεπε να φύγουν, για αυτό έκλαιγαν όλοι, έπρεπε να μη κλαίνε και να συνεχίσουν να ζουν όπως η τύχη και η μοίρα θα τους όριζε. Όπου γης και πατρίς, μου είπε. Έτσι είπαν μετά από όλα, και ξεκίνησαν μαζί με όλους τους άλλους Θρακιώτες της παλιάς Περίστασης και Ανατολικοθράκες, με πλοία και άμαξες για τη Θεσσαλονίκη, την μεγάλη πόλη. Ο παππούς και η γιαγιά ξεκίνησαν με μια άμαξα, όλα τα υπάρχοντα τους έφταναν να χωρέσουν εκεί, και μαζί με τις επτά κόρες τους πήραν ένα μακρινό δρόμο, ταξιδεύοντας σε μέρη που ποτέ δεν είχαν ξαναβρεθεί, ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους αλλά πατριώτες Έλληνες που ακόμα δεν είχαν γνωρίσει καλά. Όλοι τους περπατούσαν ασταμάτητα και κάθε που έπεφτε το φως ξαπόσταιναν σε κάποιο μέρος μαζί πάντα με άλλους, για να προφυλάσσονται από τους λύκους και τα τσακάλια της εποχής τους. Όταν έφτασαν τελικά θαμπώθηκαν από το πόσο μεγάλη ήταν η πόλη αυτή και πόσο πόσο μεγάλοι δρόμοι και τα στενά της. Δεν έμελλε όμως να μείνουν εκεί, τους είπαν ότι πρέπει να εγκατασταθούν στις γύρω περιοχές. Έτσι άρχισαν πάλι την αναζήτηση της γης της επαγγελίας και έμελλε να είναι μετά από αναζήτηση κοντά στην Κατερίνη. Εδώ λοιπόν σε αυτό το μέρος ήρθαν και έχτισαν τα σπιτικά τους με σκληρή δουλειά και να ανοίξουν δρόμους, να χτίσουν την πρώτη τους εκκλησία, το σχολείο, όλα όσα έπρεπε να ξαναζωντανέψουν το όνειρο που άφησαν πίσω τους. Αυτό το σπίτι είναι χτισμένο από τότε και εδώ μέσα σε αυτό μόνο η γιαγιά μου, η μια από τις επτά κόρες έμεινε για να μεγαλώσει τα δικά της παιδιά και εγγόνια, εμένα και τα δύο αδελφάκια από τον θείο Θεοφάνη, την Ευθυμία και τον Χρήστο. Οι αδελφές της, άλλες στη Θεσσαλονίκη, στη Κατερίνη και τις γύρω πόλεις και χωριά, παντρεύτηκαν και έκαναν τις οικογένειες τους όπως και εκείνη. Όμως εδώ είναι ένα σπίτι που η γιαγιά μου νοιώθει πιο κοντά σε όλα, εδώ μεγάλωσε, εδώ αγάπησε και νοστάλγησε όσα με τη σειρά τους διηγήθηκαν οι δικοί της γονείς. «Η νέα Περίσταση είναι το λιμάνι όλων αυτών των προσφύγων που ήρθα από τη Θράκη» μου είπε. Και τώρα ένοιωθα ότι όλα όσα μου είπε ήταν σαν να ήθελε να μου μεταδώσει αυτήν την αύρα των ανθρώπων αυτών, να με κάνει να μεγαλώσω με αυτή τη χαρά και την γαλήνη, την δύναμη για ζωή, την αγάπη για τους ανθρώπους και όλα τα αγαθά που εκείνη είχε. Την αγαπώ τόσο, μα δεν είμαι αρκετά μεγάλος για να το συνειδητοποιήσω! Χαίρομαι γιατί τώρα που συνεχίζει την ιστορία της βλέποντας από το παράθυρο με αυτό το βλέμμα των αναμνήσεων, είναι μια καλή ευκαιρία να ξανά κοιμηθώ στην αγκαλιά της! Καληνύχτα γιαγιάκα μου!

Πάρης Αηδινίδης

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης

14. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΤΩΧΟΥ ΑΓΟΡΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΟ

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας φτωχός και μια φτωχιά οικογένεια κι η οικογένεια αυτή είχε έξι παιδιά, κι ήταν η γυναίκα του έγκυα. Αν γεννιόταν θα γινόταν εφτά τα παιδιά, και δύο αυτοί γίνονται εννιά. Τέλος πάντων μια μέρα πήγε ένας με ένα άλογο σε αυτό το χωριό και πούλαγε κουλούρια. Αυτός όταν νύχτωσε κανείς δεν τον έπαιρνε στο σπίτι για μουσαφίρη του. Αυτός ο φτωχός όμως τον λυπήθηκε και τον πήρε σπίτι του. «Έλα στο σπίτι μου, φτωχός είμαι, παιδιά έχω και μία κάμαρα μόνο, δεν έχω μέρος να κοιμηθείς αλλά έχω ένα τζάκι όλη νύχτα καίει, εγώ κάθομαι στο τζάκι κι εκεί κοιμάμαι και ζεσταίνομαι κιόλας και έτσι εσύ θα κοιμηθείς από το άλλο το μέρος». Τέλος πάντων, τον πήρε τον πήγε σπίτι του, είχε αυτός όπως είπαμε έξι παιδιά , πλάγιασαν, πλάγιασε και η γυναίκα του που ήταν έγκυα. Ο νοικοκύρης και ο μουσαφίρης κάθισαν στο τζάκι εκεί συνήθιζε η οικογένεια να στέκονται όρθιοι, εκεί κοιμόνταν και ζεσταίνονταν. Εκείνη τη βραδιά να πιάσουν τη γυναίκα οι πόνοι να γεννήσει το μωρό. Μόλις γεννήθηκε το παιδί κατεβαίνει μια μοίρα πήρε κρεμμύδι και άνοιξε την πετσέτα και κάθισε εκεί να φάει και λέει «αυτό το παιδί θα περάσει φτώχεια μεγάλη, θα τρώει για φαΐ κρεμμύδι και ψωμί » σηκώθηκε έφυγε, κατεβαίνει άλλη μοίρα εκείνη όμως είχε τυρί και ψωμί «αυτό το παιδί θα μεγαλώσει αλλά πλούτη δεν θα έχει το τυρί και το ψωμί όμως δεν θα λείπει από το σπίτι του». Κατεβαίνει και η τρίτη μοίρα και λέει «αυτό το παιδί όταν θα μεγαλώσει θα είναι πλούσιο πολύ και θα φάει τα πλούτη του μουσαφίρη που κάθεται στο τζάκι». Ο μουσαφίρης άκουσε αυτό το πράγμα και το πρωί λέει στον σπιτονοικοκύρη «πόσα παιδιά έχεις ;» «έχω έξι παιδιά και αυτό εφτά », «πολλά δεν είναι για σένα φτωχός άνθρωπος, δεν δίνεις σε μένα το νεογέννητο παιδί ;», «να στο δώσω, πάρτο». Το πήρε αυτός αλλά για να το σκοτώσει όχι για να το πάρει σπίτι του. Όταν πήγε σε ένα χωριουδάκι μικρό στην άκρη από το ποτάμι εκεί, και πάει μια με το μαχαίρι και το σκότωσε. Το άφησε σε ένα τσαλάκι εκεί πέρα. Εκείνο το χωριό είχε κάθε σπίτι μια, δυο κατσίκες και έναν κατσικάρι και τις φύλαγε. Ήταν και μια φτωχή γριά σ’ αυτό το χωριό και κάθε βράδυ που πάενε η κατσίκα, πίσω πάενε να την αρμέξει η γριά, γάλα δεν είχε. Μια μέρα πιάνει τον κατσικάρη και του λέει « βρε παιδί μου, τόσα κατσίκια έχεις, το δικό μου κατσίκι κοιτάζεις να αρμέξεις, που έχω ένα κατσίκι και παίρνεις το γάλα και το τρως; εγώ τι θα φάω; », «γιαγιά εγώ ούτε την κατσίκα σου αρμέγω αλλά ούτε καμιά άλλη κατσίκα αρμέγω. Αλλά θα παρακολουθήσω τι γίνεται». Κι έτσι κι έγινε την άλλη μέρα παρακολούθησε αυτός τη κατσίκα, την βλέπει να πηγαίνει ίσια στο μωρό και βίζενε το μωρό τη κατσίκα και μεγάλωνε. Το πήρε ο κατσικάρης, το πήγε στη γριά και της λέει «να ποιος έτρωγε το γάλα από τη κατσίκα σου», το πήρε η γριά μέσα στη χαρά το μεγάλωσε και το έκανε παλικάρι. Έγινε δεκαοχτώ χρονών. Λέει στους συχωριανούς η γριά«παιδιά μου εγώ είμαι φτωχή γυναίκα, εκεί πιάνετε άλλο τσομπάνη να πιάσετε το δικό μου το παιδί πλάι με τα κατσίκια»,«εντάξει» απαντούν οι συχωριανοί. Το πιασάν, και αυτό έφτιαξε μια όμορφη φλογέρα και τραγουδούσε πολύ ωραία στα κατσίκια. Ο κουλουρτζής που μιλήσαμε στην αρχή πήρε πάλι το άλογο και τα κουλούρια του και πήγε πάλι στο ίδιο χωριό για να πουλήσει κουλούρια. Στο δρόμο που πήγαινε άκουσε το παιδί που έπαιζε τη φλογέρα και του άρεσε πολύ. Πήγε κοντά του για να του μιλήσει, μόλις όμως το παιδί τον είδε σταμάτησε να παίζει.«παίξε παιδί μου γιατί μου άρεσε αυτό που έπαιζες και κοντοστάθηκα να σε ακούσω» και το παιδί ξανάρχισε να παίζει. «Ποιανού παιδί είσαι; », «Μια γριά με μεγάλωσε, εγώ δεν έχω μάνα ούτε πατέρα».«Μπορείς να με πας στο σπίτι σου;», «να σε πάω». Τον πήρε και τον πήγε σπίτι του. Λέει στη γριά «θα σε δώσω δύο εκατομμύρια, θα με δώσεις το παιδί ;», «αμ εγώ τρόμαξα να βρω ένα παιδάκι να μεγαλώσω πως θα στο δώσω τώρα;» λέει η γριά. «Μα δύο εκατομμύρια θα σε δώσω για το παιδί. Εγώ παιδιά δεν έχω, θα το πάρω σπίτι μου». Και όμως ο κουλουρτζής είπε ψέματα στη γριά είχε δύο παιδιά ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Ε άμα άκουσε τα εκατομμύρια η γριά σε λέει «δύο εκατομμύρια είναι αυτά εμένα με φτάνουν και με περισσεύουν, πάρτο το παιδί». Πήρε η γριά τα λεφτά. Στο δρόμο που πήγαινε ο κουλουρτζής δίνει στο παιδί ένα γράμμα. Πηγαίνοντας το παιδί να παραδώσει το γράμμα του εμφανίζεται μια μοίρα και του λέει :«Που πας παιδί μου;» , «να πηγαίνω σε αυτό το χωριό εδώ γιατί ένας κύριος μου έδωσε ένα γράμμα», «αυτό το γράμμα δεν θα το πας στο χωριό αλλά θα το δώσεις σε μένα ». «Μα πως να σου δώσω εσένα αυτό το γράμμα;»,«δεν θα πας αυτό το γράμμα, θα πας αυτό που θα σε δώσω». Το αρχικό γράμμα έγραφε ο κουλουρτζής στη γυναίκα του : «Γυναίκα σε στέλνω ένα παλικάρι αλλά ως το πρωί να μη ζει να το σκοτώσεις». Το γράμμα που έδωσε η μοίρα στο παιδί έγραφε: «Γυναίκα αυτό το παλικάρι που σε στέλνω είναι πολύ καλό παιδί και ως το πρωί να το παντρέψεις με τη θυγατέρα μας». Το πήγε το παιδί το γράμμα σε αυτήν τη γυναίκα, το διάβασε και εκείνη την ώρα φώναξε τον παπά και τους πάντρεψε. Όταν γυρίζει ο κουλουρτζής το άλλο πρωί πιάνει τη γυναίκα του και την λέει :«τι έγινε γυναίκα εκείνο που σου έγραψα το έκανες; »«βέβαια άντρα μου το έκανα όπως πρόσταξες». «Τι έγινε;» λέει ο άντρας, «να πας να τα δεις σαν περδικάκια κοιμούνται αγκαλιασμένα» λέει η γυναίκα. Ανοίγει τη πόρτα ο άντρας και τι να δει; αυτόν να αγκαλιάζει τη θυγατέρα του. Τότε πήγε κατευθείαν σε αυτούς που φυλούσαν τα αμπέλια του και τους είπε : «αύριο θα στείλω το γαμπρό μου και θέλω να τον σκοτώσετε». Όταν γυρίζει σπίτι ο άντρας λέει στη γυναίκα του «αύριο το χάραμα θα σηκώσεις το γαμπρό μας να πάει να φέρει σταφύλια». Πάει να τον σηκώσει το άλλο πρωί η καημένη, τα λυπήθηκε όμως που κοιμόντουσαν σαν προβατάκια και δεν τα σήκωσε. Αλλά σήκωσε το γιο της λέγοντας του «ο μπαμπάς σου πρόσταξε να πας να φέρεις σταφύλια για να φάμε». Ενώ ήταν ακόμη χάραμα ο γιος του σηκώθηκε ανέβηκε στο άλογο του και ξεκίνησε να πάει να μαζέψει σταφύλια. Οι εργάτες που είχαν στήσει καρτέρι μέσα στη νύχτα μπέρδεψαν και σκότωσαν το γιο νομίζοντας ότι ήταν ο γαμπρός. Ξυπνάει ο κουλουρτζής και ρωτάει τη γυναίκα του «τι έγινε γυναίκα αυτό που σου είπα το έκανες; »,«Ναι » του απαντάει εκείνη αλλά αντί για το γαμπρό μας έστειλα το γιο μας. «αχ να’ ξερες τι έκανες» λέει και σηκώνετε και καβαλάει γρήγορα το άλογό του ο άντρας για να προλάβει το φονικό. Οι εργάτες κατάλαβαν το λάθος τους και σάστισαν, όταν είδαν το δεύτερο άλογο να έρχεται νόμισαν ότι αυτός είναι ο πραγματικός γαμπρός και πυροβόλησαν και σκότωσαν και αυτόν. Όταν είδαν ότι σκότωσαν και το αφεντικό τους φύγανε τρέχοντας. Και έμεινε το παλικάρι όπως είπαν οι μοίρες. Έφαγε και τα πλούτη του κουλουρτζή.

Μαριάννα Ζάλλη και Μοσχούλα Κωνσταντίνου

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης

15. Η ΜΑΓΙΚΗ ΚΑΤΣΑΡΟΛΑ

Μια φορά και έναν καιρό στην Ανατολική Θράκη, δίπλα στον Έβρο τον ποταμό, ήταν ένα χωριουδάκι. Εκεί ζούσε ένα ζευγαράκι πολύ μαλωμένο και πολύ φτωχό. Κάθε μέρα το ζευγαράκι μάλωνε, όμως από μέσα τους ήθελαν να πραγματοποιήσει ο Θεός την ίδια ακριβώς ευχή…Να έχουνε φαγητό, νερό και χρήματα. Μια μέρα λοιπόν ήρθε ένας άγγελος Κυρίου και τους έδωσε μια κατσαρόλα. «Με τούτη τη κατσαρόλα , θα ευτυχίσετε και θα έχετε όλα τα καλά του κόσμου! Όμως μη την ανοίξετε!» αυτά τα λόγια τους είπε και εξαφανίστηκε . Το ζευγάρι ήταν πολύ ευχαριστημένο και αγαπημένο τώρα, και είχε όλα τα καλά. Σιγά σιγά όμως οι απορίες της γυναίκας μεγάλωναν κι όλο έλεγε: «Τι να έχει μέσα η κατσαρόλα;». Ο καιρός περνούσε και το ζευγάρι ζούσε ευτυχισμένο με τη βοήθεια της κατσαρόλας… Μια νύχτα όμως η γυναίκα μη μπορώντας να αντέξει την περιέργεια που την έπνιγε, σηκώθηκε κρυφά από τον άντρα της και άνοιξε τη κατσαρόλα. Ευθύς ένα άσπρο περιστέρι πέταξε απ’ την κατσαρόλα προς το ανοιχτό παράθυρο. Η γυναίκα άκουσε το φρρρ και πριν προλάβει να κάνει κάτι όλα είχαν τελειώσει γιατί μαζί με το περιστέρι πέταξαν και τα πλούτη και το ζευγάρι έγινε πιο φτωχό και από πρώτα. Σε λίγες μέρες άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε ξανά και είπε στη γυναίκα «Δε με άκουσες και δες τι πάθατε!» τότε η γυναίκα τον ρωτά «Μπορώ να κάνω κάτι για να επανορθώσω; » Ναι της απαντάει κοφτά ο άγγελος και συνεχίζει «μόνο αν σκοτώσεις τον άντρα σου, θα χαρείς όλα τα πλούτη ξανά», και της έδωσε ένα κοφτερό μαχαίρι. Η γυναίκα τρέμοντας έτρεξε μακριά από το σπίτι τα βήματά της την οδήγησαν στον ποταμό. Εκεί κάθισε και σκέφτηκε με δάκρυα στα μάτια «καλύτερα εγώ παρά εκείνος». Με μια γρήγορη κίνηση μπήγει το μαχαίρι στο στήθος της και πέφτει νεκρή στην άκρη του ποταμού. Ο άντρας της γυρνώντας στο σπίτι, βλέπει τη γυναίκα του να λείπει και τρέχει να τη βρει. Έψαχνε και φώναζε το όνομά της παντού μέχρι που έφτασε στο ποταμό . Βλέπει τη γυναίκα του πεσμένη κάτω, νεκρή, άφωνη και άψυχη. Όχι, αυτό δεν μπορούσε να το αντέξει. Ανέβηκε ψηλά στα βράχια του ποταμού και ετοιμάστηκε να γκρεμιστεί, όταν ο άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε ξανά και με δυνατή φωνή του λέει :« την αγαπάς πολύ..και αυτή σε αγαπάει… γι’ αυτό θα της ξαναδώσω τη ζωή, μόνο αν είστε αγαπημένοι!». Το’ πε και το’ κανε, γιατί οι άγγελοι παιδιά, ποτέ δεν λένε ψέματα και μπορούν ακόμη και πεθαμένους να αναστήσουν με τη δύναμη του Θεού, και όχι μόνο στα παραμύθια… και αν ρωτάτε για το ζευγαράκι μας, έζησε ευτυχισμένο και δεν χρειάστηκε πια πλούτη για να ζήσει αφού είχε την αγάπη, γιατί η αγάπη δεν βρίσκεται μέσα σε κατσαρόλες…και αυτό δεν είναι παραμύθι.

Παρασκευή Γαβριηλίδου

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης


16. ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣ

ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΡΩΜΥΛΙΑ

Ο παππούς του πρώτου ξαδέρφου του πατέρα μου, ζούσε στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλία. Η Στενήμαχος ονομάστηκε έτσι γιατί στο σημείο που το ποτάμι είναι στενό έγινε μια μεγάλη μάχη ανάμεσα στους Έλληνες και στους Βούλγαρους με πέτρες. Αυτές οι μάχες ήταν τόσο δυναμικές που στο τέλος υπήρχαν και νεκροί. Μια ιστορία που μου είπαν είναι ότι είχαν έρθει οι Βούλγαροι στη Στενήμαχο και ήθελαν με κάθε τρόπο να διώξουν τους Έλληνες και να πάρουν όλα τα υπάρχοντα τους. Δηλαδή αυτό που έκαναν ήταν να μπαίνουν σε ελληνικά σπίτια και αν αυτό είχε τρείς κάμαρες, αυτοί έπαιρναν τις δύο και άφηναν την ελληνική οικογένεια με δύο και τρία παιδιά να κοιμούνται σε μία κάμαρα. Οι Βούλγαροι ήταν τόσο ανεπρόκοποι και τεμπέληδες, ώστε όταν ήταν να κόψουν ένα κούτσουρο, το έκοβαν μέσα στη κάμαρα, που το πάτωμα ήταν ξύλινο, ώστε να σπάσει και από το θόρυβο να εξοργίσουν την οικογένεια και να θελήσουν να φύγουν. Ακόμα και τις φυσικές τους ανάγκες, τις έκανα μέσα στο σπίτι και η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη. Στην Στενήμαχο κάθε μέρα οι κάτοικοι που είχαν αγελάδες τις πήγαιναν στο βοσκό για να τις πάνε να βοσκήσουν στο βουνό. Μια μέρα λοιπόν μια κυρά πήγε την αγελάδα της στο βοσκό και καθώς γύριζε συνάντησε μια άλλη κυρά και τις έπιασε τη κουβέντα. Δεν είχαν καταλάβει πότε πέρασε η ώρα, τις έπιασε το απόγευμα και ξαφνικά είδα τις αγελάδες να κατεβαίνουν από το βουνό. Έτσι οι αγελάδες τους τις βρήκαν στο ίδιο μέρος που τις άφησαν.

Άννα Ραφαηλία Παπαλεξίου

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης

17. Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Στα παλιά χρόνια, τότε που κυβερνούσαν βασιλιάδες τα κράτη, ζούσε ένας βασιλιάς, μεγάλος και τρανός. Το βασίλειο του απλωνόταν στις απέραντες πεδιάδες της Θράκης. Μεγάλο βασίλειο, πλούσιο. Είχε ότι επιθυμούσε η καρδιά του. Μια κόρη που υπεραγαπούσε, καλή γυναίκα και άφθονα πλούτη. Το μεγάλο του παράπονο ήταν που δεν μπόρεσε να αποκτήσει ένα γιο για να τον διαδεχτεί στο θρόνο. Δίπλα στο μεγαλοπρεπές παλάτι του, ζούσε μια φτωχή οικογένεια. Παρόλο τη φτώχεια τους και τα πολλά παιδιά που είχαν ζούσαν ευτυχισμένοι στην καλύβα τους. Περνούσαν τα χρόνια. Ένα βράδυ, ο βασιλιάς είδε ένα όνειρο που τον συγκλόνισε και τον τρόμαξε ταυτόχρονα, είδε λέει, πως η γυναίκα του φτωχού γείτονά του θα γεννούσε ένα αγόρι, όμορφο, δυνατό και άξιο που θα του έπαιρνε την βασιλεία, κάτι που δεν ήθελε. Τον προβλημάτισε πολύ αυτό το όνειρο. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Άραγε θα έβγαινε αληθινό; Σκέψη στη σκέψη αποφάσισε να επισκεφτεί το γείτονα. Μόλις αντίκρισε την έγκυο γυναίκα του, πείστηκε ότι το όνειρο μπορεί και να έβγαινε αληθινό. Έτσι κατέστρωσε ένα σχέδιο δράσης. Μπορεί να μην είχε δικό του γιο, αλλά δεν θα επέτρεπε να αλλάξει γένος το βασίλειό του! Ξανά πηγαίνει στο γείτονα αποφασισμένος να πάρει το νεογέννητο αγόρι. Έταξε λαγούς με πετραχήλια στους άμοιρους γονείς του μωρού. Δεν το δίνανε και έτσι έβαλε μπρος τα μεγάλα μέσα, το χρήμα. Ο φτωχός άνθρωπος είχε και άλλα παιδιά να σκεφτεί. Λόγια στα λόγια, τάμα στο τάμα ο φτωχός άνθρωπος πείσθηκε πως το μωρό του θα ζούσε αρχοντικά, θα μορφωνόταν και συνάμα θα ζούσε καλύτερα και όλη η υπόλοιπη οικογένεια. Άσε που θα το έβλεπαν και κάθε μέρα, μια και δεν θα πήγαινε και πολύ μακριά. Ο βασιλιάς πήρε το μωρό και αμέσως έβαλε το σχέδιο του σε εφαρμογή. Το βράδυ χωρίς να τον δει κανείς πήρε το μωρό, καβάλησε το γρήγορο άλογό του και πήρε τα όρη, τα άγρια βουνά για να το εξαφανίσει. Κατά βάθος όμως ήταν καλός άνθρωπος δεν μπόρεσε να το σκοτώσει όπως προσχεδίαζε. Το πέταξε σε ένα πουρνάρι πολύ μακριά ελπίζοντας να μην το βρει κανείς. Όμως ότι γράφει δεν ξεγράφει που λέει και ο θρακιώτικος λαός. Το μωρό αυτό θα ζούσε και θα βασίλευε! Το βρήκαν λοιπόν κάποιοι καλόκαρδοι άνθρωποι εκεί στην ερημιά να κλαίει πεταμένο πάνω στο πουρνάρι, το καταλυπήθηκαν και το πήραν μαζί τους. Πήγαιναν στο βασιλιά. Έπρεπε να πληρώσουν τους φόρους που είχαν καθυστερήσει. Φτάνουν στο παλάτι, ζητούν ακρόαση από τον μεγαλειότατο άρχοντα τους, έχοντας μαζί τους και το παιδί. Ο βασιλιάς το αναγνώρισε αμέσως. Πως όμως θα το πάρει από τους χωρικούς. Πάλι το χρήμα και η πονηριά! Ρωτάει τάχα χωρίς να ξέρει. Είναι αγόρι για κορίτσι αυτό το όμορφο παιδί; «Δεν ξέρουμε βασιλιά μου, στο δρόμο μας για εδώ το βρήκαμε πεταμένο σε ένα πουρνάρι». Αφού το είδαν όλοι ότι ήταν αγόρι λέει ο βασιλιάς «Αφήστε το σε μένα μιας και ο Θεός δεν μου έδωσε γιους και σας χαρίζω όλους τους φόρους. Χαρούμενοι οι χωρικοί μ’ αυτή την εξέλιξη, άφησαν το παιδί στο βασιλιά και γύρισαν σπίτια τους. Πάλι σε σκέψεις μπήκε ο βασιλιάς. Τι να το κάνει αυτό το παιδί για να το εξαφανίσει. Έτσι του ήρθε μια άλλη ιδέα. Έκανε μια ξύλινη κάσα. Έβαλε μέσα το αγόρι και ένα σημείωμα που έγραφε ότι ήταν αβάπτιστο και πέταξε τη κάσα στο θρακικό πέλαγος. Η θάλασσα παρέσυρε τη κάσα βαθιά, εκεί όπου ψάρευαν οι καλόγεροι. Εκείνη τη μέρα λοιπόν αντί για ψάρια, ψάρεψαν την ξύλινη κάσα που πέταξε στη θάλασσα ο βασιλιάς. Μη ξέροντας τι να κάνουν, την πήγαν στον Ηγούμενο. Ο Ηγούμενος την άνοιξε και βλέποντας το αγόρι σάστισε. Το βάφτισαν, το περιποιήθηκαν και το μεγάλωσαν οι καλόγεροι το αγόρι. Το κάνουν καλογεράκι. Καθώς μεγάλωνε τους έδινε χαρά τραγουδώντας, ψέλνοντας και βοηθώντας τους στις δουλειές. Έγινε παλικάρι ξακουστό για τη γλυκιά φωνή του. Ένας με τον άλλο οι επισκέπτες του μοναστηριού έλεγαν για το παλικάρι με τη θεϊκή φωνή που ζούσε με τους καλόγερους που το βρήκαν σε μια κάσα στη θάλασσα. Έτσι έφτασε και στα αφτιά του βασιλιά. Ταίριαζε η ιστορία αυτού του παλικαριού με τη δική του ξεχασμένη πια ιστορία. Η περιέργεια του, τον έτρωγε και δεν τον άφηνε να κοιμηθεί τις νύχτες. Αποφάσισε λοιπόν να πάει και αυτός στο μοναστήρι αυτό. Έπρεπε να δει με τα μάτια του αυτό το παλικάρι. Ανήξερο το παλικάρι τραγούδησε και έψαλε για το βασιλιά βάζοντας τα δυνατά του για να εντυπωσιάσει. Ήθελε το παλικάρι να δει και τον κόσμο έξω από το μοναστήρι . Ήταν βέβαια δύσκολο να αποχωριστεί τους καλόγερους που τον μεγάλωσαν με τόση στοργή και αγάπη. Όταν όμως ο βασιλιάς του ζήτησε να πάει ένα γράμμα στη γυναίκα του, η επιθυμία του φούντωσε. Έγραφε στο γράμμα ο βασιλιάς. «Γυναίκα αυτό το παλικάρι που θα σου φέρει το γράμμα, να το ζεματίσεις με καυτό λάδι». Πήρε το γράμμα και ξεκίνησε για το παλάτι του βασιλιά, έχοντας μια αποστολή. Να παραδώσει το γράμμα στη βασίλισσα. Στο δρόμο συνάντησε ένα σεβάσμιο γέροντα. «Που πας παλικάρι μου; », «Πάω αυτό το γράμμα στη βασίλισσα, απάντησε με την αφέλεια του το, παλικάρι, φιλώντας το χέρι του γέροντα. Δώστο μου εμένα αυτό το γράμμα λέει ο γέροντας. Του το δίνει το παλικάρι, γιατί κανείς δεν ξεφεύγει από το γραμμένο. Αλλάζει το γράμμα ο γέροντας χωρίς να το καταλάβει το παλικάρι. Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, φτάνει επιτέλους στο παλάτι. Αφού παραδίδει το γράμμα στη βασίλισσα, ζήτησε να φάει και να ξεκουραστεί. Η βασίλισσα διαβάζοντας το γράμμα άρχισε κιόλας τις ετοιμασίες. Το γράμμα που πήρε από το βασιλιά έλεγε. Αυτό το παλικάρι διάλεξα για τη κόρη μας. Θέλω να την παντρέψεις πριν γυρίσω. Μετά από τρεις μέρες που γύρισε ο βασιλιάς, πιστεύοντας ότι η γυναίκα του θα είχε κάνει ότι της παρήγγειλε, βρήκε γλέντια και χαρές στο παλάτι. Παντρεύτηκε η μοναχοκόρη του. Ως εκεί άντεξε η καρδιά του. Του ήρθε ταμπλάς κι έσκασε από το κακό του. Το παραμύθι μας τελειώνει βρίσκοντας το παλικάρι και τη μοναχοκόρη του βασιλιά να ζουν καλά και εμείς καλύτερα.

Σταυρούλα Τσιμπλιαράκη

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης

18. ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Κοντιβι καλοκαιρ’ . Απού μέρις η πιθιράμ’ μι παραγγιλι ντη μ Παρασκ’ βι να πααίνου να ντη βοηθήσου στου φούρνισμα. Του πουρνό ιτοίμασ’ κα ιγώ, ιτοίμασα κι του π’ δίμ, ‘ηνταν πιντέξ’ μηνώ, κι πήρα ντη στράτα για τση πιθιράσουμ’ του σπίτ’, που ήνταν στου σκουλιό ντου μαχαλά. Μόλις είχι σ’κουθεί ου ήλιος κανά μπόι, όταν έφτασαμι στου σπίτ’. Η πιθιράμ’ ε’ιχι ζ’μώσι απ’ του πουρνό κι τα ψουμιά ήνταν ετ’ μα στη πνακουτή. Ερλέχτσα ντου μικρό στου χαγιάτ’ , απάν’ στη ψάθα, ντου στέριουσα μη τρεις μαξ’ λάρις στα ντραμπαζάνια κι ντ’άφ’κα ικεί να κάνου ντη δ’λειάμ’ γιατί ήνταν πουλύ γιαβάσκους. Σιαπέρα απ’του χαγιάτ’ ήνταν ου φούρνος κι ακόμα σιαπέρα μια μιγάλ’ ασκαμνιά που έκαν’νι πουλύ νόστιμις ματζούλις. Πήρα τα πουρνάρια, τ’ άχουσα στου φούρνου κι τά’ βανα φουτιά. Έριχνα κάθι τόσου πουρνάρια ίσαμ’ να κάψ’ ου φούρνους κι να είνι έτ’μους για φούρνισμα. Όταν άσπρισι, τράβηξα τα καρβούνια μπρουστά μι του σράβλιστου κ’ύστ’ρα μη ντη πάνα καθάρσα απού κάτ’τσι στάχτιςν κ’ ήνταν έτ’μους για φούρνισμα. Αρχίνιψα τότις να τραβώ του μισάλ’ κι να ρίχνου τα ψουμιά απ’ ντη πνακουτί στου φκιάρ’ κι να τα φουρνίζου ένα ένα. Κείν’ ντη ώρα που φούρνιζα, έρντι ένας αρκουδιάρ’ς μη ντ’ αρκουδάκλατ’. Μόλις ίδι αυτή του μικρούτσ’κου κι χουρίς να ντη πάρουμι χαμπάρ’, γιακναντίζ’, γκερεντίζ’, τσι χειρούκλιτ’ς κι απάζ’ του πιδούδιμ’ μεσ’ντι’ αγκαλιάτ’ς. Του μικρούτσ’κου αρχίνιψι να κλαίει. Ιγώ γυρνώ του κιφάλιμ’, κ’τάζω ντ’αρκουδάκλα μι του πιδίμ’σντ αγκαλιάτ’ς κι αρχινώ να τσιριμαχώ, να κάν΄θα λουλιά. Η αρκουδιάρ’ς σιασίρντ’σι. «Ησύχασε κυρά μ’ δε θα το επιράξει το μικρό. Γέννησε και το αρκουδάκι ψώφισε, για αυτό πήρε το μικρό μόλις το είδε. Μη φοβάσαι θα το αφήσει», ίλίγι ο αρκουδιαρ’ς κι προσπαθούσι να παρ’ του μικρούτ’κου. Μόλις του πήρι απ’ντ’αρκούδα μι του’δουσι κι γύριψι να ντου σχουρέσου που μι λαχτάρ’σι τόσου πουλύ. Ιγώ μόν’που δε κατρήθ’κα απ ντου φόβουμ’. Τα πουδάριαμ’ έτριμαν κ’είχα γιν’ κίτριν’θα φλουρί. Μ’ ούλουν τούτον ντου σαματά, η πιθιράμ’βγήκι απ’του κιλάρ’ στου χαγιάτ κι αρχίνιψι να φουνάζ΄ντ’αρκουδιάρ’. «Γκριμίσκι απ’ιδώ κι συ κι αρκουδάκλα’ς ». Ιγώ να μη τα πουλυλουγούμι έκανα ώρα να συνέρτου. Καλά που πρόκανα να φουρνίσου του ψουμί.

Μαρία Χριστίνα Γεωργιτζίκη

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης

19. ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Εκεί, στην «Τούμπα Μπαγλαρί», μια μικρή περιοχή της Ξάνθης. Η μικρή Πιπίνα κοιμόταν και ονειρευόταν. Και κάθε βράδυ σχεδόν το ίδιο όνειρο. Ένα σμήνος από μικρές πυγολαμπίδες σχημάτιζαν στον σκοτεινό ουρανό ένα φωτεινό «Θ»(θήτα). Και οι μέρες περνούσαν, οι νύχτες έρχονταν και η μικρή Πιπίνα είχε γίνει κιόλας 12 χρονών κι ακόμη δεν μπορούσε να δώσει μια εξήγηση σ’ εκείνο το όνειρο. Το σπίτι που ζούσε δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, όμως ήταν πάντα τακτοποιημένο και καθαρό. Από το παράθυρο του δωματίου της έβλεπε το επιβλητικό τζαμί και τους όμορφους κήπους από τα τσιφλίκια του πάνω μαχαλά. Πολλές ήταν οι φορές που καθόταν στο περβάζι και προσπαθούσε να δώσει με το νου της σχήματα στα σύννεφα του ουρανού. Ήξερε ότι οι γονείς της δεν ήταν οι πραγματικοί της, όμως την αγαπούσαν και την μεγάλωναν καλύτερα ίσως και από δικό τους παιδί. Ποτέ δεν έμαθε ποιοι ήταν οι πραγματικοί γονείς της και δίσταζε να ρωτήσει γιατί φοβόταν την απάντηση. Το βλέμμα της Πιπίνας ήταν πάντα μελαγχολικό. Το μόνο που έλαμπε ήταν τα ξανθά μαλλιά της σε αντίθεση με το μελαψό δέρμα της. Κυριακή σήμερα και σε λίγο θα συναντιόταν με τους φίλους της Ομάρ και Αϊμέ για να παίξουν στην αυλή του σπιτιού τους. Μα δεν ήταν αυτό που της έδινε τόση χαρά. Θα περνούσε πάλι μπροστά από το μικρό καπνοπωλείο για να ακούσει γλυκές ιστορίες από τη ηλικιωμένη ιδιοκτήτρια του την κα Δέσποινα. Πως ήρθε πρόσφυγας στη Θράκη, στο κατώφλι της Κωνσταντινούπολης, κουβαλώντας τα λιγοστά υπάρχοντά της και με το φόβο του τσανταρμά δηλαδή του χωροφύλακα, πως είχε χάσει για μεγάλο χρονικό διάστημα τη μνήμη της, πως ταλαιπωρήθηκε να επιβιώσει κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες και άλλα πολλά. «Καλημέρα κα Δέσποινα», «Καλημέρα μικρή μου! Κόπιασε να σε τρατάρω. Έφτιαξα κανταΐφι, που σ’ αρέσει.». Από το μικρό ραδιοφωνάκι ακουγόταν ρυθμική θρακιώτικη μουσική. Η Πιπίνα δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα της από τα μελιά μάτια της κας Δέσποινας. Οι βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπό της φανέρωναν τα δύσκολα χρόνια που πέρασε ενώ μια γλυκιά μελαγχολία ήταν ζωγραφισμένη παντού στο πρόσωπό της. Υπήρχαν στιγμές που νόμιζε ότι το μυαλό της ταξίδευε κάπου αλλού, δεν έλειπε ωστόσο το χαμόγελο από τα χείλη της. «Αχ, γιαβρί μου, έτσι τη φώναζε, εχθές κουράστηκα πολύ και πονάνε τα χέρια μου». Η Πιπίνα τότε αυθόρμητα πήρε τα χέρια της κας Δέσποινας και άρχιζε να τα χαϊδεύει για να τα γιατρέψει. Ήταν σκληρά και ταλαιπωρημένα. «Είδες πως έγιναν τα χέρια μου γιαβρί μου; Από τότε που ήρθα από την Πόλη δουλεύω στα καπνά. Αρχικά, με πήρε στο κτήμα του ο Χουσεΐν Μπέη και έμενα μαζί με άλλα εννέα άτομα σε μια αποθήκη. Να’ ναι καλά ο άνθρωπος. Μου έμαθε τη δουλειά και αργότερα μπόρεσα να νοικιάσω δική μου γη. Επειδή είχε μείνει πολύ ευχαριστημένος μάλιστα από τη δουλειά μου, μου χάρισε και ένα βόδι. Αρχικά έσπειρα σιτάρι για να έχω τουλάχιστον σταρένιο ψωμί να τρώω,πονούσε το στομάχι μου από τα αγριόχορτα που συνήθιζα να τρώω, και μετά έσπειρα καπνά και τα πουλούσα. Από τη νύχτα ξεκινούσα να πάω να τα σπείρω για να μη με πιάσει ο ήλιος και όταν ερχόταν τον Άγουστο η ώρα να τα σπάσω πάλι από τη νύχτα ξεκινούσα. Φυλλαράκι φυλλαράκι τα περνούσα από την κλωστή και τα κρεμούσα να λιάζονται για πολύ καιρό μέχρι να ξεραθούν. Με πολλή δουλειά μέρα και νύχτα έκανα αυτό το μαγαζάκι. Δόξα το Θεό! Ήρθα εδώ στη Ξάνθη και έγινα κομμάτι της, γνήσια Θρακιώτισα! Οι άνθρωποι είναι όλοι φιλήσυχοι, φιλόξενοι και αξιοπρεπείς. Η σκέψη μου και η καρδιά μου όμως θα είναι πάντα στραμμένη στις ρίζες μου. Ζω το χθες, το σήμερα και κάνω όνειρα. Αυτά με κρατάνε ζωντανή». «Κα Δέσποινα, τι είναι αυτό το λουρί κρεμασμένο στο καρφί;»,«Α! Αυτό είναι το λουρί της Μαριγώς, της αγαπημένης μου αγελάδας. Βλέπεις εκεί στη Πόλη είχαμε μια φάρμα με αγελάδες. Μια μέρα χάσαμε τη Μαριγώ και το μόνο που βρήκαμε κρυμμένο στα άχυρα ήταν το λουράκι της. Τότε, όπως συνηθιζόταν, πήγαμε στον πασά που φημιζόταν ότι είχε μαντικές ικανότητες. Κοίταξε τα νύχια του για αρκετή ώρα και μας είπε ποιος είχε πάρει την αγελάδα μας. Όμως ας μη σε ζαλίζω, για πες μου εσύ πως τα περνάς;». «Είμαι καλά, όμως νοιώθω ότι κάτι μου λείπει. Ότι ανήκω κάπου αλλού. Και βλέπω συνέχεια εκείνο το όνειρο». «Να προσεύχεσαι συχνά. Είσαι τυχερή που αυτοί οι δύο άνθρωποι σε φροντίζουν σα δικό τους παιδί. Θα προσεύχομαι και εγώ για σένα να βρεις σύντομα αυτό που σου λείπει. Πάνε τώρα στους φίλους σου που σε περιμένουν και πάρε και αυτά τα άσπρα καλαμπόκια να φάτε. Θα χαρώ να σε δω και την επόμενη Κυριακή». Μια έκπληξη όμως περίμενε την Πιπίνα την επόμενη Κυριακή. Όταν μπήκε στο μικρό καπνοπωλείο της κας Δέσποινας τη βρήκε να κλαίει αγκαλιά με μια φωτογραφία. Μπήκε διστακτικά μέσα και της μίλησε. «Καλημέρα κα Δέσποινα!». «Καλημέρα μικρή μου. Και σκούπισε γρήγορα γρήγορα τα δάκρυά της.». «Κα Δέσποινα, ποιοι είναι αυτοί στη φωτογραφία; ». «Ο γιος μου,, η νύφη μου και το δίχρονο κοριτσάκι τους. Έχασα τα παιδιά μου από ελονοσία και η εγγονή μου..» δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. «Και η εγγονή σου, κα Δέσποινα ;». «Δεν ξέρω γιαβρί μου. Μου είπαν ότι πέθανε, όμως μέσα μου πιστεύω ότι ζεί και ότι κάποτε θα τη βρω γι’ αυτό ο Θεός με κρατάει ακόμη ζωντανή.» Η φωτογραφία έπεσε από τα χέρια της κας Δέσποινας. Τότε η Πιπίνα διάβασε στο κάτω μέρος της φωτογραφίας.- Οικογένεια Ανθόπουλόυ Δημήτρη-. Είναι σίγουρη ότι κάπου είχε ξανακούσει αυτό το επίθετο ή το είχε δει γραμμένο. Χαιρέτησε ευγενικά την κα Δέσποινα κι έτρεξε αυτή τη φορά στο σπίτι της κι όχι στο σπίτι των φίλων της. «Αννέ, αννέ», φώναξε που σημαίνει μάνα, μάνα. «Δώσε μου σε παρακαλώ το μενταγιόν που είπες ότι φορούσα όταν ήμουν μικρή». Ναι, τώρα βεβαιώθηκε. Ο άντρας και η γυναίκα που ήταν στη μικρή φωτογραφία από το μενταγιό ήταν οι ίδιοι που χαμογελούσαν και στη φωτογραφία της κας Δέσποινας. Στο πίσω μέρος του μενταγιόν ήταν χαραγμένες οι λέξεις : Οικογένεια Ανθόπουλου Δημήτρη. Ποτάμια τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της συνοδευόμενα όμως από ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη της. Τα συναισθήματα ήταν τόσο μπερδεμένα. Και πριν καταλάβει καλά καλά τι είχε γίνει, την πήρε ο ύπνος με το μενταγιόν στο λαιμό της. Και νάτες πάλι αυτές οι μικρές πυγολαμπίδες να σχηματίζουν ένα τεράστιο φωτεινό Θ ! μα αυτή τη φορά ήρθαν και άλλες και αυτές σχημάτισαν ένα τεράστιο φωτεινό Ρ ! και μετά ήρθαν και άλλες που σχημάτισαν ένα τεράστιο φωτεινό Α ! και μετά ένα Κ και τέλος ένα Η ! θήτα, ρο, άλφα, κάπα, ήτα ! ΘΡΑΚΗ! Ώστε αυτό σήμαινε λοιπόν το όνειρό της. Εκεί στη Θράκη βρήκε τη γιαγιά της, βρήκε αυτό που τηε έλειπε. Την αληθινή οικογένειά της. Δεν υπάρχει ούτε τρόπος ούτε τόπος μαγικός για να γίνει το θαύμα. Ψυχή μόνο θέλει. Και απ’ αυτήν έχουν μπόλικη οι Θρακιώτες. Χιλιοτραγουδισμένη Θράκη, η σκέψη και η καρδιά μας είναι πάντα στραμμένη σε σένα!

Αθηνά Μαχαίρα

4° Δημ. Σχολείο Θέρμης

20. ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η προγιαγιά μου η Λουίζα είναι η μαμά της γιαγιάς μου. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης, μέχρι το μεγάλο διωγμό. Όταν έφυγαν και ξεκίνησε η προσφυγιά, ξεκίνησαν για τη Βουλγαρία. Ο προ προπάππους μου ο Δημητρός είχε φύγει πιο μπροστά για να ετοιμάσει το σπίτι να πάει η οικογένειά του. Η προ προγιαγιά μου η Κερατσό πέρασε μεγάλες στεναχώριες. Είχε πέντε παιδιά και ήταν εντελώς μόνη. Κάθε λίγο οι Τούρκοι έκαναν έφοδο στο σπίτι και το έκαναν άνω κάτω ψάχνοντας τον προ προπάππο μου τον Δημητρό. Μετά από καιρό ο προ προπάππος μου ο Δημητρός βρήκε έναν έμπιστο άνθρωπο, τον πλήρωσε για να φέρει την οικογένεια του στη Βουλγαρία. Η προ προγιαγιά μου η Κερατσό μάζεψε τα πράγματα που μπορούσε να κουβαλήσει αυτή και τα παιδιά. Ξεκίνησαν λοιπόν το βράδυ να περάσουν τα σύνορα και το πρωί ήταν κρυμμένοι στο δάσος να μην τους δουν οι Τούρκοι και το βράδυ προχωρούσαν. Την δεύτερη βραδιά ξεκίνησαν να προχωρούν είχε πολύ πυκνό σκοτάδι, δεν φαινόντουσαν άστρα και φεγγάρι. Τότε χάθηκε η προγιαγιά μου η Λουίζα. Έψαχναν να τη βρούνε όλη τη νύχτα. Φώναζαν μέχρι που τη βρήκαν. Αλλά τους άκουσαν οι Τούρκοι και τους γύρισαν πίσω στη πατρίδα τους. Πέρασε αρκετός καιρός. Ο προ προπάππος μου ο Δημητρός είχε ανοίξει μαγαζί στο Τσαραΐ της Γιάμπολης και πουλούσε ξηρούς καρπούς και γεμίσια. Έβγαζε καλά λεφτά. Μάζεψε πάλι αρκετά και βρήκε πάλι έναν έμπιστο άνθρωπο να φέρει την οικογένειά του στη Βουλγαρία. Πάλι γέμισε η γιαγιά η Κερατσό τα ζεμπίλια (τσάντες), τα φόρτωσε στα παιδιά και πήρε και αυτή τα υπόλοιπα πράγματα. Ξανά ήταν κρυμμένοι στο δάσος το πρωί και το βράδυ προχωρούσαν. Μετά από πολύ μεγάλη ταλαιπωρία πέρασαν τα σύνορα και τους περίμενε ο προ προπάππος μου ο Δημητρός. Φορτώθηκαν σε ένα κάρο και έφτασαν στη Γιάμπολη. Εκεί έζησαν δύο χρόνια. Ένα χρόνο στη Γιάμπολη και ένα στη Φιλιππούπολη. Όταν ησύχασαν τα πράγματα γύρισαν στην Ελλάδα και έμειναν στη Θεσσαλονίκη. Μετά ο προ προπάππος μου ο Δημητρός ήθελε να γυρίσει στη πατρίδα. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν στη Ξάνθη που είναι κοντά στα σύνορα. Έκανα σπίτι εκεί με την ελπίδα να γυρίσουν. Έμειναν στη Ξάνθη όπου τελικά είχαν μαζευτεί όλοι και της πατρίδας τους το όνομα έμεινε στις οδούς. Μαζεύονταν κάθε Σάββατο κι έκανα ζορφίξ (συγκέντρωση) και αναπολούσαν τα παλιά. Δηλαδή πως περνούσαν στη πατρίδα τους, με το λαντό(παϊτόνι) που πήγαιναν τη βόλτα τους, που πήγαιναν επίσης στα απρέμιντί που χόρευαν και τραγουδούσαν. Διατήρησαν τα ήθη και τα έθιμα τους που ακόμη και σήμερα η γιαγιά μου η Μαίρη τα κρατάει. Δυστυχώς όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι έμειναν με το όνειρο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ αλλά ευτυχώς είχαν τις αναμνήσεις τους για παρέα μέχρι το τέλος.

Μαρία-Χριστίνα Εμμανουηλίδου

77° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

21. Η ΓΝΗΣΙΑ ΘΡΑΚΙΩΤΙΣΑ

Η εκπαίδευση : Στο σχολείο πηγαίναμε πρωί-απόγευμα. Τα παιδιά μέσα στη τάξη ήταν 30-50 αναλόγως με τα παιδιά. Στη τάξη μας είχαμε μια δασκάλα ή δάσκαλο. Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί. Καταρχήν εάν δεν πήγαινες διαβασμένος τους έλεγε: άνοιξε τα χέρια. Δεύτερον εάν δεν πήγαινες την Κυριακή στην εκκλησία, την Δευτέρα τον έβαζαν τιμωρία. Στο σχολείο πηγαίναμε με τη ποδιά. Η τσάντα μας ήταν από ύφασμα όπου την έραβε η μαμά. Μέσα στη τσάντα βάζαμε ένα βιβλίο, είχα ένα ή δύο τετράδια όπου πίσω από τα τετράδια είχε την προπαίδεια και από εκεί την μαθαίναμε. Επίσης είχαμε ένα μολύβι, και για να ξύσουμε το μολύβι παίρναμε το μαχαίρι. Εκδρομή μας πήγαιναν με τα πόδια, δηλαδή μας πήγαιναν στο γειτονικό χωριό. Αφού γυρνούσαμε από το σχολείο, πηγαίναμε στο στάβλο και βοηθούσα τους γονείς μου.Τα εθίματα : Την Καθαρή Δευτέρα ζυμώναμε μια πίτα(ψωμί). Το ψήναμε πάνω στη σόμπα. Το πρωί και το μεσημέρι δεν τρώγαμε από το ψημένο ψωμί, τρώγαμε το βράδυ το ψωμί και έλεγε ποιόν θα πάρεις. Του Αγίου Θεοδώρου με τις ελεύθερες κοπέλες πηγαίναμε σε ένα σπίτι κάναμε γλυκά και με το γραμμόφωνο βάζαμε μουσική και χορεύαμε. Μέσα στο χωριό είχε δύο βρύσες και πηγάδι. Με τις στάμνες που τις βάζαμε στον ώμο πηγαίναμε στις βρύσες και βάζαμε νερό για να πιούμε.Τα παιχνίδια μας : Για να φτιάξουμε τη μπάλα χτενίζαμε την ουρά της αγελάδας και παίζαμε μ’ αυτές. Το Πάσχα σφάζαμε το αρνί και το είχαμε για καλό (για τάμα). Με τα κοκαλάκια από τα πόδια τους τα παίρναμε και παίζαμε με τη μπάλα. Παίζαμε διάφορα παιχνίδια. Τα χρόνια μας ήταν ήσυχα. Στο σχολείο πηγαίναμε με τα πόδια μόνοι μας. Είχαμε ένα ζευγάρι ρούχα, παπούτσια κ.α. Στη πρώτη Μαρτίου βάζαμε τον Μάρτη και περιμέναμε τον πελαργό για να μας φέρει το φόρεμα και τα παπούτσια. Κάποιοι τα μάγουλά μας κοκκίνιζαν και αυτό σήμαινε πως ήμαστε ερωτευμένοι.Τα κάλαντα της Θράκης : Τα κάλαντα τα τραγουδούσαμε τα Χριστούγεννα. Τα κάλαντα τα λέγαμε το απόγευμα. Τότε δεν υπήρχαν φώτα, τότε είχα τις γκαζόλαμπες. Τα κάλαντα που λέγαμε την Πρωτοχρονιά ήταν : Σούρμα μπάμπου γηρό κουρμί γηρό σταυρί.

Φωτεινή Βυζιώτη

Δημ. Σχολείο Λαγυνών

22. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΘΡΑΚΙΩΤΙΣΑΣ

Μια φορά κι έναν καιρό στο Πούσιτο Ξάνθης ζούσε μία από τις πολλές πολύτεκνες οικογένειες. Ο Μπαρμπα Απόστολος ο Μαυροειδής και η φαμίλια του. Είχαν έξι αγόρια και μια κόρη, το πιο μικρό παιδί η Αναστασούδα. Η Αναστασούδα ήταν το χαϊδεμένο παιδί της φαμίλιας, τα αδέλφια της την λάτρευαν, η μάνα της ήταν όλο καμάρι και ο πατέρας πίστευε πωε είχε το πιο όμορφο κορτσούδι του ντουνιά. Δούλευαν όλοι μαζί στα χωράφια, είχαν λιόσπορους και τα χρήματα ήταν λιγοστά, όμως είχαν αξιοπρέπεια και όρεξη για ζωή! Τα βράδια καθόντουσαν όλοι μαζί για να φάνε μετά από μια κοπιαστική ημέρα. Τραγουδούσανε όλοι μαζί τραγούδια της τάβλας αλλά και χόρευαν! Τα τραγούδια που έλεγαν ήταν : με γελάσανε τα πουλιά, βασίλεψε ο αυγερινός, σ’ αυτό το αλώνι το φαρδύ και το πιο αγαπημένο τους τραγούδι, που το έλεγαν για να πειράξουν την Αναστασούδα είναι το : έλα Ναστασούδαμ’ κάτσε να σου πω παράτησε το Χρήστο να σε πάρω ‘γω. Πως να τον παρατήσουν του Μονοχολή πουλύ μικρή με πήρε δώδεκα χρωνη. Με τάιζε το μέλι και τη ζάχαρη… Έτσι περνούσαν τα χρόνια και η Αναστασούδα η Μαυροειδή έγινε δεκαπέντε χρονών, όμορφη και καλή νοικοκυρά. Ο έρωτας όμως ήρθε και χτύπησε την πόρτα της καρδιάς της. Αγάπησε το Χρήστο, το Μακεδόνα που υπηρετούσε τη πατρίδα στα μέρη της «Χωρίς εσένα δε φεύγω στη Μακεδονία Αναστασούδα», της έλεγε ο Χρήστος που ήταν ψηλός, όμορφος και αποφασιστικός ο Μακεδόνας. Η φαμίλια δεν τον ήθελε για γαμπρό, κι αυτό γιατί δεν ήθελαν να αποχωριστούν το χαϊδεμένο τους κοριτσάκι και επίσης δεν ήταν Θρακιώτης, ήταν σημαντικό για αυτούς. Δευτέρα μεσημέρι ο Χρήστος ο Αλευράς απολύεται και Δευτέρα βράδυ φτάνει στη Θεσσαλονίκη στο χωριό Λαγυνά μαζί με την Αναστασούδα. Την έκλεψε από το Μαυροειδέϊκο. Με τον καιρό το πήραν απόφαση ότι ο Μακεδόνας ήταν το τυχερό της. Έστησαν το νοικοκυριό τους πάνω στην αγάπη και το σεβασμό. Νοικοκύρης ο Μακεδόνας, χτίστης μάστορας από τους καλύτερους του χωριού, αλλά και η Αναστασούδα η καλύτερη νοικοκυρά της περιοχής και ας ήταν κι μικρούλα. Εκείνη ήταν που δίδαξε στις γυναίκες του χωριού πως να πλέκουν με το βελονάκι τα τσεμπέρια τους. Εκείνη ήταν που δίδαξε στις συχωριανές της και ένα σωρό χρήσιμα πράγματα γύρω από το νοικοκυριό. Η ζωή της ήταν πάντα γεμάτη αγάπη, με το Μακεδόνα και τα τέσσερα παιδιά της, όμως παρόλα αυτά νοσταλγούσε τη πατρίδα της. Το μπουμπάκο της (το μπαμπά της), τη μάνα της, αλλά και τους αδερφάδες της που την τραγουδούσαν. Λίγες φορές τους ξαναείδε, είχαν δίκιο οι δικοί της, ήταν μακριά στα ξένα. Έχασε και τον αγαπημένο της το Χρήστο τον Μακεδόνα πολύ νωρίς και δεν πρόλαβε να τον χορτάσει, όπως έλεγε. «Τώρα μου κόψαν τα φτερά και πάω περπατώντας», ψιθύριζε η Αναστασούδα. Πάντρεψε τα παιδιά της και απέκτησε εγγόνια, πολλά εγγόνια. Τα μάζευε όλα γύρω της και τα μιλούσε συνέχεια για την πατρίδα της και για την αγάπη της, τον παππού τους τον Μακεδόνα. Ένας νοντάς ήταν που πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της, μα ήταν στολισμένος, νοικοκυρεμένος. Από την Ανατολική μεριά του τοίχου εικονοστάσι με την Παναγιά να δεσπόζει και το καντήλι πάντα αναμμένο. Γύρω γύρω στους τοίχους είχε πάντες από τα χέρια της, φτιαγμένο κάτω, στρωμένο υφαντό, κιλίμι με μεγάλα κόκκινα τριαντάφυλλα και πολλά μαξιλάρια όλα κεντημένα, που τα έβαζαν κάτω τα εγγόνια και καθόντουσαν για να ακούνε τις ιστορίες κυρίως από τον τόπο της. Δεν είχε χρήματα πολλά για να αγοράσει διάφορα, γι’ αυτό και έβαζε ένα κατσαρολάκι στο σπιρτολόγο, έβραζε νερό, έριχνε ζάχαρη και λίγο πολύ λίγο κακάο, έκοβε και από μια μπουκιά ψωμί και τρατάριζε τα εγγόνια της. Αχ ! Τι νόστιμο που ήταν ένα φλιτζανάκι με κακάο και να βουτάς το ψωμάκι, σαν να ήταν η θεία κοινωνία για τα εγγόνια της. Μα δεν ήταν το κακάο, ήταν τα λόγια της που έσταζαν μέλι, ήταν η ίδια το φως και ο πολιτισμός . Η Αναστασούδα έγινε γιαγιά Τασό, ήρθε η ώρα να αφήσει τούτο το κόσμο. «Μέχρι της εννιά το βράδυ, είπε, να’ ρθείτε να με χαιρετήσετε γιατί μετά θα με περιμένει αυτό που λαχταρώ. Λαχταρώ να πάω εκεί που δεν είμαι ξένη είπε, εκεί που η Θράκη και η Μακεδονία είναι μαζί, εκεί που είναι τ’ αδέρφια μου και οι γονείς μου. Εκεί που είναι ο Χρήστος μου και άνοιξε την αγκαλιά του και με περιμένει». Έτσι και έγινε πέρασαν όλα τα παιδιά της και τα εγγόνια της και τη χαιρέτησαν και για το καθένα ξεχωριστά είχε μιαν ευχή. Εννιά παρά δέκα γύρισε και είδε το ρολόι στο τοίχο. «Και τώρα αφήστε με μόνη, τους είπε, ήρθε η ώρα να ξανασμίξω με την αγάπη μου, τον Μακεδόνα». Έτσι και έγινε όπως τα λογάριαζε. Έγραψε την ιστορία της μέσα από το ήθος της και τον πολιτισμό της, το πολιτισμό της Θράκης.

Ελευθερία Καμπαγιοβάννη

Δημ. Σχολείο Λαγυνών

23. Η ΑΛΗΘΙΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΜΑΤΙΑΣ ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΘΡΑΚΗ

Αύγουστος 1924…..Ήτανε Αύγουστος του 1924 ο τελευταίος μήνας αυτού του ζεστού και κουραστικού καλοκαιριού κι ο καιρός άρχισε να δροσίζει λίγο. Κόντευε Σεπτέμβριος, ερχόταν η κατάλληλη εποχή για την μετακόμιση των ανθρώπων από τη Β. Θράκη στην Μακεδονία. Οι γονείς της μικρής Σταματίας, του μικρού Χρήστου, και πέντε ακόμη παιδιών όπως και πολλοί άλλοι γονείς είχαν μάθει την απόφαση των πολιτικών για την αλλαγή των συνόρων, δηλαδή ότι τα σύνορα θα τελείωναν στην Β. Μακεδονία κι είχαν προβλέψει ότι πρέπει να φύγουν. Η 6χρονη Σταματία είχε μάθει τελευταία την είδηση της μετακόμισης, μα δεν ήξερε το λόγο που φεύγουν. Κανείς δεν της απαντούσε σ’ αυτή την ερώτηση. Ήταν όλοι τους πολύ στεναχωρημένοι μα προσπαθούσαν να μη το δείχνουν. Ήθελαν να είναι αισιόδοξοι. Ώσπου μια μέρα…. -Σταματία γιατί κλαίς; τι σ’ έπιασε τώρα και γιατί είσαι μες τις λάσπες; – Α! Ρε Κατερίνα, μ’ αρέσει που ρωτάς κιόλας, λες και δεν ξέρεις! Μετακομίζουμε, φεύγουμε από εδώ για πάντα. Για πάντα! Δεν σου λέει τίποτα αυτό; Και εκτός απ’ αυτό δεν μας λένε και το γιατί. Έχουμε το δικαίωμα να ξέρουμε γιατί φεύγουμε απ’ την πατρίδα μας. Όλη μέρα αυτό σκεφτόμουν και καθώς πήγαινα στα χωράφια δεν πρόσεξα κι έπεσα μες τις λάσπες. Το θεωρείς παράλογο; – Όχι βέβαια. Κι εγώ στεναχωριέμαι. Ηρέμησε, μην κλαις, κάτι θα κάνουμε και θα το ανακαλύψουμε. Εμείς πάντα σκεφτόμαστε κάτι, έτσι δεν είναι; -Ναι, καλά, για σένα είναι όλα εύκολα επειδή είσαι μεγάλη. -Σιγά τη μεγάλη, μόνο 13 χρονών είμαι και εκτός αυτού αν θέλεις, όλα τα καταφέρνεις. Αν πάλι θες πια τόσο πολύ να μάθεις το λόγο, μπορούμε να φωνάξουμε και τα άλλα αδέλφια μας και κάτι φίλους και να πάμε το βράδυ να κρυφακούσουμε τι θα πούνε στη συγκέντρωση τους οι μεγάλοι! -Ουάου! Καταπληκτική ιδέα! Πάω να φωνάξω τα παιδιά. – Στάσου περίμενε… – Πάω… – Ουφ, τέλος πάντων. Σημασία έχει ότι σταμάτησε να κλαίει. Έτσι όταν ήρθε το βράδυ….- Γρήγορα παιδιά, ελάτε! – Κατερίνα! Κατερίνα! Τι λένε; – Σταματία! Μη φωνάζεις, θες να μας καταλάβουν; περίμενε ν’ ακούσω και θα σου πω…- Τι λένε βρε παιδιά; Κάτι για σύνορα ακούω. – Άσε Χρήστο, κατάλαβα τι εννοούνε. Οι πολιτικοί αποφάσισαν ότι τα σύνορα της Ελλάδας είναι μέχρι τη Βόρεια Μακεδονία.- Τι ;;; – Τι ;;; Δεν είναι δυνατόν! Θα πάω εκεί και θα τους δείρω αυτούς τους πολιτικούς. Είναι κακοί! Δεν τους αγαπάω! – Σταματία, ηρέμησε! Δεν είναι τόσο εύκολα τα πράγματα και πάλι όταν φύγουμε θα σκορπιστούμε. – Γιατί ; – Γιατί δεν χωράμε όλοι σε ένα μέρος. Είμαστε πάρα πολλοί. – Ωχ ! Έχουμε να περάσουμε περιπέτειες…. – Και να φανταστείς την μεθεπόμενη εβδομάδα, φεύγουμε… – Όχι! Όχι ! Όχι ! Δεν θα το επιτρέψω να συμβεί αυτό. Να φύγουμε από τον τόπο που μεγάλωσα! – Πως μεγάλωσες καλέ, έχεις ακόμα να μεγαλώσεις…- Χρήστο δεν είναι η ώρα για να την κοροϊδέψεις. Δεν βλέπεις ότι κλαίει; – Καλά ντε, συγνώμη!… – Λοιπόν, παιδιά, ως μεγαλύτερη σας λέω ότι είναι αργά και πρέπει να πάμε να κοιμηθούμε. Αν δεν μας βρουν οι γονείς μας στο σπίτι, θα τρομάξουν και θα νομίσουν ότι πάθαμε κάτι. – Ναι, δίκιο έχεις…- Ναι! Ναι! Σωστά, η Κυριακή έχει δίκιο. Πάμε στα σπίτια μας, άντε γεια. Τα λέμε αύριο. – Γεια! – Γεια ! – Καληνύχτα – Καληνύχτα σε όλους σας και εύχομαι να βρούμε κι εμείς μια λύση με την επαναστάτρια αδελφή μου….Σεπτέμβριος 1924…. Μια εβδομάδα αργότερα όλοι ετοιμαζόντουσαν να φορτώσουν τα πράγματά τους στα κάρα. Η Σταματία και η Μάρω όμως αρνιόντουσαν να βοηθήσουν. – Κορίτσια γιατί δεν βοηθάτε; Όλα εμείς θα τα κάνουμε; – Τι λες μωρέ; φεύγουμε που φεύγουμε απ’ τον τόπο που γεννήθηκα να βοηθήσω κιόλας; – Αυτό ξαναπές το ξαδέρφη! Αρνούμαι το παιδί μου να γεννηθεί σε άλλο τόπο! Είπε η ξαδέρφη τους, η Μάρω που ήταν έγκυος. – Μπράβο Μάρω! Είδατε έχουμε και άλλον με το μέρος μας. – Σταματία τους παρασύρεις όλους! Της είπε η αδερφή της η Κατερίνα, όπως την έλεγαν όλοι. Αλλά αυτή δεν άκουγε κανέναν. Δεν μπόρεσε όμως να κάνει κάτι κι έτσι αναγκαστικά την επόμενη εβδομάδα τους ακολούθησε. Βασικά την πήραν μαζί τους με χίλιους κόπους….- Σταματία σε παρακαλώ έλα, μην κάνεις σαν μωρό..- όχι δεν έρχομαι. – Παιδιά, νομίζω ότι πρέπει να την πάμε στο κάρο αγκαλιά! – Αφήστε με κάτω τώρα! – Ελάτε παιδιά, φτάσαμε! – Ξεκινήστε, ανέβηκε και ο τελευταίος. Τότε τα άλογα ξεκίνησαν να τρέχουν και η μικρή Σταματία έκοψε γρήγορα τρία λουλούδια που ήταν εκεί δίπλα της, πήρε μια χούφτα χώμα και τα έβαλε σε ένα γυάλινο βάζο. Ύστερα καθώς αποχαιρετούσε τη Θράκη και κάποια ζωάκια που ήταν φίλοι της, κλαίγοντας, κοιτούσε τα ερημωμένα σπίτια και υποσχέθηκε ότι το βάζο με τα λουλούδια της και το χώμα θα το κρατήσει για όλη της τη ζωή, για να θυμάται την πατρίδα της και όσα έζησε εκεί. Σε λίγο η ώρα πέρασε και οι άνθρωποι βγήκαν από τα κάρα για να φάνε μεσημεριανό. Η Σταματία όμως δεν πεινούσε. Δεν είχε όρεξη για τίποτα. – Τα άλογα κουράστηκαν. Δεν γίνεται να συνεχίσουμε. Πρέπει να διανύσουμε τουλάχιστον ογδόντα χιλιόμετρα συνεχόμενα. Άρα θα περάσουμε την υπόλοιπη μέρα εδώ. – Εντάξει, τώρα θα ταΐσουμε τα άλογα και θα τους φέρουμε νερό για να πιουν μέχρι να ξεκουραστούν. Το απόγευμα κατά το βράδυ θα ξεκινήσουμε για να φύγουμε. Κατά τις 11 με 12, μπορεί και πιο νωρίς, τη νύχτα θα σταματήσουμε πάλι και θα ψάξουμε να βρούμε μέρος να διανυκτερεύσουμε. – Ωραία, έως εδώ καλά θα είμαστε. Από εκεί και πέρα όμως; – Τι εννοείς ; – Όταν θα φτάσουμε στον προορισμό μας, δεν θα είναι όλα εύκολα. Οι άνθρωποι εκεί δεν θα μας δεχτούν και σαν ήρωες. Έχουμε ν’ ακούσουμε… εκτός απ’ αυτό, δεν νομίζω να ζήσουμε όλοι μαζί. Είμαστε πολλοί, αποκλείεται να χωρέσουμε σε ένα μέρος.. – Ναι, ναι! Φοβάμαι ότι από ένα σημείο και μετά θα πρέπει να χωριστούμε σε 4 ομάδες και θα διαλέξουμε 1 αρχηγό για κάθε μία. Τότε θα κινηθούμε σε διαφορετικές κατευθύνσεις. – Δηλαδή αυτό σημαίνει ότι… – Ακριβώς, ότι δεν θα ζούμε πια όλοι μαζί! Λυπάμαι, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα συναντιόμαστε πια. Θα οργανώνουμε πολύ συχνά συγκεντρώσεις. – Ε!! Κυριακή, άκουσες τι είπαν οι μεγάλοι; – Ναι, πρέπει να το πούμε επειγόντως στη μικρή, θα την ενδιαφέρει. – Τι λες ρε Μάρω! Αν το ακούσει θα θυμώσει ακόμα περισσότερο. – Μην ανησυχείτε το άκουσα. Εδώ είμαι και εγώ. – Τι ;;; Σταματία… κοίτα, δεν μπορεί να είναι τόσο άσχημα τα πράγματα. – Όχι, όχι μη στεναχωριέσαι. Δεν πρόκειται να κάνω φασαρία…ίσα ίσα το αποφάσισα. Δεν θα κάνω τίποτα ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Και να το ξέρετε όλοι σας ! Θα φύγω απ’ το καραβάνι ΘΑ ΦΥΓΩ ! Θα κατευθυνθώ βορειοδυτικά. Έτσι μπορεί να βρω κάποιο μέσο να επιστρέψω πχ κάποιο άλογο. – Βορειοδυτικά έχει μία λίμνη…- Τέλος πάντων, σας το λέω. Δεν θα με ξαναδείτε! – Ρε συ, Κυριακή, δεν νομίζεις ότι παραπάει αυτή η ιστορία; – Μην ανησυχείς Μάρω, παιδί είναι. Θα της περάσει. Τι το επικίνδυνο μπορεί να κάνει;Το βράδυ….- Ανεβείτε όλοι φεύγουμε…Λέγανε όλοι και μετρούσαν τους ανθρώπους για να σιγουρευτούν ότι δεν λείπει κανείς. Σε λίγη ώρα ο αρχηγός του καραβανιού, τους είπε ότι περνάνε από το «άγριο δάσος» , όπως το λέγανε, το οποίο είχε πολλά άγρια ζώα, ξερά δέντρα, ακόμη υπήρχε κι ένας θρύλος για ένα κορίτσι που χάθηκε εκεί πριν 5ο χρόνια και τώρα κάθε βράδυ, ακούγεται η απελπισμένη φωνή της για βοήθεια. Για αυτό τους συμβούλεψε, να μην βγουν ούτε για λίγο έξω από το κάρο. Και για να μην υπάρξει κίνδυνος με τα μικρά παιδιά, να τα απασχολήσουν με κάτι άλλο ή να τα βάλουν για ύπνο. – Ρούλα, Κυριακή, Μάρω. Εσείς είστε οι πιο μεγάλες, σίγουρα θα ξέρετε γιατί τρέχουν τόσο γρήγορα τα άλογα! – Είναι γιατί περνάνε το «άγριο δάσος». Εκείνο με το θρύλο! – Τι ;;; Βοήθεια! Φοβάμαι! – Μην στεναχωριέσαι, θα είμαστε απόλυτα ασφαλείς. – Μαμά , δε θέλω να μας φάνε τα άγρια ζώα! – Ούτε εγώ… – Παιδιά μη φοβάστε! Δεν είναι σίγουρο ότι ο θρύλος είναι αληθινός. Οι άνθρωποι παλιά βγάζανε ιστορίες από το μυαλό τους, τις οποίες τις λέγανε τόπο πολύ καιρό ώστε στο τέλος τις πίστευαν και οι ίδιοι. Άντε τώρα, πηγαίνετε για ύπνο και εγώ θα σας πω την αγαπημένη σας ιστορία. – Ναι.. ζήτω! – Ζήτω! Στα περισσότερα κάρα τα πράγματα πήγαιναν μια χαρά. Όμως στο κάρο νούμερο 8, βρισκόταν η Σταματία η οποία δεν ήταν όπως τα άλλα παιδιά. Αυτήν δεν την φόβιζαν οι θρύλοι και ποτέ δεν αστειευόταν. Τις αποφάσεις που έπαιρνε τις έπαιρνε πολύ γρήγορα, κι αυτή τη φορά, θα έκανε καθαρή τρέλα, θα έφευγε από το καραβάνι έστω στη μέση του «άγριου δάσους». Έτσι περπάτησε σιγά-σιγά προς την έξοδο, πήρε φόρα και πήδηξε από το κάρο. Μπροστά στα μάτια της έβλεπε το καραβάνι να φεύγει κι είπε : – Εγώ το’ χα πει, κανείς δεν θα με απομακρύνει ποτέ απο την πατρίδα μου. Και ένιωσε ότι ήταν γενναία και χάρηκε πάρα πολύ. Η χαρά της όμως αυτή θα της κοβόταν μαχαίρι. Μετά από λίγα λεπτά νύχτωσε και το σκοτάδι απλώθηκε στο δάσος. Ο καιρός έγινε πιο κρύος και το κορίτσι ένιωθε μια ανατριχίλα να διαπερνά όλο της το σώμα κι όσο περνούσε η ώρα όλο και πιο τρομακτικό γινότανε το τοπίο. Οι νυχτερίδες και οι κουκουβάγιες βγήκαν κι άρχισαν να πετούν στον μαύρο ουρανό, τα νυχτόβια ζώα άρχισαν να τριγυρίζουν στο δάσος κι όλα αυτά φαινόντουσαν τεράστια στα μάτια του μικρού κοριτσιού. Τότε τα σύννεφα έκρυψαν το φεγγάρι και τότε κυριαρχούσε το απόλυτο σκοτάδι. – Αμάν! τι είναι αυτό το ιπτάμενο ποντίκι κι όλα αυτά τα τέρατα; κι αυτά τα ξερά δέντρα θα με κάνουν κομματάκια! Τι ;;; τι έγινε το φεγγάρι ;;; κρύφτηκε δεν το βλέπω! Αχ! Κάτι πάτησα. Δεν βλέπω που πάω. Ααααα! Μ’ έπιασε η κακιά ξερή λεύκα. Βοήθεια ! Μαμά ! Κατερίνα ! Ρούλα ! Κυριακή ! Τι χαζομάρα έκανα; δεν έπρεπε να φύγω. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά. Έπιασε μια τρομερή βροχή, με κάτι αστραπές, που ακούγονταν σα βόμβες! Και σε λίγη ώρα το νερό έφτασε μέχρι το γόνατο. Το χειρότερο όμως ήρθε ύστερα. Ο θρύλος που ήξερε για εκείνο το κορίτσι που χάθηκε και δεν το ξαναείδε κανείς και που το πνεύμα της φωνάζει ακόμη βοήθεια επαληθεύτηκε. Ακουγόντουσαν απελπισμένες φωνές που σου σπάραζαν τη καρδιά και πάνω σε ένα δέντρο ήταν το κολιέ κι ένα κομμάτι ρούχου από το κορίτσι εκείνο. Τότε γεννήθηκαν μέσα της απορίες μήπως θα γινόταν και αυτή σαν εκείνο το παιδί. Δεν ήθελε να ξέρει…. Εν τω μεταξύ, στο καραβάνι πήραν χαμπάρι ότι έλειπε η Σταματία και κάνανε μεταβολή προς το «άγριο δάσος». Όλοι ήταν πολύ ανήσυχοι. Ευτυχώς όμως, μέσα σε πολύ λίγο χρόνο έφτασαν. Η νύχτα δεν τους επέτρεπε να δουν. Έτσι δοκίμασαν να ανάψουν τα κεριά αλλά η βροχή τα έσβηνε. Όμως και πάλι δεν είχαν χαθεί όλες οι ελπίδες. Η φωνή της Σταματίας που φώναζε βοήθεια ακούστηκε. Έτσι ακούγοντας προσεκτικά την βρήκαν. Το ρούχο της είχε γαντζωθεί στο δέντρο. Έτσι με προσοχή την ελευθέρωσαν και την πήραν στο κάρο όπου εκεί είχε και φως και ζέστη. Η καημένη όμως είχε πάθει τέτοιο σοκ, που δεν ήθελε να ανοίξει τα μάτια της. – Σταματία, Σταματία, άνοιξε τα μάτια σου, εγώ είμαι η Κατερίνα, η αδερφή σου και είσαι μέσ’ το κάρο. Μη φοβάσαι. Είμαστε όλοι εδώ!- Ε ! τι έγινε; – Χάθηκες στο «άγριο δάσος». Το καταλάβαμε έγκαιρα. Έτσι επιστρέψαμε να σε βρούμε. – Δηλαδή είμαι καλά; – Ναι βέβαια..- Γιούπι ! Είμαι καλά, είμαι καλά. Συγνώμη για όλα όσα σας έκανα και σας υπόσχομαι ότι δεν θα το ξανακάνω ποτέ ! Πάντα θα ακολουθώ την ομάδα μου και δεν θα φεύγω γιατί αυτή ξέρει που θα ζήσουμε,ε καλύτερα. Επίσης, κατάλαβα ότι δεν πρέπει να στεναχωριέμαι που φεύγουμε γιατί βασικά δεν αφήνω πίσω μου τη Θράκη γιατί όλοι εμείς αποτελούμε ένα κομμάτι της και ο τρόπος ζωής και τα έθιμά μας είναι ένα μέρος της. Έτσι θα είναι πάντα στη μνήμη μας και στη καρδιά μας κι ο τόπος που ζήσαμε θα είναι διαθέσιμος να τον επισκεφτούμε. – Αυτή η περιπέτεια σε έκανε πολύ πιο ώριμη…. – Ναι, ναι.. Η ώρα ήταν 12 τα μεσάνυχτα και η Σταματία χρειαζόταν ξεκούραση. Έτσι άλλαξε, πλύθηκε και πήγε για ύπνο. Ήταν μια πολύ κουραστική μέρα. Από τότε και πέρα σε όλη της τη ζωή τήρησε την υπόσχεση της και η Θράκη ζούσε πάντα μέσα στη καρδιά της!

Παναγιώτα Στεφούδη

13° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

24. ΘΡΑΚΙΩΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Χριστουγεννιάτικα έθιμα : Μια φορά και έναν καιρό, όταν ζούσε ο προπάππος μου και η μαμά μου ήταν μικρό παιδάκι, στην ηλικία τη δικιά μου, τα Χριστούγεννα ήταν πάντα χιονισμένα. Μόλις κλείνανε τα σχολεία για τις γιορτές των Χριστουγέννων, η μαμά μου πήγαινε στο χωριό του προπάππου μου. Εκεί μαζεύονταν όλη η οικογένεια, δηλαδή όλα τα παιδιά και τα εγγόνια του προπάππου μου για να περάσουν μαζί τις γιορτές. Το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων, ο προπάππους μου μαζί με τους γαμπρούς του (γιο δεν είχε), άρχιζαν από νωρίς το σφάξιμο του γουρουνιού. Ένα έθιμο που ακόμα και σήμερα γίνεται σε πολλά θρακιώτικα χωριά. Αφού σφάζανε το γουρούνι αρχίζανε το γδάρσιμο και το καθάρισμα του. Καθαρίζανε τη λίγδα (πάχος) από το κρέας και τα εντόσθια. Μετά με ένα σατήρι (μικρό τσεκούρι ) αρχίζανε το κομμάτιασμα του γουρουνιού. Αλατίζανε με χοντρό αλάτι το κρέας και τα έντερα τα δίνανε στις κόρες του προπάππου μου για να τα χιλιοπλύνουν και να τα καθαρίσουν. Με τα έντερα έφτιαχναν λουκάνικα και την περιβόητη «μπάμπω» που ακόμη κάνει η γιαγιά μου. Η «μπάμπω» γίνεται από το παχύ έντερο του γουρουνιού που το γεμίζουν με κομματάκια ψαχνού κρέατος, ρύζι, κρεμμύδι, πράσο, αλάτι και μαύρο πιπέρι. Το στομάχι (ντάτνους) του γουρουνιού το γέμιζαν και αυτό με τον ίδιο τρόπο όπως και τη «μπάμπω». Με το μπροστινό και κάτω μέρος του ζώου όπως και τα πλευρά έφτιαχναν τη «πουσιουρτή» ή «πασιουρτή». Βραστό κρέας με μπόλικο λίπος και πράσο. Ενώ τη λίγδα (πάχος) την κρατούσαν και τη χρησιμοποιούσαν ως λάδι για το φαγητό. Όλα αυτά τα μοιράζονταν τα παιδιά του προπάππου μου και μετά τις γιορτές τα έπαιρναν στα σπίτια τους. Εν τω μεταξύ η προγιαγιά μου άνοιγε πέτουρα (φύλλα για πίτα) για να ετοιμάσει το γλυκό του μεσημεριού. Μια στριφογυριστή πίτα με γέμιση από σουσάμι που αφού πρώτα την έψηνε μετά τη σιρόπιαζε (σαραγλί). Το απόγευμα, μόλις σουρούπωνε, τα «ραγκάτσια» (τα παλικάρια) του χωριού ετοιμαζόντουσαν για τα κάλαντα . Διάλεγαν τον «Τσιότρα μπασή» έναν δυναμικό νέο, για αρχηγό τους, που ήταν υπεύθυνος όλης της προετοιμασίας, τον ταμία, ένα φρόνιμο και τίμιο νέο, και τον χειριστή της «νταμούρκας» (μουσικό όργανο). Η «νταμούρκα» ήταν ένα πήλινο αγγείο κυλινδρικού σχήματος, πολύ εξογκωμένο στο ένα άκρο του που καλυπτόταν με δέρμα. Πρώτα πήγαιναν στην εκκλησία του χωριού για να πουν το τραγούδι Χριστού και μετά στο σπίτι του παπά για να τους δώσει την ευχή του. Έπειτα περνούσαν απ΄ όλα τα σπίτια του χωριού, αλλά έλεγαν όλα τα τραγούδια μόνο στα σπίτια που είχαν κορίτσια της παντρειάς. Το βράδυ μαζευόταν όλη η οικογένεια για το δείπνο. Ο προπάππος μου αρνιόταν να καθίσει στο τραπέζι. Ήθελε, όπως και στο σπίτι του δικού του παππού να καθίσει στο σοφρά (ένα τραπέζι στρογγυλό χωρίς πόδια). – Έτσι καταλαβαίνεις Χριστούγεννα έλεγε. Για αυτό οι γυναίκες στρώνανε τα «εννέα» φαγητά στο σοφρά . Όλοι καθισμένοι γύρω από το σοφρά με ένα κουτάλι ή πιρούνι (χωρίς δικό τους πιάτο) έτρωγαν από τα «εννέα» φαγητά. Προφανώς ο αριθμός «εννέα» έχει σχέση με την Παναγία που κυοφορούσε εννέα μήνες το Θείο βρέφος και εκείνο το βράδυ (παραμονή Χριστουγέννων) θα έφερνε στον κόσμο. Συνήθως τα «εννέα» φαγητά ήταν : 1) Η πίτα, για να γίνουν τα στάρια. 2) Το μέλι, για να είναι τα μέλη της οικογένειας καλοί κουβαλητές όπως οι μέλισσες. 3) Το κρασί, για να «απλώσει» η οικογένεια σαν την κληματαριά. 4) Το σαραγλί, για να φαίρονται πάντα γλυκά στους φίλους. 5) Το καρπούζι, για να είναι γλυκια η φετινή παραγωγή. 6) Το πεπόνι, για να μιλούν με γλυκά λόγια οι συγχωριανοί για την οικογένεια. 7) Το μήλο, για να έχουν κόκκινα μάγουλα. 8 ) Το σκόρδο, για να προστατεύονται από τα τσιμπήματα των εντόμων. 9) Το κρεμμύδι, για να έχουν οι λεχώνες πολύ γάλα. Τα χαράματα των Χριστουγέννων χτυπούσε η καμπάνα και όλο το χωριό πήγαινε στην εκκλησία για να γιορτάσει τον ερχομό του Θείου βρέφους. Μετά την εκκλησία γυρνούσαν στο σπίτι και τρώγανε την «μπάμπω» και τις τσιγαρίδες (τηγανιτά κοψίδια με λίπος) με πολύ όρεξη μετά από τόσες μέρες νηστεία.Πρωτοχρονιάτικα έθιμα : Ένα έθιμο Πρωτοχρονιάς είναι η παραδοσιακή Βασιλόπιτα. Η θρακιώτικη Βασιλόπιτα δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή γλυκιά βασιλόπιτα. Η νοικοκυρά άνοιγε τα «πέτουρα» (φύλλα) και τα έψηνε στη ξυλόσομπα. Για τη γέμιση της πίτας ανακάτευε τυρί, γάλα και αυγά. Τα μικρά παιδιά έψαχναν να βρούν τα διάφορα σημάδια που έβαζαν μέσα στη πίτα. Τα σημάδια συμβόλιζαν τα περιουσιακά στοιχεία της οικογένειας. Συνήθως ήταν : ένα κομμάτι άχυρο, που συμβόλιζε τα χωράφια, ένα κομμάτι κληματαριάς, που συμβόλιζε τα αμπέλια, ένα κομμάτι βελανιδιάς που συμβόλιζε τα ζώα, ένα κομμάτι πουρνάρι που συμβόλιζε τις κότες, ένα φασόλι που συμβόλιζε το κάρο, το καλαμπόκι συμβόλιζε την υγεία και ένα νόμισμα (συνήθως μια δραχμή) συμβόλιζε το σπίτι. Μ’ όλα αυτά τα σημάδια όλοι κάτι θα έπαιρναν. Τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα τα έλεγαν τα μικρά παιδιά και μόνο τα αγόρια. Αντί για τρίγωνα κρατούσαν μια ξύλινη σκληρή βέργα με κλαδιά στα οποία κρεμούσαν τις καραμέλες και τα γλυκά. Τα λίγο μεγαλύτερα παιδιά κρατούσαν μια ξύλινη βέργα κατάλληλα επεξεργασμένη σαν σούβλα. Σ’ αυτήν κάρφωναν τα χοιρινά κομμάτια που τους έδιναν οι νοικοκυρές. Μ’ αυτές τις βέργες ξεκινούσαν και γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι και έλεγαν τα Πρωτοχρονιάτικα κάλαντα φωνάζοντας όσο πιο πολύ μπορούσαν για να συγκινήσουν την νοικοκυρά και να πάρουν μεγαλύτερο φιλοδώρημα. Κι όταν ερχόταν η ώρα της μοιρασιάς, τι περισσότερες φορές κατέληγε εις βάρος του μικρότερου.

Χρήστος Τασιούδης

25° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης

25. ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΥΣ

Η απαγωγή του λυράρη : την ιστορία που θα σας διηγηθώ παρακάτω την άκουσα στο χωριό Δορίσκο του Ν. Έβρου απ’ όπου κατάγεται ο πατέρας μου. Ο παππούς μου εξακολουθεί να ζει εκεί μέχρι σήμερα. Μου τη διηγήθηκε η θεία του πατέρα μου κ. Σοφία Δουλγερή, 80 ετών κάτοικος Δορίσκου, που την άκουγε και εκείνη από τους παππούδες της. Για τους καλικάντζαρους υπάρχουν πολλοί μύθοι από τόπο σε τόπο. Λένε λοιπόν πως… κάποτε στο χωριό κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου γινόταν ένα μεγάλο γλέντι. Οι χωριανοί γιόρταζαν τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά με πολύ κέφι και χαρά. Οργανοπαίχτες έρχονταν στο χωριό και διασκέδαζαν το κόσμο. Τα μεσάνυχτα ακόμα και οι καλικάντζαροι έβγαιναν και χόρευαν στους δρόμους. Τόσο τους άρεσε αυτό που μια νύχτα άρπαξαν έναν λυράρη και τον κατέβασαν στη σπηλιά τους. Εκεί τον κράτησαν «αιχμάλωτο» για να τους παίζει μουσική. Όταν λοιπόν οι καλικάντζαροι βρίσκονταν στη σπηλιά, ο λυράρης έπαιζε τη λύρα του και αυτοί ξεφάντωναν. Τα μεσάνυχτα ανέβαιναν πάλι στο χωριό και έμπαιναν κρυφά στα σπίτια απ’ όπου έπαιρναν τα φορέματα των γυναικών. Κάποια φορά ανάμεσα στα φορέματα ο λυράρης αναγνώρισε και το φόρεμα της γυναίκας του. Για να το ξεχωρίσει από τα άλλα πήρε κατσαμάκι από την κατσαρόλα και το έβαλε επάνω στο φόρεμα. Μετά παρακάλεσε τους καλικάντζαρους να το δώσουν πίσω στη γυναίκα του. Έτσι και έγινε. Οι μέρες και οι νύχτες περνούσαν δύσκολα κάτω από τη γη. Ο λυράρης μέρα με τη μέρα έχανε τη χαρά του. Μακριά από τον κόσμο και μόνος με τους καλικάντζαρους έγινε δυστυχισμένος. Τα τραγούδια του έγιναν λυπητερά. Μάταια οι καλικάντζαροι τον πίεζαν να τους παίζει χαρούμενους σκοπούς για να χορεύουν. Μέχρι που έφτασε η παραμονή των Φώτων. Ο φόβος και ο τρόμος των καλικάντζαρων…Εκείνο το βράδυ οι καλικάντζαροι λυπήθηκαν το λυράρη. Αποφάσισαν να το ελευθερώσουν και όχι μόνο! Την ώρα που κοιμόταν γέμισαν τις τσέπες του με χρυσές λίρες και έτσι κοιμισμένος καθώς ήταν τον σήκωσαν και τον ανέβασαν στη γη. Τον άφησαν κοντά σε μια βρύση και εξαφανίστηκαν. Όταν ο λυράρης ξύπνησε, ξαφνιάστηκε. Πήγε στη βρύση και πλύθηκε. Τότε ένιωσε ότι είχε ένα βάρος επάνω του. Έπιασε τις τσέπες του και κατάλαβε πως ήταν γεμάτες με κάτι. Από το φόβο του πέταξε ότι είχαν μέσα χωρίς καθόλου να κοιτάξει. Νόμισε μάλιστα ότι ήταν κάρβουνα! Οι καλικάντζαροι όμως παραμόνευαν πιο πέρα. Όταν είδαν τον λυράρη να παίρνει δρόμο για το χωριό πετάχτηκαν και πήραν πίσω όλες τις λίρες. Ο λυράρης κατάκοπος έφτασε σπίτι του. Εμφανίστηκε ταλαιπωρημένος μπροστά στη γυναίκα του. Της διηγήθηκε την περιπέτειά του, αλλά εκείνη δεν τον πίστεψε. Τότε της ζήτησε να του φέρει το φόρεμά της. Της εξήγησε για το λεκέ από το κατσαμάκι που υπήρχε πάνω του. Και τότε εκείνη πείστηκε. Μετά θυμήθηκε το βάρος που ένιωθε επάνω του και έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. Και τι πιάνει; μια χρυσή λίρα! Αναρωτήθηκε πως βρέθηκε εκεί. Γρήγορα κατάλαβε το λάθος του. Το βάρος που άδειασε από τις τσέπες του δεν ήταν κάρβουνο άλλα λίρες.! Χωρίς να χάσει καιρό γύρισε πίσω στη βρύση για να βρει τις υπόλοιπες λίρες. Ήταν όμως αργά. Είχε πετάξει τη τύχη του με τα ίδια του τα χέρια.! Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να πιστέψει όσα του είχαν συμβεί. Ήταν και αυτή μια από τις πολλές ιστορίες που ακούγονται το δωδεκαήμερο για τους καλικάντζαρους. Όταν την πρωτοάκουσα μου άρεσε πολύ! Πιστεύω πως θα τη θυμάμαι και μεγαλώνοντας θα τη διηγούμαι στα δικά μου παιδιά.

Μιχάλης Τοπαλίδης

25° Δημ. Σχολείο Θεσ/νικης


26. Η ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Μια φορά και έναν καιρό σε μια πόλη της Θράκης υπήρχε ένας πλούσιος άντρας. Αυτός μετά από λίγα χρόνια παντρεύτηκε και έκανε δύο αγόρια, το ένα ήταν 7 χρονών και το άλλο 8. μια μέρα ήρθε ο Θεός στο όνειρο του πλουσίου και του είπε «θα σου δώσω ένα κακό, θες να στο δώσω τώρα που είσαι νέος ή όταν θα γεράσεις ;» και εκείνος απάντησε « να μου το δώσεις τώρα που μπορώ να το αντέξω». Το άλλο πρωί καθώς πήγε στη δουλειά του, πήγαν τα παιδιά του εκεί και του είπαν « ένας που πουλούσε υφάσματα πήρε τη μαμά», ο πατέρας τους τους είπε « εσείς είστε καλά; » «ναι είμαστε», απάντησαν τα παιδιά. Μετά από λίγους μήνες έχασε όλη του την περιουσία και αποφάσισε να πάει σε ένα χωριό να γίνει αγελαδάρης. Έτσι πήρε τα παιδιά του και τράβηξε για το χωριό. Στο δρόμο του συνάντησε ένα ποταμό. Πήρε το ένα το παιδί στη πλάτη για να το περάσει απέναντι και το άλλο το άφησε πίσω. Δίπλα από το παιδί όμως που είχε αφήσει πίσω περνούσε ένας λύκος! Ευτυχώς κοντά στο παιδί υπήρχαν κάποιοι χωρικοί και το έσωσαν. Το παιδί που κρατούσε στη πλάτη του έχασε τη ισορροπία του και έπεσε στο ποταμό. Το παρέσυρε το ρεύμα του νερού ως κάτι γυναίκες που έπλεναν τα ρούχα τους, και το πήραν στο σπίτι τους. Όταν πέρασε στο απέναντι χωριό οι κάτοικοι ήθελαν να βγάλουν ένα βασιλιά. Έτσι άφησαν ένα περιστέρι να πετάξει και σε όποιο κεφάλι καθίσει αυτός θα γίνει βασιλιάς. Άφησαν το περιστέρι να πετάξει και κάθισε πάνω στο κεφάλι του φτωχού άντρα, έτσι έγινε βασιλιάς. Κάποια μέρα ήρθε στο παλάτι αυτός που έκλεψε τη γυναίκα του, και ζήτησε να μιλήσει στο βασιλιά. Ο βασιλιάς τον δέχτηκε και άρχισαν να συζητούν. Μετά από 2 ώρες ο κλέφτης ήθελε να πάει στη σκηνή , γιατί είχε αφήσει τη γυναίκα του βασιλιά εκεί. Και είπε στο βασιλιά «η γυναίκα μου είναι στη σκηνή πρέπει να φύγω» και ο βασιλιάς απαντάει « μείνε και άλλο, θα στείλω δύο στρατιώτες να την προσέχουν» και ο κλέφτης λέει εντάξει. Όταν πήγαν οι στρατιώτες στη σκηνή ο ένας λέει « ας πούμε ο ένας στον άλλο τα παιδικά μας χρόνια για να περάσει η ώρα»και ο άλλος απαντά εντάξει. Έτσι αρχίζει ο ένας και όταν τελειώνει ο άλλος λέει « είμαστε αδέρφια» και ο ένας αγκάλιασε τον άλλο. Η μητέρα που ήταν μέσα στη σκηνή τα άκουγε όλα αυτά και βγήκε έξω και είπε «εσείς είστε τα παιδιά μου ». έτσι συζητώντας τους πήρε ο ύπνος. Όταν ο κλέφτης πήγε στη σκηνή για να κοιμηθεί, είδε τους στρατιώτες να κοιμούνται με τη γυναίκα του και φώναξε το βασιλιά. Όταν έφτασε εκεί ο βασιλιάς, του είπε «τους στρατιώτες τους έστειλες να φυλάνε τη γυναίκα μου και όχι να κοιμούνται με αυτή» και ο βασιλιάς ρωτάει τους στρατιώτες γιατί κοιμούνται με τη γυναίκα του φίλου, και εκείνοι απαντάνε ότι είναι η μητέρα τους που την είχε κλέψει αυτός και πως ο πατέρας τους είναι αυτός που τους μιλούσε. Έτσι τιμώρησαν τον κλέφτη, και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Γιάννης Καρακατσιάνης

Δημ. Σχολείο Λαγυνών


27. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ ΚΑΙ

ΤΟΥ ΠΡΟΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΘΡΑΚΗ

Ο παππούς μου Δημήτρης γεννήθηκε στις 17/06/1943. τότε στη Θράκη είχαν έρθει οι Βούλγαροι και οι Γερμανοί και ήθελαν να την κάνουν δική τους. Γινόταν ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Το 1944 ο πόλεμος αυτός τελείωσε. Όμως τα βάσανα για τον θρακιώτικο λαό συνεχίστηκαν, γιατί αμέσως μετά άρχισε ο Εμφύλιος πόλεμος. Σ’ αυτόν τον πόλεμο οι Έλληνες, όπως μου είπε ο παππούς μου, μάλωναν μεταξύ τους. Δεν υπήρχε δημοκρατία όπως τώρα και έτσι όταν κάποιος δεν συμφωνούσε με αυτούς που ήταν στην εξουσία γινόταν εμφύλιος πόλεμος. Ο προπάππος μου ο Βασίλης, δηλαδή ο πατέρας του παππού μου Δημήτρη, ήταν αντίθετος με αυτούς που είχαν την εξουσία. Έτσι ήρθα οι αντάρτες από τα βουνά και τον πήραν μαζί με άλλους άντρες για να πολεμούνε το 1947. μετά από λίγο καιρό όμως, έκλεισαν τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Ο προπάππους μου βρισκόταν στη μεριά της Βουλγαρίας πάνω στα βουνά και έτσι δεν μπορούσε να περάσει στην Ελλάδα. Και οι υπόλοιποι Έλληνες δεν άφηναν τους αντάρτες ούτε να περάσουν στην Ελλάδα αλλά ούτε και να επικοινωνήσουν με τους δικούς τους. Ήταν αποκλεισμένος μαζί με άλλους στην Βουλγαρία, μακριά από την οικογένειά του, από τα τέσσερα παιδιά του, από τη γυναίκα του. Μόνος εκεί εργαζόταν σκληρά σε καπνοχώραφα και καπνομάγαζα. Ήθελε να τους γράψει ένα γράμμα, να τους στείλει χρήματα, αλλά δεν μπορούσε. Του το απαγόρευαν. Εν τω μεταξύ στην Ελλάδα η οικογένεια του παππού μου ζούσε μέσα στη φτώχεια και στη δυστυχία. Ο παππούς μου ήταν τρεισήμισι χρονών όταν έφυγε ο πατέρας του. Μικρό παιδάκι. Η μητέρα του δούλευε όπου έβρισκε για να μεγαλώσει τα τέσσερα παιδιά της. Οι φίλοι και οι συγγενείς τους βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Όπως και πάλι δεν έφταναν τα χρήματα για να ζήσουν. Ο παππούς μου και τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια του αναγκάστηκαν πολύ μικροί να δουλέψουν για να βοηθηθούν την οικογένεια. Πήγαιναν στα χωράφια φρόντιζαν τα ζώα κα. Στο σχολείο δεν είχαν χρόνο να πάνε, αλλά δεν είχαν και λεφτά να αγοράσουν χαρτί και μολύβι. Έτσι οι δάσκαλοι του δώσανε του παππού μου το απολυτήριο δημοτικού επειδή τον λυπήθηκαν. Φτώχεια καταραμένη, είχαν τότε, όπως μου είπε ο παππούς μου. Μια μέρα ο παππούς μου πήγε στο σπίτι ενός φίλου του και τον ρώτησε η μητέρα του φίλου του εάν ήθελε να φάει. Εκείνος από ντροπή είπε πως δεν πεινούσε και έτσι έμεινε νηστικός. Από τότε όπως λέει, πήρε το μάθημά του και όποτε του προσφέρουν φαγητό δεν λέει όχι. Εκτός όμως από το φαγητό, του έλειπε και ο πατέρας του. Όταν ήταν παιδί δεν καταλάβαινε γιατί δεν είχε μπαμπά, που βρισκόταν ο δικός του, ενώ των άλλων παιδιών ήταν εκεί. Με όλες αυτές τις δυσκολίες ο παππούς μου μεγάλωσε και πήγε φαντάρος. Και έφτασε επιτέλους ο καιρός που οι Έλληνες επέτρεψαν στους αποκλεισμένους Έλληνες της Βουλγαρίας να γυρίσουν στα σπίτια τους., στην Ελλάδα το 1965. έτσι και ο προπάππους μου γύρισε στα Κιμμέρια Ξάνθης , στην οικογένειά του. Είχε αφήσει τέσσερα μωρά και βρήκε τρία παλικάρια και μια κόρη της παντρειάς. Η γυναίκα του ταλαιπωρημένη τον καλωσόρισε με ανακούφιση που τώρα βρισκόταν εκεί, κοντά τους. Ο προπάππους μου Βασίλης έμεινε στη Βουλγαρία 17 χρόνια και μερικούς μήνες (η προγιαγιά μου μετρούσε και τις μέρες). Όταν γύρισε ήταν 65 χρονών. Παρά όμως την ηλικία του συνέχισε και στην Ελλάδα να δουλεύει για να μπορέσει να προσφέρει, έστω και τώρα στα παιδιά του και τα εγγόνια του, ότι δεν μπόρεσε να τους δώσει τόσα χρόνια. Μέχρι τα 80 του χρόνια δούλευε και πουλούσε σύκα και σταφύλια. Πέθανε 83 χρονών με εγκεφαλικό επεισόδιο. Θα ήθελα πολύ να τον είχα γνωρίσει για να του πω πόσο πολύ τον αγαπώ και ας μην τον έχω συναντήσει. Έχω όμως το παππού μου Δημήτρη που τον φωνάζουμε “ ο παππούς ο Τάκης”. Σήμερα είναι 65 χρονών, όσο ήταν και ο μπαμπάς του όταν γύρισε από τη Βουλγαρία, και μας αγαπάει πολύ. Και εγώ τον αγαπώ!

Ουρανία Μπουρανή

3° Πειραμ. Δημ. Σχολείο Ευόσμου