ΘΡΑΚΗ:Διάφορα Λαογραφικά-Ιστορικά-Γεωγραφικά μέρος 1ο

Στην κατηγορία αυτή παραθέτουμε σκόρπια κείμενα, Χάρτες, φωτογραφίες κ.λπ. Λαογραφικού, ιστορικού, και Γεωγραφικού περιεχομένου, δικά μας, παντός Θρακιώτη, φίλου και αναγνώστη. Αφορούν αποκλειστικά στη Θράκη που παραθέτουμε στον ακόλουθο Χάρτη, από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα ( «ΠΑΝ ΘΡΑΚΙΚΟΝ»). Σκοπός μας είναι να συγκεντρώσουμε το δυνατό περισότερα σχετικά στοιχεία για τη Θράκη προκειμένου να αλληλοενημερωθούμε, να λάμψει η αλήθεια για τα παθήματα και τις γενοκτονίες που υπέστησαν οι Θράκες, για την προσφορά τους στους Εθνικούς αγώνες και τα σύχρονα προβλήματα της Δ. Θράκης.
Επίσης ενδιαφέροντα είναι τα θέματα σχετικά με τον πολιτισμό, τα ήθη, έθιμα, την καταγωγή, τις αλησμόνητες πατρίδες, τη θρησκεία, τη γλώσσα, τους Αγριάνες και παν Εθνικό.
Η πολιτεία δεν αναγνωρίζει ούτε ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία των Θρακών, ενώ αναγνώρισε το 1994 για τους Πόντιους και το 1998 για τους Μικρασιάτες. Η ιστορία της Θράκης δεν διδάσκεται στα Σχολεία, ενώ διδάσκεται η Τούρκικη γλώσσα σε πέντε Σχολεία της Ξάνθης και Κομοτηνής. Περιμένουμε την ανταπόκριση μελών και φίλων για προβολή των Αλησμόνητων πατρίδων, για τη Θράκη μας. Όποιοι και όσοι διαθέτουν σχετικά στοιχεία, κείμενα, χάρτες, Φωτογραφίες κ.λπ και επιθυμούν ή επιτρέπου τη Δημοσίευση τους στην Ιστοσελίδα μας ή σε μελλοντικό βιβλίο, μπορουν να μας τα στέλνουν στη Θρακικη Εστία Θεσσαλονίκης (Πλατεία Ναυαρίνου18 – τ΄κ΄54622, τηλ.-Φαξ 2310273766) email :thrakith@otenet.gr, thrakiki@groups.Face book.com , (Διαχειριστής Ιστοσελίδας Τσερκέζης Αναστάσιος τηλ 6977023115).

1.Δ. ΧΑΡΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ Α 700ΠΧ

ΘΕΜΑ 1

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΘΡΑΚΩΝ

Στην Αρία ή Ινδογερμανική ομοφυλία, κατά τους ιστορικούς ανήκουν Ινδοί, Πέρσες, Αρμένιοι, Λατίνοι, Κέλτες, Γερμανοί, Σλάβοι και Πελασγοί (Κουρτίδης Κ).

Οι αρχαιότατοι Πελασγοί διασπάστηκαν σε διάφορα Ελληνοπελασγικά φύλλα, Ίωνες, ΑρκαδοΚύπριους, Μακεδόνες, Θράκες, Αχαιούς, Δωριείς, Φρύγες, Τρώες κ.λπ.(όλοι τους πρόγονοι των Σημερινών Ελλήνων) και Ιλλυριούς (πρόγονοι σημερινών Αλβανών).

Ο Καψής Αντώνιος , ο Κούμαρης Ιωάννης, ο Γερμανός γεωγράφος Μούκκε και άλλοι, υποστηρίζουν ότι όλοι οι κάτοικοι της Χερσονήσου του Αίμου, του Αιγαίου, της Κύπρου και των παραλίων της Μ. Ασίας ήταν Πελασγοί, αυτόχθονες, δεν ήλθαν ούτε από την Ασία, ούτε από τα βάθη της Ευρώπης. Με τους Απογόνους τους Έλληνες δημιούργησαν τον προϊστορικό και τον ιστορικό τους πολιτισμό. Τα περί Ινδοευρωπαϊκής ομοφυλίας τα θεωρούν μύθο και το αποδεικνύουν με πειστικά επιχειρήματα, με εύλογα ιστορικά στοιχεία και αρχαιολογικά ευρήματα.

Στους αυτόχθονες αυτούς συμπεριλαμβάνονται και οι Θράκες των οποίων πρόγονοι ήταν διάφορα φύλα ΠελασγοΘρακικά.

Οι Θράκες ήταν Πελασγοί-Έλληνες Αυτόχθονες όπως και όλοι οι Έλληνες

Οι Πελασγοί ήταν πανάρχαιος λαός που πρωτοκατοίκησε στη Χερσόνησο του Αίμου: Αυτόχθονες Πρωτοέλληνες. Γενάρχης των Πελασγών ήταν ο αυτόχθονας Πελασγός, γηγενής Αρκάς, υιός του Δία και της Νιόβης και πατέρας του Λυκάονα. Στην Αρκαδία κτίστηκε η πρώτη πόλη της εποχής, υπόδειγμα κατασκευής, η Λυκόσουρα. Πελασγοί από τη Θεσσαλία και Ήπειρο μετανάστευσαν από τις Πανάρχαιες Εστίες τους προς Βορρά: Θερμαϊκό και Άθω, προς ανατολάς: στη Θρακική Χερσόνησο, παράλια Μικράς Ασίας και Νησιά του Αιγαίου και προς νότο: Βοιωτία, Αττική, Αργολίδα και Αρκαδία. Δια τούτο η Θεσσαλία ονομαζόταν (κατά το Στράβωνα Ε.) Πελασγιώτις. Ονομαζόταν δε η Θεσσαλία προηγουμένως και Πελασγικό Άργος και Πελασγία από τον Βασιλιά της Πελασγό, καθώς και η Πελοπόννησος η οποία ονομαζόταν πρότερον Απία. Κατά τον Ηρόδοτο (Β. 56) η Ελλάδα και κατά τους Ιστορικούς ακόμη χρόνους ονομαζόταν Πελασγία «της νυν Ελλάδος πρότερον δε Πελασγίας καλουμένης». Οι Αθηναίοι ήταν Πελασγοί, ονομαζόμενοι Κραναοί, κατόπιν Κεκροπίδες από τον Βασιλιά τους Κέκροπα και επί εποχής Ερεχθέα ονομάστηκαν Αθηναίοι.

Πελασγοί ήταν επίσης: Οι Δωριείς και Αιολείς κατά τον Στράβωνα, οι Ίωνες οι οποίοι ονομάζονταν Πελασγοί Αιγιαλείς όταν κατοικούσαν στην Αχαΐα και μετονομάστηκαν Ίωνες από τον Ίωνα υιό του Ξούθου (Ηρόδοτ. Α,56- Στράβων ΙΔ ,4,26), οι Νησιώτες που ήταν απέναντι από τα παράλια της Μικράς Ασίας όπου κατοικούσαν οι Ίωνες (που μετοίκησαν) και ονομάστηκαν και αυτοί οι νησιώτες Ίωνες και οι Μακεδνοί (Μακεδόνες). Πελασγοί ήταν οι «εν Ασία Θράκες» Μοισοί, Φρύγες, Θυνοί, Βυθινοί, Μαιδοβυθινοί, Βέβρυκες, Μαριανδυνοί, Μύγδονες, Μαίονες, Δρύωπες, Δόλωνες, Τρήρες και άλλα Θρακικά φύλλα.

Πελασγοί μετέβησαν στην Κρήτη και έκτισαν την πόλη Λύκτον.

Τη Σκύρο και την Σκιάθο κατέλαβαν Πελασγοί εκ Θράκης (Geogr Graec.Min).

Λήμνος και Ίμβρος κατοικούντο από Πελασγούς(Ηροδ.Ε,26).

Η Νήσος Δήλος ονομαζόταν Πελασγία και Αστερία (Fragm.Hist.Graec).

Την έρημο Νήσο ‘Άνδρο είχε εποικίσει λαός Πελασγών(Μυθ. Ελλην.144). Γενικά ολόκληρη η Χερσόνησος του Αίμου, τα νησιά, και τα παράλια της Μικράς Ασίας κατοικούντο από Πελασγούς προγόνους των Ελλήνων.

ΘΕΘ/ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ ΑΝ.

ΘΕΜΑ 2
1.Το παρασκήνιο ενσωμάτωσης της Θράκης

Mε τη λήξη του Α’ Μεγάλου Πολέμου, το Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι (Ιαν. 1919 – Ιαν. 1920) κλήθηκε να επιλύσει τα προβλήματα που άφησε ο πόλεμος αυτός. Ο Ελευθ. Βενιζέλος ήδη στις 30 Δεκεμβρίου 1918 υπέβαλλε στο συνέδριο τις νόμιμες και ιστορικώς δικαιωμένες θέσεις της Ελλάδας επί της Δυτ. Θράκης, της Β. Ηπείρου, της Δυτ. Μικράς Ασίας, της Ίμβρου, της Τενέδου, των Δωδεκανήσων και της Κύπρου. Για την περίπτωση μας, τη Θράκη, πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα βιβλιαράκι γραμμένο στη γαλλική από κάποιον Dίodore, ψευδώνυμο προφανώς Έλληνος διπλωμάτη, όπου προβαλλόταν η ελληνικότητα της Δυτ. Θράκης δια μέσου των αιώνων και εγένετο χρήσιμη συναγωγή συμπερασμάτων. Τίτλος του μικρού αυτού έργου: Le caractere hellenίque de vίlayet d’Adrίnople a travers l’hίstoίre, Parίs 1919.Η ελληνική αντιπροσωπεία κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την προώθηση των εθνικών θεμάτων εν μέσω των ποικίλλων ευρωπαϊκών και αμερικανικών συμφερόντων, που επηρέαζαν καθοριστικώς τις ελληνικές διεκδικήσεις. Για τη Θράκη ο Βενιζέλος ζητούσε τη γεωγραφική ζώνη από την κορυφή του όρους Κούλα που έφθανε ως την Αδριανούπολη, τον ποταμό Τούνζα ως τον Άγιο Στέφανο, το γνωστό προάστιο της Κωνσταντινουπόλεως. Αρχικά οι αντιπρόσωποι των Γαλλίας, Γκαμπόν (Gambon), Αγγλίας Κρόου (Crowe), Αμερικής Ντέι (Day) δέχθηκαν την ελληνική πρόταση, αλλά υπό τον όρο να δοθεί στη Βουλγαρία εμπορική έξοδος στο Αιγαίο, στο Δεδέαγατς, στην Καβάλα ή στη Θεσσαλονίκη. Δέχθηκαν μάλιστα οι Σύμμαχοι την άμεση προσάρτηση της Ανατ. Θράκης. Ο Γάλλος μάλιστα Γκαμπόν θύμισε ότι η γραμμή που πρότεινε ο Βενιζέλος ήταν περίπου ίδια με αυτή της συνθήκης του Αγ. Στεφάνου το 1878 που δημιούργησε για 4 μήνες, και μόνο στα χαρτιά, τη μεγάλη Βουλγαρία. Στο μεταξύ, στη Θράκη το Τουρκικό Θρακικό Κομιτάτο (CUP) των Τούρκων εθνικιστών προέβαλλε την αυτονομία της Δυτ. Θράκης και φυσικά αρνούνταν κάθε ιδέα παραχωρήσεως στην Ελλάδα ή την Βουλγαρία υπό την επιθυμητή βρετανική προστασία. Ο μουσουλμανικός πληθυσμός μάλιστα εξακολουθούσε να είναι οπλισμένος, ενώ η Βουλγαρία διατηρούσε ένοπλες ομάδες στη Δ. Θράκη και στην Α. Μακεδονία, τις οποίες ο στρατηγός Παρασκευόπουλος ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει, μολονότι οι Ιταλοί τις βοηθούσαν παντοιοτρόπως. Ως και το ενδεχόμενο ιταλοελληνικής συρράξεως στη Δ. Θράκη φοβούνταν ορισμένοι παρατηρητές στη συνδιάσκεψη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχές Μαρτίου οι Ντέι, Γκαμπόν, Κρόου δέχτηκαν την πρόταση του Βενιζέλου να παραχωρηθεί ολόκληρη η Δ. Θράκη στην Ελλάδα, παρά τις σφοδρές επιφυλάξεις του ανθέλληνος διπλωμάτη Καστόλντι (Castoldί). Ένα άλλο ζητούμενο κατά τις συζητήσεις ήταν η εξασφάλιση των θρησκευτικών και άλλων δικαιωμάτων του μουσουλμανικού στοιχείου της Δ. Θράκης. Επί του προκειμένου, η ελληνική αντιπροσωπεία υπενθύμιζε τη βούληση των μουσουλμάνων βουλευτών της βουλγαρικής Εθνοσυνελεύσεως (Sobranje) να παραχωρηθεί η Δ. Θράκη στην Ελλάδα, δεδομένων των βουλγαρικών θηριωδιών στη Δ. Θράκη σε βάρος των μουσουλμάνων. Η θέση της Αμερικής, τον Ιούλιο του 1919, κατέστη αρνητική και επικίνδυνη για την Ελλάδα, αφού πρότεινε να περιέλθει η Δ. Θράκη στη Βουλγαρία. Πολύ πιθανή ήταν εδώ η παρέμβαση και οι συμβουλές του αμερικάνου επιτετραμμένου στη Σόφια Μέρφι (Murphy), γνωστού φιλοβούλγαρου, που προσκόμισε στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού έγγραφα υπερβαλλόντως φιλοβουλγαρικά για τη Θράκη, τη Δοβρουτσά, τη Μακεδονία. Ο Βενιζέλος αντέδρασε αμέσως υποστηριζόμενος αυτή τη φορά από τον Ιταλό ομόλογό του Τιτόνι (τέλη Ιουλίου 1919). Η νέα αυτή εξέλιξη διαφοροποίησε, επομένως, και τις θέσεις των άλλων ευρωπαϊκών κρατών: η Αγγλία πρότεινε αυτόνομο Θρακικό Κράτος στα όρια του ελληνικού κράτους (Αύγ. 1919), αλλά η πρότασή της απορρίφθηκε από τους Αμερικανούς διπλωμάτες. Η Γαλλία πρότεινε συμβιβαστικώς ίδρυση ελευθέρου κράτους στο Δεδέαγατς, στο οποίο θα συμπεριλαμβάνονταν και τμήματα της Δυτ. Θράκης με Βουλγαρικές μειονότητες. Τη λύση αυτήν ευνοούσε η Αμερική με τον αντιπρόσωπό της Πολκ (PoΊk), αλλά και ο Βενιζέλος που υπολόγιζε ότι έτσι θα προσαρτούσε την Ανατ. Θράκη στην Ελλάδα και τμήμα μεταξύ ελληνικών συνόρων, Μάκρης και Αιγαίου. Σημειωτέον ότι η αμερικανική πολιτική στόχευε στη διευθέτηση του Θρακικού ζητήματος, ύστερα από τον προσδιορισμό των ορίων του κράτους της Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο την ενδιέφερε πρωτίστως. Και ενώ αναμενόταν η υπογραφή οριστικής συμφωνίας, ο Αμερικανός πρόεδρος Ουίλσον (Wίlson), με μήνυμά του στις 28 Αυγ. 1919, αντιπρότεινε αιφνιδιαστικώς να δοθεί στην Ελλάδα μόνον η περιοχή Ξάνθης Κομοτηνής, δηλ. το Ι/8 της Δ. Θράκης. Η υπόλοιπη θα περιερχόταν στη Βουλγαρία, ενώ η Νοτιοδυτική και ολόκληρη η Ανατολική στο Kράτος της Κωνσταντινουπόλεως. Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό ότι η Αμερική, με το από 21 Ιουλίου υπόμνημά της, μολονότι αναγνώριζε την ελληνική υπεροχή στη Δ. Θράκη πριν από τον πόλεμο, τη φυγή και την αιχμαλωσία του ελληνικού στοιχείου από τους Βουλγάρους, εκτιμούσε, ωστόσο,ότι δεν έπρεπε να αδικηθεί η Βουλγαρία, για την οποία επιμόνως συνιστούσε διέξοδο προς το Αιγαίο. Αντιθέτως, οι Άγγλοι, Γάλλοι και Ιάπωνες (που συμμετείχαν στη Συνδιάσκεψη) υποστήριζαν, με δικό τους υπόμνημα, τις ελληνικές απόψεις, επισημαίνοντας ότι η Βουλγαρία δεν έχει κανένα δικαίωμα επί της Δ.Θράκης. Στο ίδιο υπόμνημά τους κατηγορούσαν τη Βουλγαρία για ωμότητες, βάρβαρη συμπεριφορά και αρπακτική διάθεση σε βάρος των γειτονικών της χωρών. Την απροκάλυπτη ανθελληνική αμερικανική πολιτική προσπάθησε να ανατρέψει ο Βενιζέλος με μήνυμά του προς τov πρόεδρο Ουίλσον, όπου τόνιζε ότι προέχει η εθνολογική υπεροχή των Ελλήνων της Δ. Θράκης από τα οικονομικά συμφέροντα της Βουλγαρίας. Η ελληνική διπλωματία κινητοποίησε παραλλήλως τους γερουσιαστές Kινγκ (Kίng), Γκάρι (Gary), Σίβανσov (Sίvanson) και τους Έλληνες ομογενείς της Αμερικής για την άσκηση πιέσεων επί του Ουίλσον, τον οποίο φαίνεται ότι επηρέαζαν οι ανθελληνικοί(καθολικοί το Θρήσκευμα) κύκλοι του Ροβερτείου Κολεγίου Κωνσταvτιvoυπόλεως και οι μεγαλέμποροι καπνού, ανταγωνιστές των ελληνικών συμφερόντων. Ευτυχώς, η αμερικανική παρέμβαση απορρίφθηκε από τους Αγγλογάλλους και άρχισε, έτσι, νέος κύκλος διαπραγματεύσεων που οδήγησαν σε αδιέξοδο, οπότε η Δυτ. Θράκη ετέθη υπό καθεστώς διασυμμαχικής διοικήσεως. Έτσι, στις 18 Οκτωβρίου 1919, η 9n Ελληνική Μεραρχία υπό τη διοίκηση του Λεοναρδόπουλoυ κατέλαβε την Ξάνθη και τις επόμενες μέρες ο Γάλλος στρατηγός Σαρπί με τους στρατιώτες του την υπόλοιπη Δ. Θράκη, η οποία διαιρέθηκε σε τρεις περιφέρειες: Ξάνθη, Γκιoμουλτζίνα (Κομοτηνή), Καρaγάτς (Ορεστιάδα) υπό τους Λεοναρδόπουλο, Ντορέ (Dore) και Poυvτενσί (Roudency) υπό τη διοίκηση του Σαρπί. Οι περιφέρειες αυτές διαιρέθηκαν σε 6 υποδιοικήσεις υπό την ευθύνη Ελλήνων και Γάλλων στρατιωτικών συνεπικουρουμένωv από Έλληνες και Τούρκους διοικητικούς υπαλλήλους. Συστάθηκαν, ωσαύτως, επιτροπές διαιτησίας για την επιστροφή των Ελλήνων προσφύγων, που σιγά σιγά επέστρεφαν μετά τη λήξη του πολέμου. Η διοίκηση της Δ. Θράκης ασκούνταν από ένα Πολιτικό και Διοικητικό Γραφείο και από ένα Ανώτερο Διοικητικό Συμβούλιο στο oπoίo μετείχαν 5 Έλληνες, 5 Τούρκοι και από ένας Αρμένιος, Ισραηλινός και Λεβαντίvoς και 2 Βούλγαροι. Η τάξη επανήλθε ταχέως στη Δ. Θράκη με τη ρύθμιση εκκλησιαστικών ζητημάτων, την οργάνωση της δικαιοσύνης, της οικονομίας, του εμπορίου. Κατά την περίοδο αυτή πολύ σημαντική ήταν η συμβολή του Χαρισίου Βαμβακά, έμπιστου συνεργάτη του Βενιζέλου και εκ προσώπου της Ελλάδας στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, ο οποίος αντιμετώπισε στην Κομοτηνή την εργώδη προπαγάνδα για αυτονομία της δ. Θράκης, που ευνοούσε ο γαλλικός παράγοντας και στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Τζαφερ Ταγιαρ, ο Ισμαήλ Χακίμ και ο Βούλγαρος Γκεοργκίεφ. Ο Βαμβακάς εργάστηκε συντόνως για την ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας, το άνοιγμα των ελληνικών εκκλησιών, την προώθηση, ως προέδρου του Ανωτάτου Συμβουλίου, του Έλληνος Εμμ. Δουλά. Ο Βαμβακάς αντιμετώπισε επιτυχώς τη συμπεριφορά των Γάλλων, που ευνοούσαν τις βουλγαρικές θέσεις και προωθούσαν στις κατώτερες θέσεις Βούλγαρους υπαλλήλους που πλαισίωναν τους Γάλλους αξιωματούχους. Τις προσπάθειες του Βαμβακά διευκόλυναν αφενός η επιστροφή χιλιάδων θρακών προσφύγων, που προσέδωσαν στη Δ. Θράκη την πραγματική ελληνική φυσιογνωμία της και αφετέρου η σταδιακή αποχώρηση του επύλιδος βουλγαρικού στοιχείου. Ο Βαμβακάς αντιμετώπισε τη φημολογία ότι η Δ. Θράκη θα παραχωρούνταν στη Βουλγαρία, τις τουρκικές βιαιοπραγίες σε βάρος ελλήνων, τις γαλλικές παρεμβάσεις. Ενίσχυσε, ακόμη, την ελληνική παιδεία με την επαναλειτουργία των ελληνικών σχολείων και την επιστροφή των ελληνικών εκκλησιών στους νόμιμους κατόχους τους. Αυτονόητα η ελληνική δυναμική παρουσία στη Δ. Θράκη προοιωνιζόταν και την επερχόμενη ελληνική κυριαρχία, εφόσον αυτή ήταν και η επιθυμία της συντριπτικής πλειοψηφίας των μουσουλμάνων. Απέμεινε η στρατιωτική δράση από ελληνικής πλευράς, που εκδηλώθηκε στα μέσα Μαΐου του 1920. Προηγήθηκε, όμως, η συνθήκη του Σαν Ρέμο, το Μάιο του 1920, που όριζε, μεταξύ άλλων, την απόσυρση των γαλλικών δυνάμεων από τη Δ. Θράκη και την αντικατάστασή τους από τις ελληνικές δυνάμεις. Ο στρατηγός Λεοναρδόπουλος με την 9η μεραρχία των Ιωαννίνων κινήθηκε δραστήρια και στις 15 Μαΐου έφθασε σιδηροδρομικώς στο Καραγάτς (Ορεστιάδα) και το Πύθιο, η μεραρχία Σερρών υπό τον Ε. Ζυμβρακάκη απέκλεισε τις διαβάσεις προς τη Βουλγαρία και συγκεντρώθηκε στην Κομοτηνή και τέλος η 12η μεραρχία Ξάνθης υπό τον Κ. Μαζαράκη Αινιάν αποβιβαζόταν στο Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη). Η μεραρχία Σμύρνης, αργότερα, στις 7 Ιουλίου, κατέλαβε την Ηράκλεια, τη Ραιδεστό και την Τυρολόη και λίγο μετά (10 Ιουλίου) το Λουλέ Μπουργκάζ (Αρκαδιούπολη)και τη Χαριούπολη. Η στρατιά της Θράκης συνέχισε τη νικηφόρα πορεία της και τον επόμενο μήνα (Ιούνιος 1920) με τον Ζυμβρακάκη αιχμαλώτισε το στασιαστή Τζαφέρ Ταγιάρ, που μαχόταν κατά του σουλτάνου έχοντας στις τάξεις του και 12.000 Βούλγαρους στρατιώτες. Τον Ιούλιο του 1920 ο ελληνικός στρατός κατελάμβανε την Αδριανούπολη και ως τα τέλη του ίδιου μήνα είxε ολοκληρωθεί η κατάληψη ολόκληρης της Ανατ. Θράκης, εξαιρέσει μιας μικρής γραμμής στη Μήδεια Μετραί (Τσατάλτζα) και της Θρακικής Χερσονήσου. Με τη συνθήκη των Σεβρών (28 Ιουλ./10 Αυγ. 1920) παραχωρήθηκε στην Ελλάδα και η Ανατολική με την Καλλίπολη ως την Τσατάλτζα. Η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά χαρακτηρίστηκαν ουδέτερη ζώνη υπό τον έλεγχο της διεθνούς συμμαχικής επιτροπής, ενώ η Βουλγαρία εξασφάλιζε το δικαίωμα της ελεύθερης διαμετακομίσεως στο λιμάνι του Δεδέαγατς, το oπoίo δικαίωμα δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή. Αμέσως άρχισε το έργο της οργανώσεως ιδιαιτέρως στην A. Θράκη, όπου η ελληνική κυβέρνηση είxε ορίσει ως ύπατο αρμοστή έναν έμπειρο διπλωμάτη, τον Α. Σαχτούρη. Εκεί, επί μια διετία, η ελληνική διοίκηση έδειξε το καλύτερο πρόσωπό της, που διακόπηκε απότομα από τα γεγονότα της μικρασιατικής καταστροφής και την εκκένωση της Α. Θράκης από τους αρχέγονους πληθυσμούς της, βάσει του πρωτοκόλλου των Μουδανιών (28 Σεπτ./11 Οκτ. 1922). Από τα αρχεία του Παντελή Αθανασιάδη (ιστορία του Νομού Έβρου)

ΘΕΜΑ 3

Ιστορία των Πομάκων

Στην οροσειρά της Ροδόπης τόσο από την Βουλγαρική πλευρά όσο και από την ελληνική, ζει από την αρχαιότητα μια ιδιόμορφη και παρεξηγημένη φυλή, οι Πομάκοι. Οι Πομάκοι, κατοικούν στη Θράκη στον ορεινό όγκο της Ροδόπης εδώ και χιλιάδες χρόνια. Η οροσειρά Ροδόπη βρίσκεται στο μεγαλύτερο μέρος της μέσα στη Βουλγαρία και οι περισσότεροι Πομάκοι ζουν εκεί ενώ η πλειοψηφία τους στην Ελλάδα βρίσκεται στο νομό Ξάνθης. Ο πληθυσμός των Πομάκων υπολογίζεται γύρω στις 350.000 από αυτούς όμως μόνο οι 36.000 (απογραφή 1991) κατοικούν στην Ελλάδα (23.000 στο νομό Ξάνθης, 11.000 στο νομό Ροδόπης, 2.000 στο νομό Έβρου). Οι υπόλοιποι βρίσκονται στη Βουλγαρία. Οι Βούλγαροι, στηριζόμενοι βασικά στο γλωσσικό τους ιδίωμα, τους διεκδικούν σαν Βούλγαρους, ενώ οι Τούρκοι, στηριζόμενοι στο γεγονός ότι είναι μουσουλμάνοι, τους θεωρούν Τούρκους. Κατά τους Ρουμάνους, οι Πομάκοι είναι απομεινάρι αρχαίου θρακικού φύλου το οποίο διαδοχικά εκρωμαΐστηκε, εκσλαβίστηκε και εξισλαμίστηκε.
Η συνεχής και επίμονη πλύση εγκεφάλου, που τους γίνεται άλλοτε από την Βουλγαρία και άλλοτε από την Τουρκία, συνοδευόμενη από την μόνιμη αδιαφορία της Ελλάδας έχει συντελέσει, ώστε αυτοί οι άνθρωποι να έχουν χάσει τις εθνικές τους ρίζες και να πλέουν σ’ ένα πέλαγος χωρίς πυξίδα εθνικού προσανατολισμού.

Η προέλευση της λέξης «Πομάκος» Πολλοί προσπάθησαν να ερμηνεύσουν ετυμολογικά τη λέξη «Πομάκοι» με επικρατέστερη άποψη αυτή των Βουλγάρων, σύμφωνα με την οποία η προέλευση της λέξης οφείλεται στο ρήμα pomagam που σημαίνει βοηθώ. Οι Βούλγαροι αποκαλούσαν τους Πομάκους «πομαγκάστ» δηλαδή βοηθούς, υποτελείς, βασανισμένους, δούλους, χωρίς δική τους ατομική και συλλογική οντότητα. Κατά μία ελληνική εκδοχή, προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ιππομάχος. Ήταν αυτοί που απάρτιζαν το φοβερό ιππικό του Μ. Αλεξάνδρου. Κατά μία άλλη ελληνική ερμηνεία, η λέξη προέρχεται από το ελληνικό Πομάξ (πότης) εξαιτίας της παλιάς συνήθειας των Θρακών να πίνουν πολύ. Οι ίδιοι όμως οι Πομάκοι τη θεωρούν προσβλητική και υβριστική ονομασία και θέλουν να αυτοαποκαλούνται «Αχριάν», δηλαδή «Αγριάνες», όνομα αρχαίας θρακικής φυλής, που κατοικούσε στα άγονα κι ορεινά μέρη του όρους Σκόμιο και στη Βορειοδυτική Ροδόπη και που λέγονταν κι αλλιώς «Αγρίες», «Αγραίοι» κι «Αγριείς». Φημίζονταν σαν επιδέξιοι ακοντιστές. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε, σύμφωνα με τις έρευνες των εθνολόγων, ότι οι Πομάκοι είναι απόγονοι των αρχαίων Θρακών. Την άποψη, ότι δηλαδή οι Πομάκοι κατάγονται από την αρχαία ελληνική φυλή, παρουσίασαν και το 1946 στον ΟΗΕ και στους Αμερικανούς οι ίδιοι οι Πομάκοι (Ελλάδας και Βουλγαρίας) και ζήτησαν σαν Έλληνες να ενταχθούν με τους Έλληνες στην Ελλάδα.Οι Πομάκοι είναι κατά την πλειοψηφία υψηλοί, ξανθοί, γαλανομάτηδες, δολιχοκέφαλοι, φιλοπρόοδοι, δεν έχουν μογγολικά χαρακτηριστικά και κατοικούν στα ορεινά της Θράκης της Δυτικής Θράκης. Επίσης, η εθνολογική έρευνα υποστηρίζει βασίμως, ότι οι σλαβόφωνοι Πομάκοι είναι απόγονοι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αυτόχθονος πληθυσμού. Εξάλλου, αιματολογική εξέταση σε 1.030 κατοίκους στα χωριά Εχίνος, Σάτραι, Ωραίον, Μελίβοια και Κοτύλη, δηλαδή το 1/20 του συνολικού πληθυσμού των Πομάκων 4, διαπιστώνει αιματολογική συγγένεια Πομάκων και Ελλήνων σε ποσοστό 50-70%. Αλλά και ξένοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι Πομάκοι είναι εξισλαμισμένοι και εκσλαβισθέντες γλωσσικώς, απόγονοι ή τα τελευταία υπολείμματα των αρχαίων Θρακών και ότι έχουν φλέβα ελληνική.Γραπτά μνημεία της γλώσσας των Πομάκων, όπως και της γλώσσας όλων των αρχαίων θρακικών φυλών δεν υπάρχουν. Είναι δηλαδή η γλώσσα ομιλούμενη, αλλά μη γραφόμενη. Όλοι γενικά οι Πομάκοι της ελληνικής ορεινής Ροδόπης μιλούν την πομακική γλώσσα, ένα γλωσσικό ιδίωμα σλαβικό, συγγενικό με τη βουλγαρική γλώσσα (χωρίς οι Πομάκοι να αισθάνονται Βούλγαροι ή Σλάβοι), που διασώζει όμως πολλές ελληνικές λέξεις, ίσως και πολλές θρακικές κι έχει ανάμεσα κι ορισμένες τουρκικές λέξεις, πράγμα που συμβαίνει σε όλες τις γλώσσες των Βαλκανίων, που ζυμώθηκαν αναγκαστικά με την τουρκική γλώσσα, μέσα σε τόσους αιώνες τουρκικής κατάκτησης. Παρατηρείται ότι η πομακική γλώσσα στην ανατολική περιοχή της Δυτικής Θράκης έχει επηρεασθεί από την τουρκική γλώσσα, ενώ αντίθετα στο δυτικό τμήμα της από τη βουλγαρική. Πάμπολλες είναι οι ελληνικές λέξεις – και μάλιστα οι αρχαιοπρεπείς, γεγονός που ενισχύει την άποψη για την αρχαία καταγωγή των Πομάκων και τη συγγένειά τους με τους Έλληνες. Μέχρι και το τέλος του 20ού αιώνα, που η πομακική γλώσσα ήταν άγραφη, πολλοί άνθρωποι προσπαθούν να την καταγράψουν, με πρωτοπόρο τον Πομάκο Ριτβάν Καραχότζα. Το 1996 εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Αίγειρος» της Θεσσαλονίκης, με τη χορηγία και ηθική συμπαράσταση του Πρ. Εμφιετζόγλου, το τρίτομο έργο για την πομακική γλώσσα που εκπονήθηκε υπό την εποπτεία και την ενεργό συμμετοχή του δασκάλου Πέτρου Θεοχαρίδη. Το έργο περιλαμβάνει ελληνο-πομακικό και πομακο-ελληνικό λεξικό και γραμματική της πομακικής γλώσσας. Γράφτηκαν επίσης, γραμματικές, παραμύθια, εφημερίδες, τραγούδια. Επισημαίνεται ότι οι ελληνικές λέξεις είναι ουσιαστικά και ρήματα, ώστε δεν μπορούν να θεωρηθούν απλά δάνεια, δεδομένης της θεμελιώδους σημασίας των ουσιαστικών και ρημάτων σε κάθε γλώσσα. Εξάλλου, μεταξύ Διδυμοτείχου και Ορτακιόι υπήρχαν αποκλειστικά ελληνόφωνοι Πομάκοι γνωστοί με την ονομασία Μάρηδες και Γραβανίτες. Ενδεικτικά παρατίθεται κατάλογος με λέξεις ελληνικών ρημάτων και ουσιαστικών: Ρήματα: αργάσβαμ = εργάζομαι, αρέσβαμ = αρέσκομαι, αρνήσβαμ = αρνούμαι, αφορίσβαμ = αφορίζω, βιάσαμ = βιάζομαι, βολιάσβαμ = εμβολιάζω, βουλώσβαμ = βουλώνω, ζαπεικάσουβαμ = απεικάζω, ζηλώσβιαμ = ζηλεύω, ζυβγκαρωσβαμ = ζευγαρώνω, ακτοικιάσβαμ = κατοικώ, κερντίσβαμ = κερδίζω, κινήσβαμ = κινώ, λειψούβαμ = λείπω, μαρτυρήσβαμ = μαρτυρώ, μοιάζαμ = μοιάζω, ορίσβαμ = ορίζω, πατάξαμ = πατάσσω, νταπαιντέψαμ = παιδεύω, νταπάψαμ = παύω, στοιβάσβαμ = στοιβάζωτυπώσβαμ = τυπώνω, φτάσβαμ = φθάνω κ.λ.π. Ουσιαστικά: αργκάτ = εργάτης, βλαστάρ = βλαστάρι, γκωνία = γωνία, ντρούμ = δρόμος, έντρο = αδρός, εγκρίστρα = άγκιστρο, κεραμή = κεραμίδι, κλωβία = κλουβί (κλωβός), κουμίν = κάμινος, κρομμύντ = κρομμύδι, παιντεψία = παίδευση, παίπελ = παιπάλη (δηλαδή σκόνη), παναγκύρ = πανηγύρι, παρασπούρ = παρασπόρι, πέλκα = πέλεκυς σκύφαλα = σκύβαλα, στόμνα = στάμνα, σύνορ = σύνορο, φυτάρια = φύτρο, χρομύλ = χειρόμυλος, χορό = χορός κ.λ.π. Από έρευνα του Κ. Μητσάκη, διαπιστώθηκε ότι στα Πομάκικα συναντούμε το γνωστό τραγούδι Γεφύρι της Άρτας. Τραγούδι ευρύτερα γνωστό, με ρίζες πολύ πριν από τη μάχη του Ματζικέρτ (1071), στην Ελλάδα. Οι Πομάκοι απομονωμένοι γεωγραφικά, κοινωνικά και πολιτιστικά, διατήρησαν την πιο αρχαία μορφή του τραγουδιού που συγγενεύει με την παραλλαγή της Καππαδοκίας, όπου αρχικά γεννήθηκε.

Ο εξισλαμισμός των ΠομάκωνΑπό τους Κώδικες της Μητροπόλεως Φιλιππουπόλεως, προκύπτει ότι τα μέσα του 17ου αιώνα (το 1628 κατά τους Βούλγαρους, κατ?άλλους το 1636 – 1672) οι πρόκριτοι των πομάκων, για λόγους επιβίωσης αποφάσισαν ομαδικό εξισλαμισμό. Το γεγονός αυτό αποδέχονται και οι ιστορικοί, ο Τσέχος Κ. Jerecek και ο Βούλγαρος πρώην πρεσβευτής στην Ελλάδα (ελληνικής καταγωγής από την μητέρα του), πρόεδρος της βουλγαρικής βουλής Ν. Todorov. Ειδικότερα, κατά τον προαναφερθέντα Τσέχο ιστορικό, ο εξοπλισμός που άρχισε σταδιακά τον 16ο αιώνα επί Σελίμ Α (1512 -1520), ολοκληρώθηκε επί Μεχμέτ Δ (1641 – 1661). Τότε οι πρόκριτοι των Πομάκων παρουσιάσθηκαν στις αρχές της Φιλιππουπόλεως και γνωστοποίησαν την απόφασή τους να προσχωρήσουν στο ισλάμ. Ο Τούρκος διοικητής φοβήθηκε το σκάνδαλο και τους παρέπεμψε στο Μητροπολίτη Φιλιππουπόλεως Γαβριήλ (1636 – 1672). Ο τελευταίος προσπάθησε να τους αποτρέψει, αλλά προσέκρουσε στην απόφασή τους να απαλλαγούν από την τουρκική καταπίεση και να εκδικηθούν για την παλαιά βουλγαρική καταδυνάστευσή τους. Κατά την παράδοση των Ελλήνων της Φιλιππουπόλεως, η περιτομή έγινε πανηγυρικά στο παλαιό τζαμί κοντά στο Διοικητήριο. Με την επιστροφή τους στη Ροδόπη εξισλαμίσθηκαν και οι ομόφυλοί τους. Ο Μέγας Βεζίρης Μεχμέτ Κιοπρουλού κατεδάφισε 218 εκκλησίες και 336 παρεκκλήσια, των οποίων ερείπια ανευρίσκονται σήμερα στα πομακοχώρια. Μόνη η ύπαρξη των ερειπίων αυτών αποδεικνύει ότι οι Πομάκοι ήταν χριστιανοί. Κατά την βουλγαρική παράδοση, οι Τούρκοι, επί Μεχμέτ Κιοπουρλού, απείλησαν τους Πομάκους λέγοντας: ή γίνεσαι μουσουλμάνος ή σου παίρνω το κεφάλι. Το 1656 οι δυνάμεις του Μεχμέτ πασά εισέβαλαν στην περιοχή του Τσέπνι. Ο πασάς διέταξε να του φέρουν όλους τους προκρίτους. Τους κατηγόρησε ότι αντιστέκονταν και επαναστατούσαν. Γι αυτό είναι ανάγκη να σας σκοτώσω ή να δεχθείτε το ισλάμ τους είπε. Οι γενίτσαροι περίμεναν έτοιμοι με τα γυμνά τους γιαταγάνια να τους αποκεφαλίσουν. Έτσι, κατά την βουλγαρική παράδοση, εξισλαμίσθηκαν. Παρά τον εξισλαμισμό τους οι Πομάκοι διατήρησαν χριστιανικά έθιμα, μέχρι σήμερα, όπως το σταύρωμα του βρέφους στην κούνια του προτού κοιμηθεί, και της ζύμης αμέσως μετά το ζύμωμα. Το κύριο όνομα Ηλίας είναι διαδεδομένο μεταξύ των Πομάκων του Εχίνου και της Κοτύλης. Κατά τον Τσέχο ιστορικό και γλωσσολόγο του περασμένου αιώνα Λεοπόλδο Γκάιτλερ, ο Άγιος Δημήτριος είναι ο πιο αγαπητός από μηχανής θεός για όλες τις δύσκολες στιγμές. Επαινείται το χρυσό βιβλίο (Ευαγγέλιο), οι σταυροί, η στροφή προς τον χριστιανισμό και η ανέγερση εκκλησιών και μοναστηριών. Όλα αυτά τα εξυμνούν οι μωαμεθανοί Πομάκοι. Επίσης, μέχρι την απελευθέρωσή τους από τα ελληνικά στρατεύματα, πολλοί ήσαν οι κρυπτοχριστιανοί Πομάκοι. Μνημονεύεται η περίπτωση του κρυπτοχριστιανού Πομάκου Γιουσούφ στο χωριό Κέχρος Ροδόπης που διατηρούσε σε μπαούλο τα ράσα και τις εικόνες του ιερέα παππού του. Σήμερα η Τουρκική προπαγάνδα τους εκβιάζει να προσλαμβάνουν Τουρκικά ονόματα. Οι συνοικισμοί στον Ωραίον Ξάνθης, Τεοτόκα (από το Θεοτόκος) και Σταματέσκο (από το Σταμάτιον), ή ο κεντρικός συνοικισμός στην κοινότητα Κέχρου Ροδόπης που λέγονταν Μαρικόζ (από το Καυδιά της Μαρίας Παναγίας όπου ανάβλυζε αγίασμα) αλλά και πρωτοχριστιανική πίττα με το νόμισμα, αποτελούν σημεία που μαρτυρούν το χριστιανικό παρελθόν των Πομάκων. Μεταξύ των Πομάκων διατηρείται ως παράδοση ότι τον εξισλαμισμό δεν τον δέχθηκαν νέες του χωριού Πάχνη, και μερικές από αυτές έπεσαν χορεύοντας σε παρακείμενο βάραθρο, πρόδρομοι των Σουλιωτισσών. Η μυστικιστική ισλαμική ζωή δεν ήκμασε στην περιοχή των Πομάκων, ούτε και στην ισλαμική τέχνη ρίζωσε. Η τελετουργική σχέση των Πομάκων με την θρησκεία τους είναι πρωτόγονη. Ίσως για το λόγο αυτό, η προσπάθεια των Βουλγάρων για βίαιο εκχριστιανισμό των Πομάκων το 1920 – 1930 είχε κάποια αποτελέσματα. Οι προσπάθειες των Πομάκων να ενωθούν με την Ελλάδα Στις αρχές του 1878, εν όψει του διεξαγόμενου Ρωσοτουρκικού πολέμου, ο υπόδουλος ελληνισμός της Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Ηπείρου και Κρήτης οργάνωσε επαναστατικά κινήματα. Οι Πομάκοι, στην ορεινή περιοχή της Ροδόπης, οργάνωσαν και αυτοί επαναστατικό κίνημα κατά της Τουρκίας προσβλέποντας να μεταπέσουν στην ελληνική κυριαρχία παρά στη βουλγαρική. Άλλωστε ουδέποτε έτρεφαν φιλοβουλγαρικά αισθήματα. Απόδειξη περί τούτου αποτελεί το εγγονός ότι οι Πομάκοι συνέπραξαν με τους Τούρκους στην κατάπνιξη της βουλγαρικής επαναστάσεως του 1875.Όταν διαπίστωσαν ότι ήταν ανέφικτη η μετάπτωσή τους στην ελληνική κυριαρχία και ότι αντιθέτως η περιοχή τους περιλαμβανόταν στη Μεγάλη Βουλγαρία της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, απέκλεισαν ενόπλως όλες τις διόδους της Ροδόπης και ίδρυσαν την Αυτόνομη Πομακική Δημοκρατία, η οποία περιελάμβανε 21 χωριά. Στην ενέργεια τους αυτή, οι Πομάκοι υποκινήθηκαν από Ούγγρους και Άγγλους αξιωματικούς που έφθασαν στην περιοχή των Πομάκων μέσω Καβάλας. Και τούτο, διότι τα συμφέροντα της Αυστροουγγαρίας και της Αγγλίας συνέπιπταν στην αποτροπή της επεκτάσεως προς νότο της Ρωσίας. Ανάχωμα στη ρωσική κάθοδο αποτελούσε η Αυτόνομη Πομακική Δημοκρατία. Οι Πομάκοι της Δράμας, στης 7 Μαρτίου 1878, αδελφοποιήθηκαν (αρχαίο ελληνικό έθιμο) και αποφάσισαν να δράσουν. Εκφράσθηκαν με συμπάθεια προς τα ελληνικά επαναστατικά κινήματα της Ηπείρου, Θεσσαλίας και Μακεδονίας και δήλωσαν ότι προτιμώσι να τεθώσιν υπό το σκήπτρον του Βασιλέως των Ελλήνων και μείνωσιν ευχαρίστως εις τας εστίας των. Η Πομακική Δημοκρατία διατηρήθηκε μέχρι της προσαρτήσεως της Ανατολικής Ρουμελίας στη Βουλγαρία τον Σεπτέμβριο 1885. Σε προηγούμενο δημοσίευμα (Ακτίνες Φεβρ. 1995, σελ. 51), έγινε μνεία του διαβήματος των μουσουλμάνων βουλευτών (Πομάκων και Τουρκογενών) της Δυτ. Θράκης στη Βουλγαρική Βουλή το 1919, δια του οποίου εξέφραζαν την επιθυμία του μουσουλμανικού πληθυσμού να απαλλαγή από το βουλγαρικό ζυγό και γι?αυτό ζητούσαν τη Διασυμμαχική κατάληψη της Δυτ. Θράκης. Όπως μαρτυρείτε, ο Πομάκος δικηγόρος – δημοσιογράφος Μεχμέτ Τεφρίκ αφηγήθηκε στον Γάλλο δημοσιογράφο της εποχής εκείνης Λεών Σαβατζιάν (Leon Sauadzian) τα δεινά των Πομάκων υπό τη βουλγαρική κατοχή, που καταχωρήθηκαν στο βιβλίο του Εn Trace Occidentale. Οι Πομάκοι, μαζί με τους άλλους μουσουλμάνους οδηγήθηκαν στο ανωτέρω διάβημα διότι ήθελαν να ενταχθούν στον ελληνικό χώρο και όπως ισχυρίζονταν στο υπόμνημα, της Δυτ. Θράκης είχαν πάντοτε φιλελεύθερες διαθέσεις απέναντι τους και ήσαν μέλη ενός έθνους που συμφωνούσαν μαζί του. Το αίτημα τους αυτό δεν ικανοποιήθηκε τότε πλήρως. Το επανέλαβαν και πάλι μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, με αντιπροσώπους τους στη Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι το 1946. Τότε η Ελλάδα ενδιαφερόταν για λόγους ασφαλείας να διαρρυθμιστούν τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Ο Τύπος και τα ραδιόφωνα της εποχής εκείνης στης ΗΠΑ προέβαλαν το γεγονός. Ειδικότερα, ο διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού της Ουάσιγκτον Albert Verner, έλεγε σε μια εκπομπή: Εν ακόμη πρόβλημα μειονότητας παρουσιάστηκε σήμερον εις Ουάσιγκτον εν τω προσώπω των Πομάκων, οι οποίοι είναι αρχαία ελληνική φυλή, ιστορούμενη από την προ του Μεγάλου Αλεξάνδρου εποχής. Οι Πομάκοι ποιούνται νύν έκκλησιν προς το Συμβούλιο Ασφαλείας (ΟΗΕ) και προς το Αμερικανικόν επί των Εξωτερικών Υπουργείον και ζητούν την διενέργεια δημοψηφίσματος, ίνα ελευθερωθούν εκ της Βουλγαρίας και απολαύσουν την ελευθερία την οποία απολαμβάνουν οι Πομάκοι της Ελλάδας. Ο τύπος επίσης έγραφε : Το παρελθόν Σάββατον εις το ξενοδοχείο Πενσυλβάνια έλαβε χώρα συνέντευξις προς τους αντιπροσώπους του Αμερικανικού και Ελληνικού τύπου εκ μέρους των κ.κ. Χάμδη Χουσείν Βέη, πρώην βουλευτού Ροδόπης, Χακή Σουλεϊμάν Βέη, αποτελούντων από την αντιπροσωπεία των Πομάκων Θράκης. Οι Πομάκοι εξέθεσαν προς τον τύπο τας απόψεις των και τα δίκαια των, ζητούντες την ένωσιν των με την Ελλάδα. Η προσπάθεια των Πομάκων δεν τελεσφόρησε διότι είχε προηγηθεί η διανομή της Ευρώπης μεταξύ των τριών μεγάλων δυνάμεων στη Γιάλτα, τον Φεβρουάριο του 1944.

Η στάση των Πομάκων κατά τη συνθήκη της Λωζάνης

Μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την αναγκαστική εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης, ακολούθησε η Συνθήκη της Λοζάνης της Ελβετίας το 1923. Σε μια κρίσιμη περίοδο των διαπραγματεύσεων τη άνοιξη του 1923, ο ταγματάρχης του τουρκικού στρατού Φουάτ Βέης, κατόπιν συνεννοήσεως με τη βουλγαρική κυβέρνηση, συγκρότησε τουρκοβουλγαρικό θρακικό κομιτάτο, με σκοπό τη δημιουργία αντιπερισπασμού στα νώτα του ελληνικού στρατού. Βάση των σχετικών επιχειρήσεων θα ήσαν οι Πομάκοι της Βουλγαρίας, που θα σχημάτιζαν συμμορίες και εισήρχοντο στη Δυτική Θράκη. Τα σχέδια του κομιτάτου ματαιώθηκαν, διότι οι Πομάκοι αρνήθηκαν να επιτεθούν κατά της Ελλάδας. Επίσης είναι βεβαιωμένο ότι είχε ασκηθεί πίεση της βουλγαρικής κυβερνήσεως προς τους Πομάκους. Επίσης, ο Φουάτ Βέης περιόδευσε πολλές φορές στα πομακοχώρια, συναντώντας την άρνηση των Πομάκων. Για τη στάση τους αυτή, πολλοί προύχοντες των Πομάκων δολοφονήθηκαν. Η συμπεριφορά αυτή των Πομάκων οφείλεται στο χαρακτήρα τους – δεν είναι ύπουλοι, ούτε καιροσκόποι – που τους διαφοροποιεί από τους Τούρκους και τους Βούλγαρους.

Η ελληνική στάσηΤους Πομάκους, τους απογόνους των αρχαίων Αγριάνων, το ελλαδικό κράτος δεν τους εγκατέλειψε, αλλά τους έστειλε στην αγκαλιά της Τουρκίας, η οποία θεωρεί ότι είναι προστάτης των μουσουλμάνων.

Το 1954 η ελληνική Κυβέρνηση υποχρέωσε όλα τα μουσουλμανικά σχολεία να ονομάζονται τουρκικά για να πετύχει διάκριση από τα αντίστοιχα μουσουλμανικά της Βουλγαρίας. Το 1955 δόθηκε εντολή στον επιθεωρητή μουσουλμανικών σχολείων να οργανώσει συνέδρια Πομάκων δασκάλων για την εισαγωγή του λατινικού αλφαβήτου, δηλαδή της τουρκικής γλώσσας αφού οι Νεότουρκοι έχουν υιοθετήσει το λατινικό αλφάβητο. Η εισαγωγή του λατινικού αλφάβητου και της τουρκικής γλώσσας στα σχολεία των Πομάκων ολοκληρώθηκε το 1973. Το 1995, βάσει τουρκοελληνικής συμφωνίας διετάχθη από την ελληνική κυβέρνηση ο επιθεωρητής μουσουλμανικών σχολείων Δυτ. Θράκης και συγκάλεσε τοπικά συνέδρια Πομάκων δασκάλων με σκοπό να τους συστήσει όπως εγκαταλείψουν την αραβική (παλαιοτουρκική) γραφή και να χρησιμοποιούν τη λατινική. Επίσης, το Σεπτέμβριο 1973, επισκέφθηκε τη Δυτ. Θράκη ο τότε πρέσβης της Τουρκίας στην Ελλάδα , Γκιουρούν, με αποτέλεσμα την επιβολή της λατινικής γραφής στους μωαμεθανούς Πομάκους. Μέχρι το 1996 δεν ήταν ελεύθερη η πρόσβαση για τα πομακοχώρια και για να πας από την πόλη της Ξάνθης στα Πομακοχώρια έπρεπε να περάσεις πρώτα από την περιβόητη «μπάρα» (φυλάκιο για έλεγχο χαρτιών και άδειας από την Αστυνομική Διεύθυνση Ξάνθης). Δηλαδή συνοριακός έλεγχος μέσα στην Ελλάδα. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να χαρίζουμε ολόκληρη τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης με τη φυλετική, γλωσσική και τη θρησκευτική της ανομοιογένεια στους σουλτάνους του νεοτουρκικού επεκτατισμού. Οι Πομάκοι έτειναν δυστυχώς μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες να διαμορφώνουν τουρκική συνείδηση. Επρόκειτο για ένα είδος γενοκτονίας, γιατί τα δικά μας λάθη στέλνουν το λαό των Πομάκων κατευθείαν στο στόμα του νεοτουρκικού εθνικισμού καθώς ευρίσκοντο στο στόχαστρο της Τουρκικής προπαγάνδας. Στη Θράκη οι πράκτορες της Τουρκίας έχουν εκμεταλλευτεί τις δικές μας παραλείψεις και έχουν επιβάλει ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρίας στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Έχουμε φθάσει στο σημείο να χαρίζουμε στο νεοτουρκικό καθεστώς μία ανομοιογενή από κάθε άποψη μουσουλμανική κοινότητα, η οποία αποτελείται από τρεις ομάδες, τους «τουρκογενείς», τους Πομάκους και τους Αθίγγανους. Μουσουλμάνοι κατευθυνόμενοι από τον Επιτήδειο Ουδέτερο, προσπαθούν να επιβάλλουν στους Πομάκους να μην μιλούν την μητρική τους γλώσσα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα σημειώνεται το γεγονός ότι στις 15 Νοεμβρίου 1989, σε συγκέντρωση γονέων και κηδεμόνων του Σχολείου του Εχίνου και σε συνεργασία με την σχολική εφορία, συζητήθηκε η ανάγκη να ομιλούν οι μουσουλμανόπαιδες της περιοχής την τουρκική και όχι την πομακική στους δημόσιους χώρους. Σκοπός της Τουρκίας ήταν και είναι να εξαφανισθεί η πομακική και να κυριαρχήσει η τουρκική στους μουσουλμάνους.

Πηγή http://www.pare-dose.net/blog/?p=90

Κιζηλμπάσηδες

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι Κιζηλμπάσηδες Πομάκοι, επειδή η αίρεση τους εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά τόσο προς την χριστιανική πίστη όσο και προς τις αρχαίες μυστηριακές τελετές. Ζουν και δραστηριοποιούνται στην περιοχή Μεγάλου Δερείου – Ρούσσας, όπου υπάρχει αποδεδειγμένη συνέχεια της ανθρώπινης παρουσίας τουλάχιστον από το 1100 π.χ. Αυτό αποδεικνύεται από την βραχογραφία με τα εγχάρακτα σχέδια αλλά και από τους μεγαλιθικούς τάφους τύπου Dolmen , που βρίσκονται στη Ρούσσα.Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν πως οι Πομάκοι που λέγονται και Αχριάν είναι απόγονοι του αρχαίου Θρακικού φύλου των Αγριάνων. Άλλοι λένε πως οι Κιζηλμπάσηδες έχουν σχέση με τους Ερεθρίνους. Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι Κιζηλμπάσηδες χιλιάδες χρόνια κρατούν κλειστά τα στόματά τους σχετικά με τη μυστηριακή λατρεία τους. Σταυρώνουν το ψωμί όταν το κόβουν, κεντάνε σταυρούς στο κάτω μέρος στις κάλτσες τους, πίνουν νερό από τα αγιάσματα και επισκέπτονται χριστιανικά ξωκλήσια, τρώνε χοιρινό και πίνουν οινοπνευματώδη σε αντίθεση με τους ομόθρησκους τους. Η γλώσσα τους είναι σλαβική με πολλές αρχαιοελληνικές λέξεις. Στην περιοχή του νομού Έβρου, κατοικούν Κιζηλμπάσηδες Πομάκοι. Ονομάζονται έτσι γιατί είναι αιρετικοί μουσουλμάνοι που υποχρεώθηκαν μετά το βίαιο εξισλαμισμό τους να φορούν κόκκινο σκούφο. Η αίρεση αυτή είναι μπεκτασική και η περιοχή που κατοικούν περιλαμβάνει τα παρακάτω χωριά και οικισμούς : Κόρυμβος, Σιδηρώ, Μικρό και Μεγάλο Δέρειο, Ρούσσα, Ανω και Κάτω Μικράκιο, Κισσός, Μεσημέρι και Ουράνια.Το εορτολόγιο τους σύμφωνα με τον καθηγητή Ευστράτιο Ζεγκίνη, έχει πολλές ομοιότητες με το χριστιανικό και πολλές γιορτές τους συμπίπτουν με το παλιό ημερολόγιο. Την περίοδο των Χριστουγέννων γιορτάζουν το Τζέμ, που περιλαμβάνει εξομολόγηση, οινοποσία και χορό, ενώ κατηγορούνται ότι προβαίνουν σε όργια μετά αυτού

Πηγή http://www.wake-up.gr/article_read.asp?id=575

Από τα αρχεία του Παντελή Αθανασιάδη

ΘΕΜΑ 4

Θρακικά Έθνη-Φύλα

Η Αρχαία Θράκη δεν ήταν ένα Κράτος με τη σημερινή έννοια. Αποτελείτο από πολλά μικρά ή μεγάλα φύλα- Έθνη ( 8 κύρια κατά τον Ηρόδοτο, 22 κατά το Στράβωνα και πάνω από 70 με τις υποδιαιρέσεις τους) τα οποία είχαν το Βασιλιά τους ή αρχηγό και τη δική τους ιστορία.

Κατά αλφαβητική σειρά και περιληπτικά αναφέρονται τα σπουδαιότερα:

Αγριάνες,ή Αγρίαι ή Αγριείς, ή Αγράϊοι. Αρδιαίοι, Αρριανοί, Άρπιοι, Αρτάκιοι, Άσται ή Αστοι, Αψίνθιοι

Βαίτοι, Βάντιοι, Βέσσοι ή Βησσοί, Βισάλτες, Βίστωνες, Βρύγες, (Φρύγες-Βρίγες-Βρύγοι) , Βιθυνοί, Βένοι – Βρέναι, Βρίαντες, Βαστάρναι, Βισάλτες

Γέτες.

Δάκες ή Δάκοι, Δασαρήται ή Δασαρήτιοι, Δερσαίοι ή Δεραίοι (πιθανόν και Δαρσίοι),Δίοι, Δίγηροι, Δόβηρες, Δρύσαι, Δόλογγοι και Αριανοί, Δρώιοι, Δαρδανοί.

Ηδωνοί ή Ήδωνες ή Ώδονες

Θύννοι

Κίκονες, Κορπίλοι, Καινοί, Κοραλλοί, Κρόβυζοι, Κοιλαλήται, Κυρμιάδαι, Κεβρύνιοι.

Λαδεψοί, Λαιταίοι.

Μαίδοι, Μοισσοί, Μελινοφάγοι, Μελανδύται, Μύγδονες (Σίθωνες).

Νιψαίοι

Ξάνθιοι

Οδρύσες, Οδόμαντες, Ορρέσκιοι

Πίερες, Παίονες( Παναίοι, Παιόπλαι, Γρααίοι, Λαιαίοι), Παίτοι

Σαπαίοι ή Σάπαι και Σίποι, Σίντιες, Σίντοι και Σάϊοι, Σάτρες, Σατροκέντες, Σαρμάται, Σκυρμιάδες, Σέρδοι, Σκαιοί, Σίρες, Σκεβόαι.

Τριβαλλοί, Τρανίψοι, Τραλλείς, Τραυσοί, Τρωγλοδύτες, Τρήρες.

Τα Θρακικά αυτά Φύλα μετακινούνταν εντός και εκτός Θράκης, προς επιβίωση ή λόγω εκτοπισμού από άλλα ισχυρότερα. Στη Μικρά Ασία, μετακινήθηκαν οι Μυσοί, Φρύγες ( θράκες που κατοικούσαν στο όρος Βέρμιο με το όνομα Βρύγες ή Βρίγες), Θυνοί, Βιθυνοί, Μαιδοβυθινοί, Βέβρυκες, Μαριανδυνοί, Μύγδονες, Μαίονες, Δρύωπες, Δόλωνες, Τρήρες κ.α. Τα φύλα αυτά κατοικούσαν από τους αρχαιοτάτους χρόνους (πριν και μετά τον Τρωικό πόλεμο που έγινε τον 12ο π.χ. αιώνα) στις περιοχές Βιθυνία, Μυσία, Φρυγία και Λυδία της Μικράς Ασίας. Μεταξύ των Θρακικών Εθνών που εγκαταστάθηκαν στην κεντρική Ελλάδα σε πανάρχαια εποχή είναι και οι Άβαντες. Εγκαταστάθηκαν αρχικά στη Φωκίδα (όπου και πόλις Άβαντα) και κατόπιν εισήλθαν στην Εύβοια ( η νήσος ονομάστηκε Αβαντίς). Θράκες από την Εύβοια μετανάστευσαν και στις Κυκλάδες νήσους και οι πιο πολλοί στη Νάξο που την ονόμασαν Δία και Στρογγύλη. Θράκες εγκαταστάθηκαν στη Βοιωτία με τον Εύμολπο.

ΘΕΘ/ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ ΑΝ.

ΘΕΜΑ 5

Οι Επαναστάσεις των Θρακών εναντί0ν των Ρωμαίων Άγνωστες είναι στους περισσότερους νεοέλληνες οι μικρές ή μεγάλες εξεγέρσεις των Ελλήνων κατά των Ρωμαίων. Και όμως σε κάθε γωνιά της σκλαβωμένης τότε Ελληνικής γης, οι πρόγονοί μας δημιουργούσαν προβλήματα στις Ρωμαϊκές λεγεώνες με μικρές ή μεγάλες επαναστάσεις. Οι Θράκες, ανυπότακτοι από την φύση τους και ανεξάρτητοι δεν ανεχόταν την ρωμαϊκή κατοχή.

Την Θράκη, που εκτεινόταν από το Αιγαίο μέχρι και πέρα από τον Δούναβη και από τον Όλυμπο έως και την χερσόνησο της Κριμαίας, την είχαν διαιρέσει σε 14 στρατηγίες. Από τις πρώτες επαναστάσεις μετά από αυτήν του Σπάρτακου και των δούλων το 73 – 71 π.χ., έχουμε την επανάσταση της θρακικής φυλής των Βέσσων που με ηγεμόνα τον Ραβόκεντο, συγκρούστηκαν με τους Ρωμαίους του στρατηγού Λεύκιου Καλπουρνίου Πείσωνος το 25 π.χ. Οι Βεσσοί υπήρξαν ένας από τους αρχαιότερους θρακικούς λαούς και ήταν μετά τους Οδρύσες,οι πλέον ισχυρότατοι. Κατοικούσαν στην περιοχή του Άνω Έβρου μεταξύ Ροδόπης και Αίμου .Ανήκαν στην φυλή των Σατρών και ήταν πολεμικώτατοι. Δεν υποτάχθηκαν στον Ξέρξη παραμένοντας ελεύθεροι. Κύριες πόλεις τους ήταν οι Βησσαπάρα και Βηλαιδήπαρα.

Τον 1ο π.χ. αιώνα κυριάρχησαν σε όλες τις θρακικές φυλές αφού νίκησαν τους Οδρύσες. Οι εμφύλιες διαμάχες όμως αυτές, αδυνάτισαν τις θρακικές φυλές και έτσι οι Ρωμαίοι στρατηγοί Λούκουλλος, Αμμιανός Μαρκελίνος, Πικίνιος, Κράσος και τέλος ο Λεύκιος Πείσων τους καθυπέταξαν και μετέτρεψαν την Θράκη σε Ρωμαϊκή επαρχία. Στην τελευταία επανάστασή τους ο ηγεμόνας Ραβόκεντος σκοτώθηκε από τον Λεύκιο Πείσωνα.

Όμως μεγαλύτερη ήταν η επανάσταση των τριών θρακικών φυλών Οδρυσών, Κοιλαληδών και Δίων που έγινε ένα χρόνο νωρίτερα, το 26π.Χ.όταν αυτοκράτωρ στη Ρώμη ήταν ο Τιβέριος. Με ηγεμόνα τον Τάρσα οι ενωμένοι θράκες πολέμησαν κατά του βασιλέως των Οδρυσών Ροιμητάλκη Β’ που ήταν σύμμαχος των Ρωμαίων .Οι Ρωμαίοι με στρατηγό τον Ποππαίο Σαβίνο, μετά από σκληρές συγκρούσεις νίκησαν τους Θράκες, οι οποίοι με τον ηγέτη τους, Τάρσα προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να παραδοθούν. Μόνο ο στρατηγός Δίνης αιχμαλωτίστηκε προτού προλάβει να αυτοκτονήσει.

Κατά τα τέλη του 1ου π.χ. αιώνα υποτάγηκαν μετά από σκληρές μάχες και οι Δάρδανοι. Ο Πολεμικότατος αυτός λαός των Θρακών εκρωμαΐστηκε πλήρως. Μετά δυόμισι αιώνες από την Ρωμαϊκή υποδούλωσή τους είχαν και δικό τους αυτοκράτορα. Ο αυτοκράτωρ Κλαύδιος ο Β’ (268-270 μΧ.) ήταν Δάρδανος.

Οι μικροεξεγέρσεις των Θρακών κράτησαν μέχρι την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης και την μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στο παλιό Βυζάντιο θράκες τότε πρωταγωνίστησαν αφού ο κύριος κορμός της αυτοκρατορίας ήταν η Θράκη και η πρωτεύουσα αυτής στην Θράκη βρισκόταν. Μάλιστα ολόκληρη δυναστεία Βυζαντινών αυτοκρατόρων ήταν Θρακικής καταγωγής. Πρόκειται για την Μακεδονική Δυναστεία.

πηγή http://www.politis-thrakis.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1201&Itemid=28

Από τα αρχεία του Παντελή Αθανασιάδη

ΘΕΜΑ 6

Ιστορία του Διδυμοτείχου (από τη συλλογή Παντελή Αθανασιάδη)

Δυο στοιχεία χαρακτηρίζουν την πόλη και την ιστορία της: η συνέχεια και η πολυπολιτισμικότητα. Ποτέ μέσα στην απέραντη πορεία της ανθρωπότητας, η πόλη δεν χάνεται από το προσκήνιο: από τη νεολιθική εποχή έως και σήμερα η πόλη υπάρχει, κυριαρχεί, προσλαμβάνοντας και αφομοιώνοντας λαούς και πολιτισμούς χωρίς όμως να χάσει την ελληνικότητά της.
Με την ονοματολογία του Διδυμοτείχου συνάπτεται στενά το θέμα της θέσης της ρωμαϊκής Πλωτινόπολης. Διδυμότειχο, κατά μια άποψη, πρέπει να σημαίνει Διδυμάρικο Κάστρο, όχι διπλά τείχη που περιβάλλουν ένα κάστρο, αλλά δυο φρούρια παρακείμενα και συνεχόμενα, δυο απέναντι ευρισκόμενους οχυρωμένους οικισμούς που για ένα διάστημα συνυπάρχουν».

Η ιστορία της περιοχής μας, της πόλης μας, του Διδυμοτείχου, χωρίζεται σε 5 μεγάλες χρονολογικές περιόδους: Η 1η περίοδος περιλαμβάνει τους Προϊστορικούς και αρχαίους χρόνους, η 2η περίοδος τη Ρωμαϊκή εποχή, η 3η περίοδος τα Βυζαντινά χρόνια, η 4η είναι η περίοδος της Τουρκοκρατίας και η 5η περίοδος περιλαμβάνει την ιστορία του Διδυμοτείχου κατά τον 20ο αιώνα.

1η περίοδος: Προϊστορικοί και αρχαίοι χρόνοι:

Από την ανασκαφική έρευνα των τελευταίων χρόνων, παρότι είναι ελάχιστη δυνατή, έχει εμπλουτίσει σημαντικά την εικόνα την εικόνα που διαθέτουμε για το προϊστορικό Διδυμότειχο χωρίς όμως να την αποκαθιστά ικανοποιητικά. Για την Αγία Πέτρα είναι τεκμηριωμένη η ύπαρξη νεολιθικής εγκατάστασης.

Στο λόφο του Καλέ βρέθηκαν τυχαία αλλά και κατά τη διάρκεια ανασκαφικών εργασιών βρέθηκαν όστρακα, κοχύλια αλλά και λίθινα εργαλεία όπως φολίδες, πελέκεις κ.α. Η Θράκη ήταν οργανωμένη σε φυλές και κάθε φυλή είχε δικό της βασιλιά. Ή έλλειψη γραπτής γλώσσας στους αρχαίους Θράκες και ο περιορισμός των πληροφοριών στις αρχαιοελληνικές πηγές δυσχεραίνει την πρόσβαση μας στο χώρο.

2η περίοδος: Ρωμαϊκή εποχή:

Η Ρωμαϊκή Πλωτινόπολη ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό στις αρχές του 2ου μ.Χ. αιώνα προς τιμήν της συζύγου του Αρίστης Πλωτίνης επί προϋπάρχοντος οικισμού της Ελληνιστικής περιόδου. Ο αυτοκράτορας αλλά και οι διάδοχοί του στόλισαν την πόλη με λαμπρά οικοδομήματα και έργα τέχνης, από τα οποία ελάχιστα μόνον έχουν αποκαλυφθεί μέχρι σήμερα.

3η περίοδος: Βυζαντινά χρόνια:

Ο λόφος του Καλέ με το ύψος των 107 μέτρων του από την επιφάνεια της θάλασσας ελέγχει ολόκληρη την περιοχή και προσφέρει ασφάλεια σε αντίθεση με τον ευπρόσβλητο λόγο της Αγίας Πέτρας. Έτσι όταν τον 6ο μ.Χ. αιώνα ο Ιουστινιανός οχυρώνει μια σειρά από θέσεις ανάμεσά τους βρίσκεται και ο Καλές. Η Ιουστινιάνεια οχύρωση σώζεται πάνω στον Καλέ, αλλά το 1981 ευτυχήσαμε να ανακαλύψουμε ένα τμήμα την οχύρωσης από την Πλωτινόπολη στην αρχή της οδού Σοφοκλέους .Κατά τη διάρκεια της Γ Σταυροφορίας το Διδυμότειχο ήταν ανάμεσα στα λίγα Κάστρα που ήρθαν σε άμεση σύγκρουση με την ισχύ των Σταυροφόρων. Στο Διδυμότειχο, κατέφυγαν και οι κάτοικοι της Αδριανούπολης και πολέμησαν όλοι μαζί τους Σταυροφόρους. Στις 24 Νοεμβρίου 1189 η πόλη πολιορκείται από τα στρατεύματα του γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Α Μπαρμπαρόσα. Παρά την απεγνωσμένη άμυνα όλων αυτών που ήταν μέσα στο κάστρο, στο τέλος της ημέρας οι σταυροφόροι εισέρχονται στο κάστρο και καταλαμβάνουν και τον πύργο της Ακρόπολης. Η συμπεριφορά των νικητών ήταν σκληρότατη. Σφαγιάστηκαν όλοι οι άντρες της πόλης, ενώ τα γυναικόπαιδα πουλήθηκαν ως σκλάβοι.

To Βυζαντινό Διδυμότειχο, ήταν μια από τις σημαντικότερες πόλεις της εποχής και πολλές φορές, αποτέλεσε διοικητική και στρατιωτική βάση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τρεις φορές το Διδυμότειχο έγινε Πρωτεύουσα του Βυζαντίου ενώ ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός διάλεξε το Διδυμότειχο για να στεφθεί αυτοκράτορας και να διαδεχθεί τον Ανδρόνικο τον Γ.

Η παράδοση λέει ότι ο Ιωάννης Καντακουζηνός αγορεύτηκε αυτοκράτορας μεταξύ ευγενών, συγγενών, συγκλητικών και στρατιάς στις 26 Οκτωβρίου 1341 και φόρεσε ο ίδιος, μόνος του το στέμμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου του Παλαιοκαστρίτη (Εκκλησία του Σουρπ Κεβόρκ).

4η περίοδος: Περίοδος της Τουρκοκρατίας:

Οι Οθωμανοί Τούρκοι επωφελήθηκαν από την εξάντληση και την απόγνωση που είχαν οδηγηθεί οι χριστιανικοί πληθυσμοί από τις συνεχείς επιθέσεις στο Κάστρο και τις εμφύλιες διαμάχες των Βυζαντινών και κατέλαβαν την πόλη. Η πόλη καταλήφθηκε οριστικά το 1361. Λίγα χρόνια μετά την κατάληψη, το 1365, το Διδυμότειχο αποτέλεσε την πρώτη πρωτεύουσα των Οθωμανών στην Ευρώπη. Στο Διδυμότειχο γεννήθηκε και ο γιος του Μωάμεθ του Β ο Βαγιαζήτ ο Β. Στον καταστροφικό σεισμό της Καλλίπολης το 1509, το Διδυμότειχο, έπαθε μεγάλες ζημιές. Τότε έπεσε το μεγαλύτερο τμήμα των τειχών αλλά η Υψηλή Πύλη δεν μερίμνησε για την αποκατάσταση αφού η αυτοκρατορία είχε ήδη επεκταθεί προς τη Δύση και το Διδυμότειχο είχε χάσει τη στρατηγική του σημασία.

Η περίπτωση όμως του Διδυμοτείχου αποτελεί ένα παράδειγμα πολύ χαρακτηριστικό – που καταρρίπτει το μύθο του ολοκληρωτικού εξισλαμισμού των αστικών κέντρων κατά την πρώιμη αυτοκρατορία: ποτέ ο Ελληνικός πληθυσμός της πόλης δεν συρρικνώθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθίσταται οικονομικά και κοινωνικά ανενεργός, ή να εξουδετερώνεται ως πολιτισμική οντότητα. Οι Χριστιανοί, εξακολουθούσαν να διαμένουν στα σπίτια τους, μέσα στο κάστρο, ενώ οι Οθωμανοί εγκαταστάθηκαν γύρω από το θρησκευτικό τους κέντρο το Μεγάλο Τέμενος.

Το Διδυμότειχο έγινε κατά καιρούς στόχος και κατακτήθηκε από Ρώσους και Βουλγάρους ενώ η στάση των Βουλγάρων έναντι των ντόπιων ήταν τόσο σκληρή, που το 1908 οι Έλληνες της περιοχής δέχονται με αγαλλίαση την Επανάσταση των Νεότουρκων με τον Κεμάλ Αττατούρκ και τις υποσχέσεις ισοπολιτείας που αυτοί παρέχουν αφειδώς.

5η περίοδος: Το Διδυμότειχο κατά τον 20ο αιώνα:

Με τη Συνθήκη των Σεβρών στις 10 Αυγούστου 1920 ο Έβρος περιήλθε οριστικά πλέον στην Ελλάδα.

Στις 7 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί, μέσω της Βουλγαρίας ήρθαν στο Έβρο, τον κατέλαβαν και έκαναν το Διδυμότειχο, έδρα της Γερμανικής Διοίκησης του Νομού Έβρου. Η πόλη απελευθερώνεται οριστικά από τους Γερμανούς στις 29 Αυγούστου 1944 από το 81ο Σύνταγμα του ΕΛ.Α.Σ.

Οι Βαλκανικοί πόλεμοι αποτελούν για τον Ελληνισμό της περιοχής την αρχή μιας σειράς μεγάλων ταλαιπωριών με αίσιο όμως τέλος. Με το ξεκίνημα του Α Βαλκανικού Πολέμου το 1912 οι Βούλγαροι καταλαμβάνουν όλη τη Δυτική όχθη του Έβρου και προχώρησαν σε απίστευτες σκληρότητες εναντίων των Τούρκων. Με την κήρυξη του Β Βαλκανικού Πολέμου το 1913 οι Τούρκοι προελαύνουν ανενόχλητοι, ανακαταλαμβάνοντας το Διδυμότειχο. Ένα χρόνο μετά την κήρυξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου η Τουρκία εκχωρεί στη Βουλγαρία ολόκληρη τη Δυτική Θράκη ως ανταμοιβή για την έξοδο της τελευταίας στον πόλεμο. Με τη συνθήκη του Νεϊγύ, το 1919, η Δυτική Θράκη εκχωρείται από τη Βουλγαρία στις «Προέχουσες και Συνασπισμένες Δυνάμεις» με την επωνυμία «Διασυμμαχική Θράκη». Η κατάληψη της περιοχής επιτελείται τον Οκτώβριο του 1919 από Γαλλικά στρατεύματα ενισχυμένα με Ιταλικές και Βρετανικές δυνάμεις. Κατά τη συνδιάσκεψη του Σαν Ρέμο τον Απρίλιο του 1920, το Διδυμότειχο παραδόθηκε στην Ελληνική Διοίκηση, ενώ στις 22 Μαΐου 1920 οι κάτοικοι του Διδυμοτείχου υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό το Στρατηγείο και τα τμήματα της Μεραρχίας της Ξάνθης.

ΘΕΜΑ 7

ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΕΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΘΡΑΚΩΝ

Ο όρος Γενοκτονία καθιερώθηκε από τον ΟΗΕ στις 9 Σεπτεμβρίου 1948 μετά το εβραϊκό ολοκαύτωμα. Είναι πράξεις που έγιναν με πρόθεση την ολική ή μερική εξόντωση οποιασδήποτε εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή Θρησκευτικής ομάδας. Ήτοι:

α. Ο Φόνος μελών μιας εκ των ανωτέρω ομάδων.

β. Η πρόκληση σοβαρής σωματικής ή πνευματικής βλάβης σε μέλη της ομάδας.

γ. Η εσκεμμένη επιβολή στην ομάδα συνθηκών ζωής που αποσκοπούν στην μερική ή ολική φυσική καταστροφή των μελών της ομάδας.

δ. Η επιβολή μέτρων που αποσκοπούν στην αποτροπή ή παρεμπόδιση των γεννήσεων μέσα στην ομάδα.

ε. Η υποχρεωτική ή βίαιη μετακίνηση πληθυσμών και παιδιών από μία ομάδα σε άλλη. Η Γενοκτονία (έγκλημα κατά της ανθρωπότητας μέχρι τότε) θεωρείται εγκληματική πράξη, και φέρει ευθύνη όποιος μετέχει στη διάπραξη της. Έχουν διαπραχτεί πολλές γενοκτονίες ανά τον κόσμο.

Πρόσφατα η γερουσία των ΗΠΑ αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Αρμενίων από τους Τούρκους και η Σουηδία τη γενοκτονία των Ποντίων και Αρμενίων από τους Τούρκους επίσης.

Υπόψη ότι η αναγνώριση γενοκτονίας συνεπάγεται και οικονομική αποζημίωση από το κράτος που τη διέπραξε. Γνωρίζουν οι Τούρκοι ότι διέπραξαν γενοκτονίες μεταξύ των οποίων και εις βάρος των Ελλήνων.

Σε 1.500.000 περίπου ανέρχονται διαχρονικά τα θύματα της Γενοκτονίας του Ελληνισμού της Ανατολής (Θρακών-Μικρασιατών-Ποντίων) από τους Τούρκους

Η προσφορά αίματος και η Γενοκτονία των Θρακών κράτησε αιώνες. Χαρακτηριστική γενοκτονία είναι το Παιδομάζωμα επί 3 αιώνες και η περίοδος 1906-1922.

Οι Τούρκοι με την κατάληψη της Θράκης άρχισαν αμέσως το σχέδιο εκτοπισμού, εξόντωσης ή εξισλαμισμού των Χριστιανών Θρακών και ιδίως των ΑνατολικοΘρακών που κατείχαν πλούτο και γεωστρατηγική θέση. Το Νομικό καθεστώς υπό το οποίο έζησαν οι Θράκες υπό το Μουσουλμανικό Τουρκικό Κράτος κατά τον ΤΑΝΕΡ ΑΚΣΑΜ, (Τούρκο Πανεπιστημιακό Δάσκαλο και συγγραφέα της γενοκτονίας των Αρμενίων), ήταν το εξής:

Ο 29ος στίχος της Ένατης Σούρα του Κορανίου αποτελεί το θεμέλιο της νομικής θέσης των χριστιανών (dhimmi-μιλιέτ), που ζουν σε Μουσουλμανικό κράτος. Ορίζει το Κοράνιο:

«Να πολεμήσετε εναντίον των Λαών:

1.Που δεν πιστεύουν στον Αλλάχ μέχρι την τελευταία μέρα.

2.Που δεν θεωρούν παράνομα όσα θεωρεί ο Αλλάχ και ο Αγγελιοφόρος του.

3.Που δεν ασπάζονται την αληθινή πίστη (του Ισλάμ), έως ότου πληρώσουν το χρέος τους με τα ίδια τους τα χέρια και δηλώσουν ότι παραδίδονται».

Αυτό λειτούργησε ως βάση στην ιστορία του Ισλάμ για την υποδεέστερη θέση των Χριστιανών. Ήτοι:

1.Δεν θεωρούνταν οι Χριστιανοί (dhimmi) ίσοι με τους Μουσουλμάνους σε Μουσουλμανικό Κράτος.

2.Ήταν υποχρεωμένοι οι Χριστιανοί να επιδεικνύουν υποταγή και πίστη στη Μουσουλμανική τάξη και να πληρώνουν ένα φόρο (jizya) ανοχής και ανεκτικότητας.

3.Ο άνδρας Χριστιανός δεν επιτρεπόταν να παντρευτεί μουσουλμάνα.

4.Η μαρτυρία χριστιανού δεν επιτρεπόταν στα δικαστήρια

5.Δεν επιτρεπόταν στους Χριστιανούς να προσεύχονται με τρόπο που ενοχλούσε τους Μουσουλμάνους.

6. Απαγορεύονταν ο ήχος της καμπάνας και ανέγερση νέων Εκκλησιών. Η επισκευή των Παλαιών Ναών επιτρεπόταν μόνο με άδεια των Μουσουλμάνων.

7. Απαγορευόταν στους Χριστιανούς, να ιππεύουν άλογο και να φέρουν όπλο, να έχουν ίδια ρούχα με τούς Μουσουλμάνους, να φοράνε καφτάνια με κολάρο, ακριβά ρούχα από μετάξι, μουσελίνα, Γουναρικά, τουρμπάνια και τσόκαρα. Τα παπούτσια και τα κυλήματα της κεφαλής των Ελλήνων έπρεπε να είναι μαύρα, των Αρμενίων κόκκινα και των Εβραίων τουρκουάζ.

8. Οι χριστιανοί έπρεπε να παραμερίζουν στο δρόμο για να περάσουν οι πεζοί Μουσουλμάνοι.

9. Τα σπίτια των Χριστιανών δεν επιτρεπόταν να είναι πιο ψηλά από των μουσουλμάνων και ούτε να έχουν παράθυρα προς την πλευρά των μουσουλμανικών.

10. Τα σκαλοπάτια της Εξώπορτας των χριστιανικών σπιτιών δεν έπρεπε να είναι πάνω από 2ή3 για να μπορούν να εισέρχονται οι Τούρκοι κατευθείαν με το άλογο τους.

Ταπείνωση, υποταγή, κατωτερότητα, βιασμοί, φρικαλεότητες και ότι πιο απάνθρωπο το υπέστησαν κυρίως οι άμοιροι Θρακιώτες, που ζούσαν κοντά στην Πρωτεύουσα με πλούτο που ενοχλούσε τους αχόρταγους και ακόρεστους Τούρκους ηγέτες. Στόχος και σημαία των κατακτητών ήταν ο εκτουρκισμός και ο πανισλαμισμός. Η παραβίαση αυτών των περιορισμών τιμωρούταν με πρόστιμο, φυλάκιση και με θάνατο ακόμη, έτσι απλά. Πολλοί Χριστιανοί που αρνήθηκαν να προσχωρήσουν στον Ισλαμισμό υπέστησαν μαρτύρια και θανατώνονταν.

Μαρτυρικό θάνατο υπέστησαν πολλοί επί Τουρκοκρατίας. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι των Νεομαρτύρων:

Μιχαήλ Μαυροειδή από την Αδριανούπολη περί το 1500 Γεωργίου από την Αδριανούπολη το 1437. Ιακώβου από την Αδριανούπολη το 1515. Διονυσίου Μοναχού και Ιακώβου Διακόνου στο Διδυμότειχο το 1518. Δημητρίου Αδριανουπολίτη το 1526, Μαυρωδή Αδριανουπολίτη 17ο αιώνα, Γαβριήλ Επισκόπου Γάνου το 1659, Δήμου Ρουμελιώτη εκ Μακράς Γέφυρας το 1763

Όλα αυτά όμως και κυρίως το παιδομάζωμα, εξανάγκασαν πολλούς Θράκες να μεταναστεύουν ή να εξισλαμίζονται.

Ο απεχθέστερος τρόπος γενοκτονίας ήταν το Παιδομάζωμα

Επινοήθηκε και εφαρμόστηκε για πρώτη φορά από τον Σουλτάνο Ορχάν το 1327 στον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, συνεχίστηκε στη Θράκη επί 3 περίπου αιώνες ήτοι μέχρι το 1638 και καταργήθηκε από τον Σουλτάνο Μουράτ τον Δ. Το Εμιράτο του Οσμάν που ξεκίνησε το 1300 από τα βουνά της Κιλικίας, σύντομα διεμβόλισε και κατέλαβε το Βυζάντιο εκμεταλλευόμενο τις αδυναμίες του και την όλη ακαταστασία. Για να αυξήσουν τον πληθυσμό τους και το στρατό τους, να συνεχίσουν τα επεκτατικά τους σχέδια γενικά, σοφίστηκαν να μειώσουν το Χριστιανικό Πληθυσμό με τον εξισλαμισμό, το παιδομάζωμα και τον εκτοπισμό. Οι Οθωμανοί το παιδομάζωμα το ονόμαζαν ντεβσιρμέ (devsirme) . Η λέξη προέρχεται από το ρήμα devsirmek, το οποίο σημαίνει μαζεύω, συναθροίζω, συγκεντρώνω, αλλά και εγγράφω, καταχωρώ ως μέλος καταλόγου κάποιον. Από την σκοπιά αυτών που έχαναν τα παιδιά τους κατά περιόδους, το παιδομάζωμα ήταν στην πραγματικότητα το μάζεμα των επιβληθέντων, πολύ ασυνήθιστων, φόρων στρατολογίας. Από τη σκοπιά των Οθωμανών όμως σήμαινε την εγγραφή νέων μελών στους καταλόγους του ισχυρά εδραιωμένου στρατιωτικού καθεστώτος τους.

Επέβαλαν σε κάθε χριστιανική οικογένεια τον κεφαλικό φόρο εκτός βέβαια από τον δυσβάσταχτο οικονομικό. Δηλαδή κάθε ορθόδοξη χριστιανική οικογένεια της Θράκης, που είχε πάνω από ένα αγόρι έπρεπε να το δώσει στο Κράτος για να σχηματίσει το νέο Στρατό (Γενί τσαρί στα τούρκικα, εξ ου και το γενίτσαροι). «Δηλαδή προγραμματισμένη Βίαιη μετακίνηση από μία ομάδα σε άλλη, παράγραφος Ε του Όρου της Γενοκτονίας του ΟΗΕ του 1948». Από τη Θράκη έπαιρναν κάθε χρόνο τα πιο πολλά παιδιά. Το επεδίωκαν διότι η Θράκη ήταν κοντά στην πρωτεύουσα Αδριανούπολη και μετά την Κωνσταντινούπολη, είχε πολλούς Χριστιανούς και ευκατάστατους που έπρεπε να τους ελαττώσουν ή να τους εκτοπίσουν. Εξαιρούντο όσοι και όταν γίνονταν μουσουλμάνοι. Δηλαδή εξισλαμισμός ή εκτοπισμός με κάθε τρόπο.

Το κοράνιο δεν επέτρεπε να στρατεύονται και να πολεμούν υπέρ του Μωάμεθ άπιστοι (μη μουσουλμάνοι). Ο Σειχουλισλάμ Καρά Χαλήλ όμως, ανώτατος Θρησκευτικός Αρχηγός τους και «αλάνθαστος», εξέδωσε τότε τον εξής φεφτά, δηλαδή ερμηνεία της ρήτρας του Κορανίου :

« Κάθε άνθρωπος από τη γέννηση του και μέχρι τα 13 του Χρόνια είναι Μουσουλμάνος (σεσωσμένος). Εάν γεννηθεί από αλλόθρησκους και εμείνει και μετά τα 13 στο θρήσκευμα των γονέων του τότε παύει να είναι Μουσουλμάνος»

Έτσι άρχισε και εφαρμόστηκε το παιδομάζωμα. Κάθε χρόνο στη Θράκη μάζευαν πάνω από 1.000 παιδιά Χριστιανόπουλα ηλικίας 6-7 ετών, τα έκλειναν σε ειδικά ιδρύματα υπό την αυστηρή εποπτεία των πεπειραμένων Ουλεμάδων, οι οποίοι είχαν την ευθύνη της διδασκαλίας στα παιδιά αυτά της Μωαμεθανικής Θρησκείας της Τουρκικής γλώσσας και της σωματικής τους αγωγής, μέχρι του 12ου έτους της ηλικίας τους. Στο 12ο έτος της ηλικίας έκαναν την Περιτομή και μετά τα κατέτασσαν στο νέο στρατό (γενίτσαροι) όπου εκπαιδεύονταν εντατικά και γίνονταν άριστοι και γενναίοι πολεμιστές. Απαγορευόταν να παντρευτούν εφόρου ζωής. «Περιορισμός Γεννήσεων, παράγραφος δ του όρου Γενοκτονίας». Αρκετές οικογένειες Χριστιανών για να μη χάσουν τα παιδιά τους, αναγκάζονταν να αλλάξουν Θρησκεία ή να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη ή να πωλήσουν την περιουσία τους για να δωροδοκήσουν τους αρμόδιους κρατικούς υπαλλήλους, ή να αγοράζουν παιδιά Τούρκων για να τα δίνουν ως δικά τους. Κατά τη στρατολόγηση των Ελληνόπουλων συνέβαιναν πολλά και διάφορα πιο εγκληματικά.

Οι αρμόδιοι Τούρκοι στρατολογούσαν υπεράριθμα παιδιά από όσα προγραμμάτιζαν για το νέο στρατό και τα πωλούσαν στα σκλαβοπάζαρα. Πώς να αντιδράσουν και τι να πράξουν οι άμοιροι Έλληνες γονείς μπροστά σε αυτά τα τερατουργήματα; Μόνοι τους πάλευαν και υπόφεραν τα πάνδεινα.

50.000 από αυτούς τους Έλληνες Γενίτσαρους χρησιμοποίησε ο Σουλτάνος Βαγιατζίτ Γιλδεμίρ το 1402 στη μάχη της Άγκυρας κατά των Ταταρομογγόλων του Ταμερλάνου και 100.000 ο Μωάμεθ ο Πορθητής στην άλωση της Κωνσταντινούπολης. Υπολογίζεται ότι από τη Θράκη και μόνο στρατολογήθηκαν περίπου 250.000-300.000 παιδιά, πράγμα που σημαίνει μείωση του ελληνικού πληθυσμού στη Θράκη πολλαπλάσιο του 300.000. Σε αυτή τη μείωση θα πρέπει να προστεθεί και ο πληθυσμός που εξαναγκάστηκε να εξισλαμιστεί και σε μεταναστεύσει. (Λέγεται ότι σε 20.000.000 περίπου ανέρχονται σήμερα οι Ελληνοφανείς και Ελληνογενείς κάτοικοι της Τουρκίας).Αργότερα βέβαια ο θεσμός του παιδομαζώματος εξασθένησε , άλλαξε και τροποποιήθηκε. Ο στόχος όμως επιτεύχθηκε. Η ταπείνωση, οι βιαιοπραγίες, οι βιασμοί, οι συχνοί αποτροπιασμοί το παιδομάζωμα ως έγκλημα διαρκείας κατά της ανθρωπότητας (Γενοκτονία) και γενικά οι συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια της μακραίωνης σκλαβιάς υπό τον Τούρκικο ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟ λαό, ελάττωσαν το Χριστιανικό πληθυσμό στη Θράκη, εξανάγκασαν αρκετούς να αλλαξοπιστήσουν, να εγκαταλείψουν τις πανάρχαιες πατρογονικές τους Εστίες ή να επαναστατήσουν.

Οι καθημερινές καταπιέσεις και ταπεινώσεις ανάγκασαν τους Θράκες να συμμετέχουν ενεργά σε αντάρτικα, κινήματα, Ιερό λόχο του Υψηλάντη και γενικά στην Ελληνική επανάσταση του 1821. Πολλοί και γνωστοί Θράκες υπήρξαν μέλη και χρηματοδότες της φιλικής εταιρείας.

Η συμμετοχή των Θρακών στις κατά ξηρά και θάλασσα μάχες στην εθνική εξέγερση του1821 υπήρξε μεγάλη. Η ίδρυση Ελληνικού Κράτους (Πελοπόννησο και Στερεά Ελλάδα) εξόργισε τους Τούρκους οι οποίοι ξέσπασαν στα εγκλωβισμένα θύματα, τους Θράκες. Ο άμαχος Θρακικός πληθυσμός υπέστη τα πάνδεινα από τους ακόρεστους και εκδικητικούς Τούρκους. Σφαγές, απαγχονισμοί, δηώσεις, λεηλασίες και καταστροφές στη Σαμοθράκη, στο Ισάκ Πασά, Λαλά Κουρουσού και Σεϋμέν του Έβρου. Ομαδικές σφαγές και απαγχονισμοί στην Αδριανούπολη, στο Διδυμότειχο, τις 40 Εκκλησιές, την Αίνο, Μεσημβρία, Σωζόπολη, Φιλιππούπολη, Αγχίαλο, Βάρνα, Ραιδεστό, Καλλίπολη, Σηλυβρία, Μυριόφυτο και αλλού.

Μεταξύ όλων χαρακτηριστικοί είναι οι Απαγχονισμοί του Οικουμενικού Πατριάρχη του Γρηγορίου του Ε, του Οικουμενικού Πατριάρχη Κυρίλλου του ΣΤ με 29 Προεστούς, των Μητροπολιτών Αδριανούπολης Δωροθέου Πρόϊου, Σωζόπολης Παϊσίου Βάρη, Αγχιάλου Ευγενίου Καραβία, Μεσημβρίας Ιωσήφ Λεφάκη, Μυριοφύτου Νεόφυτου, πρωτοσύγκελου Αδριανούπολης Θεόκλητου και Ιερέα Κωνσταντίνου των 40 εκκλησιών και πολλών άλλων νεομαρτύρων

Κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα προγραμματίζεται από τους Βουλγάρους ο ξεριζωμός των Βορειοθρακών (Ανατολικορωμιλιωτών). Οι Βούλγαροι παραμένουν μέχρι το 1878 μεταξύ Αίμου και Δούναβη υπό Τουρκική κατοχή. Το 1878 μετά τον Ρωσωτουρκικό πόλεμο και με τη βοήθεια της Ρωσίας η Βουλγαρία γίνεται ανεξάρτητη Ηγεμονία και ένα μέρος της Θράκης μεταξύ Αίμου και Ροδόπης, στο οποίο ζούσαν Θράκες από αρχαιοτάτων χρόνων, γίνεται Ανεξάρτητη Γενική Διοίκηση με το όνομα «Ανατολική Ρωμυλία» ή Ρουμυλία για άλλους ιστορικούς (από το Ρούμ υλί = Χώρος των Ρωμιών). Όλα αυτά αποφασίστηκαν στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878.

Στην Ανεξάρτητη Γενική Διοίκηση κατοικούσαν εκείνη την εποχή περίπου 600.000 Βούλγαροι, 200.000 Τούρκοι και 200.000 ή 300.000 κατά πολλούς Έλληνες. Βέβαια στις περιοχές αυτές μέχρι τον 6ο αιώνα δεν υπήρχε ούτε ένας Βούλγαρος και μέχρι το 1362 ούτε ένας Τούρκος. Κατοικούσαν 2.000.000 αυτόχθονες Θράκες και μόνο οι οποίοι σφαγιάστηκαν και εκτοπίστηκαν τόσο από τους Βουλγάρους, τους Σλάβους και από τους Τούρκους.

Το 1885 η Βουλγαρία με την ανοχή των μεγάλων, τη βοήθεια της Ρωσίας και την αδυναμία επέμβασης της Μικρής και πτωχής Ελλάδας που δεν συνόρευε καν, κατέλαβε την Ανατολική Ρωμυλία και επέκτεινε τα νότια όρια της στην Οροσειρά της Ροδόπης όπου είναι και τα σημερινά.

Τα όρια και η γεωγραφική θέση της Ανατολικής Ρωμυλίας (μέρους της Βόρειας Θράκης) όπως αποφασίστηκε στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878, παρουσιάζονται στο χάρτη που παρατίθεται. Η Βάρνα έμεινε εκτός Αν. Ρωμυλίας.

Αρχίζει το μαρτύριο των Βορειοθρακών.

Το 1905, οι Βούλγαροι, με αφορμή το Μακεδονικό αγώνα, ξέσπασαν με διωγμούς σε βάρος των Ελλήνων της βόρειας Θράκης. Ο διωγμός άρχισε από τη Βάρνα και επεκτάθηκε σε ολόκληρη την Ανατολική Ρωμυλία, με επιθέσεις εναντίον προκρίτων δασκάλων και ιερωμένων που άρχιζαν με ξυλοδαρμό και έφταναν σε δολοφονίες. Το 1906 γενικεύτηκαν οι σφαγές, Καταστροφές 73 εκκλησιών, 80 Ελληνικών Σχολείων, ολοσχερής καταστροφή της Αγχιάλου, εμπρησμοί σπιτιών, καταστροφή ελληνικών ιδρυμάτων, Νοσοκομείων, αρπαγή περιουσιών και απαγόρευση της ελληνικής γλώσσας.

Στις ελληνικές πόλεις Στενημάχο, Βάρνα, Μεσημβρία, Σωζόπολη, Πύργο, Αγαθουπόλη, Καβακλή, Φιλιππούπολη, Στάρα Ζαγόρα (Βερόη),Βεσσαπάρα (Παζαρτζίκ), Περιστερά, Κούκλαινα και Άκμπουνάρ, σημειώθηκαν μεγάλες καταστροφές. 88 ελληνικές κοινότητες διαλύθηκαν, η περιουσία τους ανυπολόγιστης αξίας περιήλθε στο βουλγαρικό δημόσιο χωρίς να καταβληθεί καμία αποζημίωση.

Έτσι καταστράφηκε ο ελληνισμός της βορείου Θράκης που σε μεγάλο ποσοστό, περίπου 200.000 ήλθαν πρόσφυγες και όσοι έμειναν επί έναν αιώνα υφίστανται πιέσεις και προσπάθεια εκβουλγαρισμού.

Επιδίωξη των Βουλγάρων, με τη βοήθεια της Ρωσίας, ήταν ο Πανσλαβισμός. Συνεχίστηκαν οι φρικαλεότητες των Βουλγάρων και κατά τους Βαλκανικούς πολέμους και κατά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τον τελικό ξεριζωμό των Βορειοθρακών από τις πανάρχαιες πατρογονικές τους Εστίες.

Στη Δυτική και Ανατολική Θράκη που ήταν υπό Τουρκική κατοχή, ο Θρακικός Ελληνισμός προόδευε.

Το 1908 οι Νεότουρκοι (οργάνωση αποτελούμενη από Τούρκους στρατιωτικούς και επί το πλείστον γιατρούς) υπόσχονται στους Χριστιανούς ισονομία, ισοπολιτεία και δικαιοσύνη υπό μία ισχυρή Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Συνέβη όμως το αντίθετο. Ότι επί αιώνες δεν κατάφεραν οι Τούρκοι για τον ολοκληρωτικό ξεριζωμό των Ελλήνων από την Ανατολική Θράκη το κατόρθωσαν οι Νεότουρκοι από το 1908 μέχρι το 1922 με την προμελετημένη και συστηματική Γενοκτονία με στόχο τον παντουρκισμό, πανισλαμισμό και επεκτατισμό. Σύμβουλοι τους οι Γερμανοί σύμμαχοι τους οι οποίοι ενδιαφέρονταν για τα πετρέλαια της Τουρκίας, τον έλεγχο των στενών και γενικά για την επικράτηση στην γεωστρατηγικής σημασίας περιοχή. Έντονο και έμπρακτο ενδιαφέρον για την περιοχή υπήρχε εξ άλλου και από τους αντιπάλους τους ( Άγγλους, Γάλους, Ιταλούς) αλλά και από τους Αμερικάνους και Ρώσους. Προκειμένου η Γερμανία να πετύχει το σκοπό της, έστειλε το Στρατηγό Γκόλτς στην Τουρκία ο οποίος αφού έκανε αναγνωριστικές επισκέψεις και ενημερώσεις σε όλη την Ανατολική Θράκη, διαπίστωσε «ότι η πλειονότητα των κατοίκων της Ανατολικής Θράκης ήταν Έλληνες, που είχαν στην κατοχή τους τη γη και τον πλούτο γενικά και ήλεγχαν την οικονομία της Χώρας τους».Συμβούλεψε τους Νεότουρκους του κομιτάτου της Ραιδεστού: «αν θέλετε τον έλεγχο της οικονομίας και την ασφάλεια της χώρας σας, πρέπει να εκδιώξετε ή να εξαφανίσετε από την Ανατολική Θράκη όλους τους Έλληνες».

Οι Νεότουρκοι έβαλαν άμεσα σε εφαρμογή και εκτέλεση του σχεδίου. Άρχισαν τις έντονες ενοχλήσεις, εκβιασμούς και βαρβαρότητες. Οι Χριστιανικοί Λαοί των Βαλκανίων που ζούσαν υπό την καταπίεση των Τούρκων γενικά αντέδρασαν.

Το 1912, (1ος Βαλκανικός πόλεμος) επαναστάτησαν οι λαοί των Βαλκανίων. Συμμάχησαν Έλληνες, Σέρβοι, Μαυροβούνιοι και Βούλγαροι εναντίον των Τούρκων, τους οποίους νίκησαν και ελευθέρωσαν τα εδάφη τους

Οι ηττημένοι και υποχωρούντες Τούρκοι, στο πέρασμα τους από την Ανατολική Θράκη έσφαζαν, λεηλατούσαν και καίγανε τα Ελληνικά χωριά, Στην Ανατολική Θράκη συγκεντρώθηκαν οι ηττημένοι Τούρκοι ακολουθούμενοι από χιλιάδες μουσουλμάνους που εγκατέλειπαν τις απελευθερωμένες περιοχές της Βοσνίας, Ερζεγοβίνης, Μακεδονίας και Βουλγαρίας. Ξέσπασαν με λύσσα και μανία εναντίον των Θρακών με σφαγές, πυρπολήσεις και καταστροφές.

Κατά τον Απ. Ευθυμιάδη:

Στις 16-10-1912 καταστρέψανε ολοσχερώς τα χωριά Γκλιστρίτσα και Χάσκιοϊ και έσφαξαν όλους σχεδόν τους Έλληνες. Συνέχισαν τις καταστροφές, τους Εμπρησμούς και τις σφαγές των Ελλήνων Θρακών στα Χωριά: Γραβούνα με 1700 σφαγές , στο ΜαχμούτκιοΪ 700, στις Μαύρες 450, Αλμαλή 1.000, Βαϊραμίτσι 600,Καράτσαλι 550, Κουρού Τσεσμέ 75. Έκαψαν και καταστρέψανε 89 Εκκλησίες. Ένα τάγμα Τουρκικού Στρατού κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, υποχωρώντας στρατοπέδευσε στο χωριό Μουρατλί. Με διαταγή Αξιωματικού του Τουρκικού στρατού, ξεχώρισαν τους Έλληνες στρατιώτες του Τούρκικου στρατού που ήσαν 114. Αφού τους αφόπλισαν, τους έγδυσαν, τους έδεσαν, τους οδήγησαν σε παρακείμενη χαράδρα και με ξιφολόγχες και μαχαίρια τους κατακρεούργησαν. Τρεις από τους 114 διασώθηκαν βαριά τραυματισμένοι. Τους βρήκε ο Αρκαδιοπολίτης (Κάτοικος του Λουλέ Μπουργάζ) Ανδρέας Παπαδόπουλος και τους περιέθαλψε. Αυτοί διηγήθηκαν τα ειδεχθή εγκλήματα των Τούρκων. Παρόμοια έγιναν και σε άλλες στρατιωτικές μονάδες.

Παρόμοια και χειρότερα εγκλήματα διέπραξαν και οι επιτιθέμενοι Βούλγαροι εντός της Αν. Θράκης εις βάρος των Ελλήνων και των Μουσουλμάνων Τούρκων. Η Δυτική και Ανατολική Θράκη δυστυχώς μετά τη λήξη του 1ου Βαλκανικού πολέμου, παρέμειναν υπό Βουλγαρική κατοχή.

Β΄ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Ακολουθεί το 1913 ο 2ος Βαλκανικός Πόλεμος. Η Ελλάδα σύμμαχος της Σερβίας εναντίον της Βουλγαρίας. Οι Βούλγαροι, προέβαιναν σε αναγκαστικές επιτάξεις οικιών και σε βίαιες στρατολογήσεις Ελλήνων Θρακών. Οι Βούλγαροι ηττήθηκαν, εγκατέλειψαν τη Θράκη, λεηλατώντας και καταστρέφοντας. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, ο Ελληνισμός της Θράκης, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη βαρβαρότητα των δύο άσπονδων «Φίλων» του, Τούρκων και Βουλγάρων. Οι Βαλκανικοί πόλεμοι έληξαν με την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου και του Λονδίνου το 1913, που καθόρισαν τα νέα σύνορα των Βαλκανικών χώρων. Η Ελλάδα απελευθέρωσε Ήπειρο, και Δυτική, Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία όχι όμως τη Βόρεια.

Στην ηττημένη Βουλγαρία, με τη βοήθεια της προστάτιδας της Ρωσίας, παραχωρήθηκε η Δυτική Θράκη ενώ στην Τουρκία είχε παραχωρηθεί η Ανατολική Θράκη Οι άτυχοι Θράκες βρέθηκαν πάλι εγκλωβισμένοι υπό την κατοχή των δύο βάρβαρων γειτόνων τους.

Απολογισμός των Βαλκανικών πολέμων:

1. Απώλειες:

α) Νεκροί: 307 Αξ/κοι και 7.918 Οπλίτες

β) Τραυματίες: 555 >> 32.587 >>

γ) Αποβιώσαντες

ασθενείς 38 >> 1520 >>

Αγνοούμενοι: 188

δ) Παγόπληκτοι:580

ε) Ασθενείς Αξιωματικοί –Οπλίτες 10.000 περίπου

στ) Έμειναν εγκλωβισμένοι οι Θράκες και Μικρασιάτες υπό την

Τουρκική και Βουλγαρική κατοχή και υπέστησαν γενοκτονία.

2.Ωφέλη:

α) Η Ελλάδα σε έκταση: από 64.000 έγινε 120.000 τ.χλμ..

β) >> Πληθυσμό: >> 2.800.000 >> 5.000.000 κάτοικοι

γ) Αποτράπηκε η Βουλγαρική επεκτατική πολιτική

δ) Απελευθερώθηκε η Ήπειρος, η Μακεδονία και Νησιά ,

ισχυροποιήθηκε η οικονομία και άμυνα της.

Η γενοκτονία των Θρακών συνεχίζεται και μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, κατά τον 1ο Παγκόσμιο πόλεμο, μέχρι το 1922.

Με λύσσα οι Τούρκοι ξέσπασαν στους ΑνατολικοΘράκιώτες. Φρικαλεότητες, εκβιασμούς, πυρπολήσεις, εκτοπισμούς, εξισλαμισμούς, απαγχονισμούς και ότι βαρβαρότερο μπορεί να φανταστεί κανείς, το υπέστησαν. Αυτή τη φορά με την ίδια συνταγή ενός άλλου Γερμανού Στρατηγού του Φον Σαντέρ Λίμαν, οι Τούρκοι άρχισαν νέα Γενοκτονία των Θρακών η οποία εκτελέστηκε από το στρατιωτικό κομιτάτο της Ραιδεστού. Αξιωματικοί, αστυνομικοί, δικαστικοί υπάλληλοι, φανατικοί Μουσουλμάνοι, κατάδικοι των φυλακών, που απελευθερώθηκαν για το σκοπό αυτό, καθώς και πρόσφυγες Μουσουλμάνοι από τη Βοσνία – Ερζεγοβίνη και Μακεδονία που ακολούθησαν τον ηττημένο τουρκικό στρατό, ήταν τα αιμοβόρα όργανα τους.

Οι συμμορίες εισέβαλαν τη νύκτα στα Ελληνικά Χωριά, πυροβολούσαν, δολοφονούσαν, λεηλατούσαν, άφηναν προκηρύξεις απειλητικές και έφευγαν. Οι προκηρύξεις έγραφαν: «η φεύγετε ή θα σας σφάξουμε». Αυτό επαναλαμβάνονταν συστηματικά στα Χωριά. Με την πάροδο του χρόνου, άρχισαν οι αποκλεισμοί των χωριών, οι καταλήψεις κτημάτων, κλοπές ζώων και δολοφονίες γεωκτηνοτρόφων ΑνατολικοΘρακών. Χιλιάδες Θρακιώτες μη αντέχοντας άλλο τις καθημερινές απειλές, τους εκβιασμούς και τους εξευτελισμούς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και τις περιουσίες τους για να γλυτώσουν. Μεγάλη εβδομάδα και ανήμερα Κυριακή του Πάσχα 1914, εγκατέλειπαν την Ανατολική Θράκη, τις πανάρχαιες πατρογονικές τους εστίες με κάρα, Τρένα και καράβια, καταφεύγοντας οι περισσότεροι σε περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας. Σ’αυτούς τους Θρακιώτες ήταν και η οικογένεια της μητέρας του υπογράφοντα από το Αριμάνι (Γιατζηκλάρ ή Ατάκιοι) των 40 Εκκλησιών που Εγκαταστάθηκαν στο χωριό Γερίκαρου Θεσσαλονίκης μέχρι το 1920. Τα παθήματα και τα μαρτύρια τους αντηχούν από τις ζωντανές αφηγήσεις τους.

Τον Αύγουστο του 1914. κηρύχθηκε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Τουρκία τάχθηκε, όπως πάντα, στο πλευρό της Γερμανίας Οι διωγμοί εναντίον των Θρακών Ελλήνων, προσέλαβαν νέα μορφή πολύ πιο φοβερή από την πρώτη. Έψαχναν και ερευνούσαν όλα τα σπίτια των Ελλήνων. Με την πρόφαση ότι βρήκαν όπλα και ότι φυγάδευσαν άνδρες στην Ελλάδα, τους υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια, φόνευαν, δήμευαν περιουσίες και εκτόπιζαν οικογένειες, σε περιοχές της Ασιατικής Τουρκίας. Το σχέδιο αυτό, εγκαινίασαν οι Νεότουρκοι με εντολή του Αρχηγού του τούρκικου Στρατού, Μεχμέτ Αλή Πασά. Η εντολή του ήταν: «Γιάμα, Γιακίν, Κεσίν», που σημαίνουν, «Λεηλατήστε, Κάψτε, Σφάξτε » Έτσι, μονάδες του Τουρκικού στρατού και οι ληστοσυμμορίες των Μπασιμπουζούκων, άρχισαν την εξόντωση των Ελλήνων Θρακών. Κατά χρονολογική σειρά αναφέρονται ομαδικές σφαγές, λεηλασίες και πυρπολήσεις χωριών και κωμοπόλεων. Άλλη μία επιβεβαίωση της τέλεσης της Γενοκτονίας του άμαχου Θρακικού Ελληνισμού. Η Γκλιστρίτσα και το Χάσικοι, κάηκαν από τον Τουρκικό Στρατό. Η Γραβούνα, Μαχμούτκιοϊ, Μαύρες, Αλμαλί, Βαϊραμίτσιο και Καράτζαλι από άτακτους Το Οικονομιό, η Αιγιαλός και το Ξάστερο κάηκαν από τον τουρκικό στόλο. Στα χωριά Αγ. Μηνάς Κρινιώ, Καλύβια, κωμόπολη Μαλγάρων και τα γύρω χωριά, Κεσσάνη, Χωριά της περιοχής Μακράς Γέφυρας: Δερβενάκι, Δερέκιοϊ, Κίρκιοϊ, Δογάνκιοϊ, Μαστανάρ, Σουμπάσκιοϊ, Αϊβαλή, Αλεπλή, Καλαβρά, Γέννα και Σάκτσα, σφάχτηκαν όσοι από τους κατοίκους τους δεν πρόλαβαν να φύγουν και τα Χωριά παραδόθηκαν στη φωτιά. Πολλά χωριά, αντιστάθηκαν με τα όπλα και τα αντάρτικα, όπως το Ιντζέκιοϊ η Καστάμπολη το Καρλίκοϊ , και το Δεβετζίκιοϊ (Εύανδρο ή Λεβεντοχώρι, χωριό του πατέρα του υπογράφοντος).

Διαπράχθηκαν επίσης ειδεχθή εγκλήματα από τον Τούρκικο στρατό, εις βάρος Ελλήνων, που υπηρέτησαν στον Τουρκικό στρατό ως Οθωμανοί υπήκοοι. Οι Τούρκοι οργάνωσαν τα περιβόητα τάγματα εργασίας, τα Αμελέ Ταμπουρού και τα επάνδρωσαν με Έλληνες άνδρες στρατεύσιμης ηλικίας, που τους έστελναν στα βάθη της Ασιατικής Τουρκίας, όπου εργάζονταν κάτω από άθλιες συνθήκες. δέρνονταν, βασανίζονταν και πέθαιναν από ασιτία. Παράλληλα οι Νεότουρκοι εφάρμοζαν και νέα μέτρα ομαδικού εκτοπισμού Κατοίκων ολόκληρων περιοχών. Απερίγραπτα τα μαρτύρια των εκτοπισμένων αθώων γυναικόπαιδων. Μετά την ήττα των Τούρκων και στον 1ο Παγκόσμιο πόλεμο, επιτράπηκε η επιστροφή των εκτοπισθέντων Θρακών και των υπηρετούντων στα Αμελέ Ταμπουρού (όσων επέζησαν) από τα βάθη της Ασιατικής Τουρκίας στις Πατρογονικές τους Εστίες.

Επέστρεψαν σε άθλια κατάσταση, από τις 96.000, μόνο 53.000. Βρήκαν τα σπίτια τους πουλημένα σε Εβραίους και Μουσουλμάνους πρόσφυγες και ερειπωμένα τα σχολεία και τις εκκλησίες. Από τους 380.000 περίπου Ανατολικοθρακιώτες , οι 232.000 κατάφυγαν στην ελεύθερη Ελλάδα, οι 15.000 στη Βουλγαρία και περίπου οι 60.000 παρέμειναν στην Αν. Θράκη. Στο σύνολο των 380.000, δεν περιλαμβάνονται οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της περιοχής της, που ήταν περίπου 300.000.

Το έγκλημα της Γενοκτονίας του Ελληνισμού της Ανατολής (Πόντου, Μ. Ασίας, Θράκης) αποκαλύπτουν και ομολογούν ακόμη και σύγχρονοι Τούρκοι ιστορικοί συγγραφείς, όπως ο Φονάτ Ντουντάρ, που μελετά, τα πρόσφατα αποχαρακτηρισθέντα Τουρκικά Αρχεία της εποχής εκείνης και ο ΤΑΝΕΡ ΑΚΣΑΜ, (Τούρκος Πανεπιστημιακός Δάσκαλος και συγγραφέας που αναγνωρίζει τη γενοκτονία Χριστιανών). Ο Τάνερ Ακσάμ Γράφει: Το 1926 ο Κεμάλ είπε: «Αυτά τα υπολείμματα του πρώην Νεοτουρκικού κόμματος που θα έπρεπε να είχαν λογοδοτήσει για τις ζωές εκατομμυρίων από τους χριστιανούς υπηκόους μας που απομακρύνθηκαν χωρίς έλεος en masse από τις εστίες τους και σφαγιάστηκαν, υποκινούν αναταραχή υπό τη Ρεπουμπλικανική εξουσία»

Τα έργα και πράξεις των Νεότουρκων εις βάρος των Θρακών κατά την περίοδο του (1908- 1918) τα χαρακτήρισε ο Κεμάλ «επαίσχυντη πράξη» ενώ είναι «ΚΑΡΑΜΠΙΝΑΤΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ»

Ο Φονάτ ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο: «Η εθνοτική μηχανική των Νεότουρκων και ο εκτουρκισμός της Ανατολίας» (1913 – 1918), ομολογεί σε σχετική συνέντευξή του: «Με ενδιαφέρει, μεταξύ άλλων, το πώς η εξουσία κατέγραψε στα επίσημα έγγραφά της τις βιαιότητες που η ίδια σχεδίασε και εκτέλεσε (και που φυσικά η ίδια ποτέ δεν το παραδέχθηκε). Είχα την τύχη να είμαι ο πρώτος ερευνητής που διάβασε ορισμένα αρχεία, τα οποία αποχαρακτηρίστηκαν πρόσφατα. Τα αρχεία αυτά λοιπόν παρουσιάζουν λεπτομερώς τα στάδια που σχεδίου δράσης εναντίον του Ρωμιών που κατάρτισε το καθεστώς των Νεοτούρκων…» (με τη βοήθεια γερμανών στρατηγών).

Η γενοκτονική συμπεριφορά των Νεοτούρκων ήταν λοιπόν αποτέλεσμα ενός σατανικά οργανωμένου και μεθοδικά μελετημένου σχεδίου, όπως προκύπτει από τα τουρκικά αρχεία: Με βίαια μέσα, με εμπορικό αποκλεισμό, με βαριά φορολογία, λεηλασίες περιουσιών, τρομοκρατικές και δολοφονικές επιθέσεις, υποχρεωτικής στράτευσης, ατιμώσεις, ομαδικές σφαγές, εκτοπισμούς καταναγκαστική εργασία (τάγματα εργασίας) εξανάγκασαν τους Θρακιώτες να εγκαταλείψουν την Αν. Θράκη. Έτσι την περίοδο 1913 – 1918, οι Θρακιώτες εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πανάρχαιες πατρογονικές εστίες και να καταφύγουν στην ελεύθερη Ελλάδα και σε χώρες του εξωτερικού.

Αυτά τα ακούσαμε από τους τραυματισμένους ψυχικά και σωματικά γονείς μας και παππούδες μας που τα είδαν, τα άκουσαν, τα βίωσαν και τα υπέστησαν

Στις 14 Μαΐου του 1920 απελευθερώνεται η Δυτική Θράκη και τον Ιούλιο του 1920 η Ανατολική Θράκη και ενσωματώνονται στην Ελεύθερη Ελλάδα (Συνθήκη Σεβρών της Γαλλίας). Ο Ελληνικός στρατός, απελευθέρωσε την Ανατολική Θράκη, μετά από 560-3 χρόνια σκλαβιάς, και συνέλαβε αιχμάλωτο τον Τούρκο Τζαφέρ Ταγιάρ ο οποίος δεν ήθελε να την παραδώσει. Χιλιάδες Ανατολικοθρακιώτες, που βρίσκονταν στην ελεύθερη Ελλάδα έσπευσαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους αλλά βρήκαν τα χωριά τους και τα σπίτια τους ερειπωμένα, καμένα ή κατειλημμένα από Τούρκους. Σε αυτούς συμπεριλαμβανόταν και η οικογένεια του Παππού μας – Προπάππου Δημήτρη Κωστόπουπου που επέστρεψε στο χωριό του με τα έξι παιδιά του. Βρήκαν το σπίτι τους Κατεστραμμένο και το χωριό ερειπωμένο. Άρχισαν να το ξαναχτίζουν το σπίτι τους αλλά έμεινε στη μέση διότι η Λευτεριά της Ανατολικής Θράκης κράτησε μόνο 2 χρόνια (1920-192

Με τη συνθήκη των Σεβρών επισημοποιήθηκε η απελευθέρωση της Θράκης

Μεσολάβησε η Μικρασιατική καταστροφή και η Ανατολική Θράκη των 23.971 τ.χ., με απόφαση των μεγάλων Δυνάμεων,(Αγγλία-Γαλλία-Ιταλία-ΗΠΑ) παραδόθηκε αμαχητί στους Τούρκους.

Οι φίλοι μας δέχτηκαν τους όρους του Κεμάλ και καταδίκασαν τους Ανατολικοθρακιώτες σε δεύτερο ξεριζωμό, χωρίς πλέον επιστροφή. Η Ανατολική Θράκη χάθηκε αμαχητί.

Στην Ελλάδα απέμεινε (δείγμα μόνο) η Δυτική Θράκη των 8.589 τ.χ., από το Νέστο μέχρι τον Έβρο (σημερινά όρια)

Κατά τη διάρκεια των συζητήσεων για τη συνθήκη της Λοζάνης και την Ανταλλαγή Πληθυσμών στην ουσία έγινε διανομή πετρελαίων της Τουρκίας στους «ΜΕΓΑΛΟΥΣ».

Οι τότε Εφημερίδες έγραφαν για τη συνθήκη της Λοζάνης:

New York Times: «Αντικείμενο όλων των διαπραγματεύσεων ήταν η Μοσούλη και το δικαίωμα για μια θέση στα πετρέλαια. Οι ΗΠΑ όμως έπρεπε να ασχολούνται με άλλα ζητήματα και όχι με τα συμφέροντα των Βασιλιάδων του πετρελαίου. Οι μετέχοντες στη διάσκεψη μπορεί δημοσίως να συζητούσαν για την ειρήνη και τον πολιτισμό, αλλά ιδιαιτέρως μιλούσαν αποκλειστικά για τα πετρέλαια. Βλέπετε παίζονταν στο τραπέζι οι περιοχές όπου οι μελλοντικοί ανάδοχοι θα δυσκολεύονταν να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους ».

Η Pall Mall Gazette : «Η Αμερική θα ήταν πιο ειλικρινής αν δήλωνε ότι πράγματι δεν ενδιαφέρεται για τα θέματα της Μ. Ασίας, διευκρινίζοντας ότι εννοεί το ζήτημα της σφαγής εκατοντάδων χιλιάδων Χριστιανών, αφού όρμισε αυτοστιγμεί από την αντίπερα όχθη στο διεφθαρμένο τραπέζι με το λουκούλλειο γεύμα ».

Η Σοβιετική Ένωση του Στάλιν με τα 10.000.000 χρυσά ρούβλια και όπλα και πυρομαχικά για 3 Μεραρχίες πού είχε δώσει στην Τουρκία (κατά τον Στρατηγό Αλή Φουάτ Τσεμπεσόου, απεσταλμένο του Κεμάλ στη Μόσχα), εξασφάλισε το απυρόβλητο των συνόρων της με την Άγκυρα και παράλληλα επέδειξε μία διάρκεια στην πολιτική της Χώρας, ως προς τον περιβάλλοντα χώρο της Μ. Ασίας και Μ. Ανατολής.

Η Γερμανία φαίνεται ότι εμπέδωσε γερές βάσεις όχι μόνο στην Τουρκία αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου

Η Γαλλία που είχε υπογράψει συνθήκη με σκοπό να επανασυνδέσει τις φιλικές σχέσεις με την Κυβέρνηση της Άγκυρας, στις 20-10-1921 (1 χρόνο πριν τη στρατιωτική νίκη των Τούρκων κατά των Ελλήνων) έλαβε (Μάιο 1923 στη διάσκεψη της Λοζάνης)το 23,75% των μετοχών της Εταιρείας Τουρκικών Πετρελαίων .

Η Αγγλία η οποία Χρησιμοποίησε τον Ελληνικό Στρατό για τη διπλωματία της (Τσόρτσιλ), πήρε το 23,75% των ανωτέρω μετοχών για τη SHELL, το 23,75% για την ΑγγλοΠερσική Ντ’ Αρσύ και την ΚΥΠΡΟ.

ΟΙ ΗΠΑ το 23,75% για Αμερικάνικη πετρελαϊκή Εταιρεία πολλά άλλα έργα και έγινε έκτοτε λόγω οικονομικών συμφερόντων στην περιοχή, ο μόνιμος προστάτης της Τουρκίας, ανέχεται την κατοχή της Κύπρου από τον Τουρκικό Στρατό και πιέζει ασύστολα την Ευρώπη για να δεχθεί την Τουρκία στους κόλπους της.

Η Ιταλία Μάλλον έμεινε απ’ έξω.

Να λοιπόν γιατί παραχωρήθηκε η Ανατολική Θράκη αμαχητί στην Τουρκία, βιάστηκε η ιστορία και οι Ασιάτες Τούρκοι κατέχουν τον 21ο αιώνα, κομμάτι της Ευρώπης (Την Αν. Θράκη) με βλέψεις και ευχή του πατερούλη τους Κεμάλ για προσάρτηση και της Δυτικής Θράκης στη Μητέρα τους Πατρίδα

Πάνω από 250.000 Έλληνες Θράκες, το 1922, διατάχθηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους μέσα σε 30 μέρες και να περάσουν τον ποταμό Έβρο. Σκηνές επιστροφής απερίγραπτες. Απελπισμένοι, απογοητευμένοι, πεινασμένοι, ρακένδυτοι και ψυχικά δολοφονημένοι προχωρούσαν προς την Ελεύθερη Ελλάδα. Είχαν το κεφάλι στραμμένο προς τα πίσω ατενίζοντας για τελευταία φορά τα πάτρια εδάφη και τα σπίτια τους αλλά από φόβο να μην τους προλάβει η Τούρκικη λαίλαπα και δεν φθάσουν στην ελεύθερη Ελλάδα.

Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή η Ελλάδα υποχρεώθηκε να υποδεχθεί όλο τον προσφυγικό Ελληνισμό χωρίς οικονομική αντοχή και ορθή οργάνωση.

Οι πρόσφυγες Έλληνες άφησαν στην Τουρκία περιουσίες αξίας 100.345.427.910 δρχ ενώ οι Τούρκοι στην Ελλάδα μόλις 8.595.523.113 δρχ. Οι Θρακιώτες ποτέ δεν αποζημιώθηκαν για τις μεγάλες περιουσίες που αναγκάστηκαν να παρατήσουν στην Ανατολική Θράκη (Ανταλλάξιμα) χάριν της Ελληνοτουρκικής φιλίας. Υπήρξε θέμα επιβίωσης των προσφύγων. Πολλά τα δεινά, απερίγραπτη η κατάσταση. Το δράμα το ζήσαμε στο πετσί μας, το ακούσαμε και το είδαμε.

Οι Θράκες των χαμηλών τόνων, με τις γνώσεις, τον πολιτισμό τους και το χαρακτήρα τους, κατόρθωσαν γρήγορα να ενσωματωθούν, να προσαρμοστούν και να προσγειωθούν στη νέα Ελληνική πραγματικότητα. Ταλαιπωρήθηκαν, έζησαν κακουχίες για πολλά χρόνια, αδικήθηκαν παραγκωνίστηκαν, αλλά επιβίωσαν, αναπτύχθηκαν και ανάδειξαν προσωπικότητες.

Μετά από 88 χρόνια : α. Τα χωράφια των προσφύγων χαρακτηρίζονται Κληροτεμάχια και όχι αγροτεμάχια όπως των λοιπών Ελλήνων. Με νόμους του κράτους κληρονομούνται από τα παιδιά τους εξ αδιαιρέτου, δημιουργούνται διαφορές και δεν αποκτούν ανάλογη αξία. Σε 20 στρέμματα αγροτεμαχίου των ντόπιων (με άδεια του Ελληνικού Κράτους) κτίζονται 1.000 τ.μ. οικοδομής, ενώ στα 20 του Κληροτεμαχίου των προσφύγων μόνο 200 τ.μ..

β. Το Επίσημο Τουρκικό Κράτος, μέσω του Τουρκικού Προξενείου της Κομοτηνής επιχορηγεί τους Μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης κατά 66% για να αγοράζουν τα χωράφια των Χριστιανών με απώτερο και αποκλειστικό σκοπό να πάρουν το μεγαλύτερο μέρος της γης στη Δυτική Θράκη και να ζητήσουν κάποτε την αυτονομία της και στη συνέχεια ένωση με τη Μητέρα Πατρίδα τους για να συνεχίσουν προφανώς τη Γενοκτονία. Τι κάνει το Ελληνικό Κράτος για όλα αυτά;

Ήδη οι πολιτιστικοί τους Σύλλογοι στη Δυτική Ευρώπη και τη Δυτική Θράκη αυτοαποκαλούνται Τούρκικοι, ομιλούν περί αυτονομίας της Δ. Θράκης, έχουν τυπώσει και σημαία αυτόνομης Δ. Θράκης ίδια με την τουρκική αλλά σε πράσινο χρώμα.

Εισάγονται κάθε χρόνο 300 περίπου Μουσουλμανόπαιδες της Δ. Θράκης στα δημόσια Ελληνικά Πανεπιστήμια και με βαθμό το 2 ακόμη και όχι το 10 που είναι η Βάση για όλα τα Ελληνόπουλα.

Στην Τουρκία δεν επιτρέπουν καν τη λειτουργία της Σχολής της Χάλκης ενώ στα Ελληνικά Λύκεια και Γυμνάσια της Δ. Θράκης διδάσκεται η Τουρκική γλώσσα με απόφαση Ελληνικής Κυβέρνησης. Δεν δέχονται στην Τουρκία την οικουμενικότητα του Πατριαρχείου.

Στην Ελλάδα σεβόμαστε τη Θρησκεία τους και τα τζαμιά τους ενώ στην Τουρκία τις Εκκλησίες μας τις γκρέμισαν ή τις έκαναν τζαμιά. Αυτή τη στιγμή με κονδύλια της ΕΟΚ η Αγία Σοφία της Βιζύης Μετατρέπεται σε Τζαμί όπως και ο Αηγιώργης των Επιβατών, ενώ την Αγία Παρασκευή (Επιβατών) την ισοπέδωσαν και την έκαναν Παιδική χαρά. Με επιδόματα πολυτέκνων επιβραβεύονται από το Ελληνικό κράτος οι Μουσουλμάνοι της Δ. Θράκης οι αυτοαποκαλούμενοι Τούρκοι, τα οποία πληρώνουν οι Έλληνες φορολογούμενοι. Απολαμβάνουν δημοκρατικότατα τα δικαιώματα τους και την ισονομία στην Ελλάδα οι φίλοι μας οι Μουσουλμάνοι. Μήπως μπορούν να μας πουν τι συμβαίνει με τους Έλληνες της Πόλης στην Τουρκία. Δεν φθάνουν αρκετές ώρες αν αναφερθούν όλες οι παραβιάσεις της συνθήκης της Λοζάνης και τα Τούρκικα τερτίπια. Τον πρώτο χρόνο μόνον ( 1923) οι Τούρκοι παραβίασαν τα 11 από τα 162 άρθρα της Συνθήκης της Λοζάνης. Δεν ξεχνάμε τις εγκληματικές θηριοδείες των Γειτόνων μας και απαιτούμε δικαίωση και αποκατάσταση της αλήθειας για την ψυχή των προγόνων μας για την Ιστορία και το μέλλον των απογόνων μας.

Είμαστε κληρονόμοι της ιστορίας και του πολιτισμού, που οι προγονοί μας δημιούργησαν επί χιλιετίες στην Αλησμόνητη Θράκη.

Έχουμε υποχρέωση και κάθε δικαίωμα, να τιμάμε τη μνήμη των προγόνων μας που δολοφονήθηκαν και ξεριζώθηκαν από τη Θρακική γη και να Διεκδικούμε την Ιστορική μας δικαίωση για το έγκλημα της Γενοκτονίας που διέπραξαν κατά του Θρακικού Ελληνισμού αλλά η Τουρκία και η Βουλγαρία. Μα αυτοί που διέπραξαν τις γενοκτονίες του Θρακικού Ελληνισμού θα ισχυρισθούν κάποιοι ότι δεν υπάρχουν.

Ασφαλώς όμως υπάρχει το κράτος και οι απόγονοι τους που κληρονόμησαν παράνομα και μέσα από εγκληματικές ενέργειες, περιουσίες, εδάφη και πολιτισμό που ποτέ δεν δημιούργησαν και δεν δικαιούνταν. Είναι αυτοί που επικροτούν τις εγκληματικές πράξεις των Νεότουρκων, που συνέχισαν το έργο τους το 1955 στην Κωνσταντινούπολη και το 1974 στην Κύπρο, που ανατρέφουν Γκρίζους Λύκους και συνεχίζουν θρασύτατα να παραβιάζουν τον εναέριο χώρο και τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας και εποφθαλμιούν τη Δ. Θράκη. Είναι γνωστό ότι η Τουρκία :

-Δεν σταματάει ποτέ τις επεκτατικές της βλέψεις όταν αισθάνεται Ισχυρότερη.

-Δεν υποχωρεί ποτέ στη Διπλωματία και ας γνωρίζει ότι υποστηρίζει το άδικο.

-Δεν συμβιβάζεται παρά μόνο όταν είναι ηττημένη και τότε με παζάρια.

-Δεν έχει φραγμό, ούτε ιερό και όσιο. Μέχρι πότε θα ανέχεται η παγκόσμια Κοινότητα το θράσος και τη συμπεριφορά τους.

Ευτυχώς φίλοι μας Ευρωπαίοι που ανέχθηκαν κάποτε τη Γενοκτονία του Ελληνισμού και παρέδωσαν την Ανατολική Θράκη το 1922 στους Τούρκους, άρχισαν να αντιλαμβάνονται τα λάθη τους και δεν τους θέλουν τώρα στην Ευρώπη. Ελπίζουμε ότι κάποτε θα γίνει πολιτική ένωση της Ευρώπης και οι Ευρωπαίοι θα περιορίσουν την Τουρκία στο χώρο της Ασίας, θα επεκτείνουν τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο Χώρο της Ελλάδας που θα είναι και της Ευρώπης στα 12 μίλια θα καθορίσουν τη θαλάσσια οικονομική Ζώνη και θα κατορθώσουν να ανακόψουν και να εμποδίσουν την εμπλοκή των Αμερικάνων. Ας επαγρυπνούμε και ας διαφωτίσουμε την κοινή γνώμη μέσω των ΜΜΕ-ΙΝΤΕΡΝΕΤ και βιβλίων, Σχολικών και μη, για να τους γνωρίσει η ανθρωπότητα να τους κρίνει και να τους κατατάξει εκεί που τους αρμόζει.

Η Ελληνική πολιτεία, μέσα στο πνεύμα της Ελληνοτουρκικής φιλίας και συνήθους Ελληνικής υποχωρητικότητας, ουδέποτε ήγειρε θέμα αναγνώρισης αυτής της γενοκτονίας επί 1 σχεδόν αιώνα.

Η Βουλή των Ελλήνων με τους Νόμους 2193 του 1994 και 2645 του 1998 όρισε απλά ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ποντίων και των Μικρασιατών αντίστοιχα.

Τη γενοκτονία των Θρακών τη λησμόνησε η Βουλή των Ελλήνων. Δεν τη γνωρίζουν προφανώς οι Έλληνες Βουλευτές. Τις υπομνήσεις και τις διαμαρτυρίες και αντιδράσεις των Θρακών επί αυτού, καθώς και τα ατράνταχτα στοιχεία και ντοκουμέντα των Ιστορικών δεν τα έλαβαν υπόψη Η επίσημη Ελληνική πολιτεία γενικά, ήταν και παραμένει άδικη για τους χαμηλών τόνων Θράκες που δεν έχουν συνηθίσει να παρακαλάνε, να εκλιπαρούν και να έρπονται για να αποδείξουν τα αυταπόδεικτα.

Η άγνοια, η αδιαφορία και η άδικη και ταξική συμπεριφορά των πολιτικών πληγώνει τους περήφανους Θράκες οι οποίοι στο 7ο παγκόσμιο συνέδριο τους το 2006 στο Διδυμότειχο αποφάσισαν και καθιέρωσαν ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Θρακών, από τους Τούρκους, την 6η Απριλίου. Το 1914 στις 6 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, «το Μαύρο Πάσχα» είχε αρχίσει ο οριστικός ξεριζωμός των υπολοίπων Θρακών, που είχαν διασωθεί από τις θηριωδίες των Νεότουρκων κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων του 1912-1913.

Γενικά: Η Θράκη ήταν το σταυροδρόμι των Λαών Ασίας- Ευρώπης, πέρασμα όλων των επιδρομέων, Ασπίδα και προμαχώνας της Κωνσταντινούπολης, με ελκυστικό πλούτο. Η Γεωστρατηγική και Γεωγραφική της θέση και οι λανθασμένοι χειρισμοί των Αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, υπήρξαν τα κύρια αίτια των ληστρικών και φονικών επιδρομών εις βάρος των άμοιρων Θρακών. Επί 13 αιώνες τα ιερά Χώματα της Θράκης κομματιάστηκαν και ποτίστηκαν με Ποταμούς δακρύων και αίματος. Οι Έλληνες της Θράκης υπέστησαν τα πάνδεινα κατά τις επιδρομές Βουλγάρων, Σλάβων, Ούννων, Αβάρων, Γότθων, Οστρογότθων, Σταυροφόρων, Καταλανών, Τούρκων, Ρώσων και άλλων.

Σφαγιάστηκαν, ατιμάστηκαν, εξισλαμίστηκαν, εξαναγκάστηκαν να αλλάξουν τη Γλώσσα τους, έχασαν τα παιδιά τους κατά το παιδομάζωμα, ληστεύτηκαν, ξεριζώθηκαν από τις Πανάρχαιες Πατρογονικές τους Εστίες και ανταλλάχτηκαν σαν αμνοερίφια το 1922. Δέκα τρεις (13) φορές καταλήφθηκε και μαρτύρησε η Αδριανούπολη (6 από Βουλγάρους, 1 από Φράγκους,4 από Τούρκους και 2 από Ρώσους) και 14 η Φιλιππούπολη (6 από Βουλγάρους,2 από Φράγκους, 2 από Ρώσους και ανά μία από Ούννους, Πετσενέγκους και Τούρκους).Κάθε κατάληψη και μία γενοκτονία στην περιοχή, σφαγές και απαγωγές χιλιάδων ψυχών άμαχου πληθυσμού. Όλα αυτά κυρίως από τους δύο αδίστακτους γείτονες μας, Τούρκους και Βουλγάρους. Οι Βούλγαροι εμφανίστηκαν στη Θράκη τον 5ο μ.Χ. αιώνα και οι Σλάβοι τον 6ο-7ο . Με τις ληστρικές και γενοκτόνες επιδρομές τους κατόρθωσαν να καταστρέψουν τη Θράκη, να μειώσουν τον πληθυσμό της και να εκτοπίσουν τους Θράκες, ελέω Βυζαντινών Αυτοκρατόρων οι οποίοι άφηναν τα βόρεια σύνορα της Θράκης αφύλακτα χρησιμοποιώντας τους Θράκες σε πολέμους στην Ασία.

Διαχρονικά έσφαξαν εκατοντάδες χιλιάδες Θρακιώτες στη Σόφια, Φιλιππούπολη, Αδριανούπολη και στην ύπαιθρο της Θράκης και εκτόπισαν όλους τους Θράκες από τις πατρογονικές τους Εστίας.

Ολόκληρη η σημερινή Βουλγαρία των 111.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, μέρος των Σκοπίων και της Σερβίας και η Αν, Θράκη των 23.971 τ.χλμ ήταν εδάφη της ενιαίας Ελληνικής Θράκης του μεγαλυτέρου Έθνους της Αρχαιότητας μετά τους Ινδούς,. Σήμερα παραμένει Ελληνική Δυτική Θράκη των 8.589 τ. χλμ. όπου κατοικούν περίπου 360.000 άνθρωποι εκ των οποίων 250.000 Χριστιανοί (Έλληνες), 110.000 περίπου Μουσουλμάνοι (Έλληνες σύμφωνα με τη συνθήκη της Λοζάνης) εκ των οποίων 48% Τουρκογενείς, 38% Πομάκοι (Αγριάνες ,Θράκες) και 14% Αθίγγανοι.

Η Τουρκία χρησιμοποιεί αυτή τη μουσουλμανική μειονότητα ως Τουρκική, (παραβιάζοντας τη συνθήκη της Λωζάννης) για να εγείρει θέμα αυτονομίας της Δυτικής Θράκης Όλοι αυτοί οι Λαοί που κατέχουν σήμερα τη Θράκη δεν έχουν καμία σχέση με Εθνογέννηση στη Θράκη και Μακεδονία. Πλαστογραφούν την Ιστορία μέχρι σήμερα γράφοντας και λέγοντας ότι είναι απόγονοι των Θρακών ή των Μακεδόνων και παρουσιάζοντας τα έργα πολιτισμού των Ελλήνων γενικά ως δικά τους

Το ψέμα όμως έχει κοντά πόδια και δεν προλαβαίνει να γεράσει ποτέ. Κάποτε μετά από τη συσκότιση έρχεται το φως, λάμπει η αλήθεια και σβήνει τους αδιάβαστους και αγνοούντες την ιστορία. Η Γενοκτονία των Θρακών είναι γεγονός και δεν περιμένουμε από την επίσημη πολιτεία να την αναγνωρίσει και να καθιερώσει ημέρα μνήμης διότι δεν θέλει προφανώς να ερεθίζει τους γείτονες μας. Έχει ο καιρός γυρίσματα

Οι Θράκες θα θυμόμαστε τις αλησμόνητες πατρίδες και θα τιμάμε τους προγόνους μας κάθε 6η Απριλίου.

Πηγές: Απ. Ευθυμιάδης, Τανέρ Ακσάμ, Σ. Φωτακίδης, Π. Αθανασιάδης, Διάφορες Εφημερίδες, INTERNET.

ΘΕΘ/ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ Χ.Α

ΘΕΜΑ 8
Πνευματική και πολιτιστική ζωή στην ελληνική Θράκη
Posted by

Ο παραμερισμός και ο περιορισμός της αγροτικής Ελλάδας κατοπτρίζονται και στην πολιτιστική ζωή της χώρας. Παρά τα κονδύλια των δήμων, τα λαϊκά δρώμενα, τα πανηγύρια και οι συλλογικές εκδηλώσεις περιορίζονται χρόνο με τον χρόνο. Με την κατάρρευση του λαϊκού πολιτισμού, την εξαφάνιση της λαϊκής τέχνης και τη διάδοση διεθνοποιημένων μορφών μαζικής επικοινωνίας, οι πολιτιστικές εκδηλώσεις στην ελληνική περιφέρεια επικεντρώθηκαν σε ό,τι σχετίζεται με την ανάδυση της τοπικότητας, την ιστορικότητα και την αναζήτηση της ταυτότητας. Αυτό συμβαίνει και στην ελληνική Θράκη, όπου οι πολιτιστικές εκδηλώσεις και η πνευματική ζωή δεν μπορούν παρά να παρουσιασθούν τμηματικά, ως μέρος μόνο της όλης συλλογικής δραστηριότητας. Αυτό γιατί η κατάτμηση της κοινωνίας της Θράκης σε κοινωνία «πλειονοτική» και σε κοινωνίες «μειονοτικές» –πρόβλημα που το ίδιο είναι πολιτισμικής, αλλά και πολιτικής μορφής– δεν επιτρέπει μία γενική ανάλυση που θα περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες τις σχετικές με τον πολιτισμό που λαμβάνουν χώρα στην ελληνική Θράκη.
Ζούμε σε μία χώρα η οποία, μετά από μεγάλες ανακατατάξεις, προσπαθεί να ενσωματώσει συγγενικές, αλλά διαφορετικές τοπικές παραδόσεις. Η πρόσφατη συγκέντρωση των Ελλήνων στο εθνικό τους κράτος δεν πρέπει να σημαίνει μόνο μια ανεπανόρθωτη απώλεια. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την ελληνική Θράκη, όπου συγκεντρώνονται, πάνω στο ιστορικό, ανθρωπολογικό και παραδοσιακό υπόστρωμα, πληθυσμοί προερχόμενοι από τις εστίες και τους χώρους του πάλαι ποτέ ανατολικού Ελληνισμού. Η ελληνική Θράκη αποτελεί σήμερα ένα καταφύγιο φυγάδων και προσφύγων από την ελληνική Ανατολή.
Η Μικρασιατική Καταστροφή και η οριστική ενσωμάτωση της ελληνικής Θράκης στο ελληνικό κράτος, μετά το 1920, είναι στοιχεία καθοριστικά για τον προβληματισμό και την οργάνωση των πολιτιστικών συλλόγων και οργανώσεων που αναπτύχθηκαν μετά, αλλά και για την κινητοποίηση και δράση των ανήσυχων ατόμων, που αισθάνθηκαν την ανάγκη να μελετήσουν και να περιγράψουν τις πραγματικότητες της Θράκης. Καθοριστική προϋπόθεση αποτέλεσαν τα πρότυπα των φιλεκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών συλλόγων της Ανατολικής Θράκης και της Κωνσταντινούπολης κατά τον 19ο αιώνα. Οι περιοχές αυτές αποτελούσαν, πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον κύριο πληθυσμιακό, οικονομικό και πολιτισμικό πόλο του θρακικού Ελληνισμού και μάλιστα το κέντρο της λεγόμενης καθ’ ημάς Ανατολής. Εκεί, οι ελληνικές κοινότητες είχαν επιτύχει βαθμούς εκσυγχρονισμού και εθνικής αυτοσυνειδησίας και είχαν αναπτύξει μορφές πολιτικού φιλελευθερισμού που συνόδευε την ανάπτυξη μιας εκσυγχρονιστικής εθνικής αστικής τάξης[1].
Η ελληνική παρουσία στη σημερινή ελληνική Θράκη περιοριζόταν, κατά τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις πόλεις Ξάνθη, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη (Δεδέαγατς), Σουφλί και Διδυμότειχο, όπως και στην παράλια περιοχή του Θρακικού Πελάγους. Η συγκρότηση των ρωμαίικων κοινοτήτων περιελάμβανε πολιτιστικούς συλλόγους[2]. Οι εκπαιδευτικοί σύλλογοι της Θράκης υποστηρίζονταν από τον «Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως», που ιδρύθηκε το 1861 και αποτέλεσε μία μορφή υπουργείου Παιδείας για τον ανατολικό Ελληνισμό.
Αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης, τον Οκτώβριο του 1922[3], αρχίζει από τους πρόσφυγες λογίους και επιστήμονες της Ανατολικής και της Βόρειας Θράκης η προσπάθεια για την εξασφάλιση της ιστορικής μνήμης απέναντι στη λήθη. Προσπάθεια η οποία είναι τεράστια, συνεχίζεται, και η σημασία της δεν μπορεί ακόμα να γίνει αντιληπτή. Η ιστορία, η γεωγραφία, η λαογραφία, ο πολιτισμός της ευρύτερης Θράκης αποθησαυρίζονται μετά το 1922 σε επιστημονικές εκδόσεις, όπως τα Θρακικά, που αρχίζουν να εκδίδονται το 1928 και φτάνουν τους πενήντα έξι τόμους, με πάνω από 16.000 σελίδες τη δεκαετία του 1950˙ το Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, έπειτα Αρχείον Θράκης, που από το 1934 εξέδωσε, μέχρι το 1976, τριάντα εννιά τόμους με 15.000 σελίδες˙ τα Θρακικά, ως συνέχεια των δύο προηγούμενων περιοδικών, που εξέδωσαν, από το 1978, δώδεκα τόμους με 2.500 σελίδες˙ τα Θρακικά Χρονικά, που εκδόθηκαν στην Ξάνθη το 1960 και μέχρι το 1992 και κυκλοφόρησαν σαράντα έξι τεύχη και τόμους με 5.000 σελίδες˙ τη Θρακική Επετηρίδα, που εκδίδεται στην Κομοτηνή από το 1960 και αριθμεί έντεκα τόμους με 5.000 σελίδες. και, τέλος, το επιστημονικό περιοδικό Περί Θράκης, που εκδίδεται στην Ξάνθη από το 2001 και αριθμεί έξι τόμους με 2.000 σελίδες.
Παράλληλα, στην ελληνική Θράκη, όπως αυτή συγκροτήθηκε μετά την κατάτμηση και διαμοιρασμό της ευρύτερης Θράκης ανάμεσα σε τρία κράτη, δημιουργήθηκαν πολιτιστικοί σύλλογοι με πρωταγωνιστές τα μέλη γνωστών συλλόγων της Ανατολικής κυρίως Θράκης που εγκαταστάθηκαν στην ελληνική Θράκη ως πρόσφυγες. Στη Θεσσαλονίκη δημιουργήθηκε το 1924 ο «Σύλλογος Αδριανουπολιτών» και στην Αθήνα, το 1928, το «Θρακικό Κέντρο». Ακολούθησε η δημιουργία και η δραστηριοποίηση συλλόγων στην Αλεξανδρούπολη, η οποία κυριολεκτικά αποτελούσε μια προσφυγούπολη. Οπωσδήποτε η εκδοτική δραστηριότητα στη Θράκη παρέμεινε κατά τον Μεσοπόλεμο σχεδόν μηδενική και η γνώση της τοπικής ιστορίας ήταν ανύπαρκτη. Την ίδια περίοδο, η κεμαλική εθνικιστική προπαγάνδα γοήτευσε νέους διανοούμενους της μουσουλμανικής μειονότητας και οδήγησε στην ίδρυση εθνικιστικών συλλόγων, που δραστηριοποιήθηκαν στους κύκλους της μειονότητας[4].
Αμέσως μετά τον πόλεμο σημειώνεται στην ελληνική Θράκη σημαντική δραστηριότητα στη δημιουργία νέων συλλόγων, που απέβλεπαν σε κοινωνικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς. Ιδιαίτερη σημασία έχει η ίδρυση της «Φιλοπρόοδης Ένωσης Ξάνθης», το 1952, και του «Μορφωτικού Ομίλου Κομοτηνής», το 1959. Παράλληλα, αναδύονται άτομα που ανακαλύπτουν το ιστορικό βάθος του τόπου και αναλαμβάνουν να αναπτύξουν και να περιγράψουν τη φυσιογνωμία του με εκδόσεις τοπικότητας. Το πρόβλημα όμως των περιορισμένων μέσων της περιφέρειας παραμένει: όπως και πριν την απελευθέρωση, πολλοί πνευματικοί άνθρωποι αναγκάζονταν να μετοικήσουν στην Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη, όπου οι συνθήκες σταδιοδρομίας και έκφρασης ήταν πολύ πιο ευνοϊκές[5].
Με την εκδήλωση των γνωστών εξωτερικών απειλών και τη λαϊκοποίηση της πολιτιστικής δράσης μετά τη μεταπολίτευση, ιδρύονται στη Θράκη νέοι πολιτιστικοί οργανισμοί και δραστηριοποιούνται μη κυβερνητικές οργανώσεις. Ένα νέο εκσυγχρονιστικό πνεύμα θα δημιουργήσει και θα αναδείξει τάσεις για συγκρότηση της τοπικότητας, μελέτη της τοπικής ιστορίας και αυτοσυνειδησία. Ως αποτέλεσμα θα εμφανισθεί στη Θράκη μία έντονη εκδοτική δραστηριότητα. Κυριολεκτικά εκατοντάδες εκδόσεις, που συναθροίζονται τα τελευταία χρόνια και βλέπουν το φως όχι μόνο στις τρεις μεγάλες πόλεις της περιφέρειας, αλλά και σε μικρότερα και άγνωστα στον ευρύτερο ελληνικό χώρο πολίσματα[6]. Ο τόπος και η ιστορία του μελετώνται και αποτυπώνονται σε ποικιλία εκδόσεων[7]. Παράλληλα, εκδίδονται, σε διεθνές επίπεδο, επιστημονικές μελέτες που πλουτίζουν τη βιβλιογραφία της Θράκης ως βιβλία αναφοράς[8].
Στη Θράκη συνέβη κάτι μοναδικό για τα πολεοδομικά μας πράγματα: ολόκληρος ο παραδοσιακός οικισμός της Ξάνθης ανακηρύχθηκε το 1976 διατηρητέος[9], πράγμα που πλούτισε τη Βόρεια Ελλάδα με ένα ανοικτό μουσείο αρχιτεκτονικών ρυθμών και με τη διατήρηση μιας πόλης της καθ’ ημάς Ανατολής. Ο παραδοσιακός οικισμός της Ξάνθης δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος διατηρούμενος οικισμός στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά αποτελεί και το καλύτερα διατηρούμενο δείγμα κοινοτικής οργάνωσης του Νέου Ελληνισμού, κατά την ύστερη φάση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας10, που βρίσκεται στον ελλαδικό χώρο.
Η ύπαρξη ενός εκτεταμένου παραδοσιακού οικισμού επιτρέπει στον Δήμο Ξάνθης την άσκηση μίας αναπτυξιακής πολιτικής με κέντρο τον παραδοσιακό οικισμό και μοχλό τις πολιτιστικές διαστάσεις του. Εορταστικοί θεσμοί έχουν καθιερωθεί και λαμβάνουν χώρα συστηματικά. Αναφέρουμε το Ξανθιώτικο Καρναβάλι – Θρακικές Λαογραφικές Γιορτές, που αριθμεί ζωή σαράντα πέντε ετών, ενώ αδιάλειπτα, από το 1991, λαμβάνουν χώρα το φθινόπωρο Οι Γιορτές της Παλιάς Ξάνθης. Η Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου συμμετέχει στις Γιορτές της Παλιάς Ξάνθης με φωτογραφικές εκθέσεις, που έχουν ως αντικείμενο την εθνική και πολιτιστική ιστορία[11].
Οι διαθέσεις της Άγκυρας και ο χειρισμός από μέρους της μουσουλμανικής μειονότητας της ελληνικής Θράκης ως στρατηγικής μειονότητας έδωσαν αφορμή στην έκδοση αριθμού βιβλίων που μελετούν και παρουσιάζουν τις πραγματικότητες της μουσουλμανικής μειονότητας και των εθνοτικών στοιχείων που τη συγκροτούν[12]. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στη μελέτη της προέλευσης και του πολιτισμού των Πομάκων[13], ορεινού αυτόχθονος φύλου της Ροδόπης, οι οποίοι, πέραν του ότι είναι μουσουλμάνοι, δεν έχουν καμία σχέση με την Τουρκία.
Με αφετηρία πάλι τη μεταπολίτευση και με την πίεση της ανάγκης που επέβαλε η τουρκική απειλή, ιδρύθηκαν στην ελληνική Θράκη συλλογικοί φορείς. Η σκοπιμότητα των φορέων αυτών βασίσθηκε στην πολιτιστική καλλιέργεια ως στοιχείο ανάπτυξης. Τέτοιοι συλλογικοί φορείς είναι το «Ίδρυμα Θρακικής Τέχνης και Παράδοσης»[14] που εδρεύει στην Ξάνθη και διαθέτει παράρτημα στην Κομοτηνή, και το «Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης» ΠΑΚΕΘΡΑ[15], που εδρεύει και αυτό στην Ξάνθη.
Το γενικότερο ενδιαφέρον για τη Θράκη και η ανησυχία του ελληνικού κοινού επιβάλλουν την έκδοση βιβλίων για τη Θράκη που τυπώνονται στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Πολλά από αυτά αναφέρονται στον απολεσθέντα Ελληνισμό της Ανατολικής και της Βόρειας Θράκης[16].
Τα τελευταία χρόνια, με την ωρίμανση της δεύτερης γενιάς των προσφύγων του 1922, αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για την ευρύτερη Θράκη και κυρίως για την Ανατολική Θράκη. Αλλά και η ύπαρξη και λειτουργία συλλογικών οργανώσεων τοπικής κλίμακας στη Θράκη, αλλά και σε κύρια αστικά κέντρα της χώρας, συγκροτεί μια μεγάλη προσπάθεια περισυλλογής και διατήρησης εθίμων και συνηθειών[17].
Στη Θράκη υπάρχουν σήμερα δύο αρχαιολογικά μουσεία, τρία λαογραφικά μουσεία, όπως και τρία εκκλησιαστικά μουσεία με θρησκευτικά κειμήλια.
Στη Θράκη, παρά τη σημερινή της περιθωριακή θέση, η μακραίωνη λόγια παράδοση είναι ζωντανή.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Κ. Μαμώνη: Σύλλογοι Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας 1861-1922. Ιστορία και δράση, Θεσσαλονίκη 1995.
2. Λήδα Ιστικοπούλου: Η σωματειακή κίνηση της Ξάνθης στο, Δ. Μαυρίδης (επιμέλεια): Ξάνθη. Η πόλη με τα χίλια χρώματα, Δήμος Ξάνθης, Ξάνθη, 2008
3. Δ. Μαυρίδης: Από την ιστορία της Θράκης 1875-1925, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2006.
4. Δ. Γκιντίδης: Κοινωνίες πολιτών. Μετασχηματισμοί της συλλογικότητας στη δημόσια σφαίρα της Θράκης, Περί Θράκης, τόμος 6ος, Ξάνθη 2007-2009.
5. Η Ξάνθη είχε την τύχη να κρατήσει έναν αξιόλογο διανοούμενο, τον Στέφανο Ιωαννίδη (1923-2001), ο οποίος είναι ο πρώτος που επιχείρησε να συγγράψει και να εκδώσει βιβλία με αντικείμενο την τοπική ιστορία. Εκτός από τα βιβλία λογοτεχνίας, εξέδωσε δύο φωτογραφικά λευκώματα και τη συλλογή άρθρων για την Ξάνθη, Βαρταλαμίδι. Διηύθυνε και εξέδιδε επί τριάντα χρόνια το περιοδικό Θρακικά Χρονικά.
6. Όπως π.χ. το βιβλίο των Δ. Μαυρίδη και Γ. Τσιγάρα: Γενισέα. Νέα πόλη του Νέστου – τόπος συνάντησης πολιτισμών, που εκδόθηκε από τον Δήμο Βιστωνίδος στη Γενισέα το 2010.
7. Βιβλία γενικής τοπικής ιστορίας είναι για την Ξάνθη: Π.Α. Γεωργαντζής: Συμβολή εις την ιστορία της Ξάνθης Ξάνθη 1976, Δ. Μαυρίδης: Αγγελοφύλακτος Ξάνθη, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2007, Δ. Μαυρίδης (επιμέλεια): Ξάνθη. Η πόλη με τα χίλια χρώματα, Δήμος Ξάνθης, Ξάνθη, 2008, Φ. Κοτζαγεώργης: Μικρές πόλεις της ελληνικής χερσονήσου κατά την πρώιμη νεότερη εποχή: η Ξάνθη (15ος-17ος αι., Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2009.
Για την Κομοτηνή είναι: Σάββας Κουκλογεωργίου: Η Κομοτηνή του παρελθόντος, Δήμος Κομοτηνής 2006
Για την Αλεξανδρούπολη είναι: Σαράντης Καργάκος: Αλεξανδρούπολη, Αθήνα 2006. Για το Σουφλί είναι: Μ. Πατέλης: Σουφλίου εγκώμιον, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2001.
Για το Διδυμότειχο είναι: Φίλιππος Γιαννόπουλος: Διδυμότειχο. Ιστορία ενός βυζαντινού οχυρού, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1989, Αθανάσιος Γουρίδης: Το ιστορικό Διδυμότειχο, Δήμος Διδυμοτείχου 1999.
Για το σύνολο της Θράκης: Κυριακή Μαμώνη: Θρακικά μελετήματα, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήνα 2004, Κωνσταντίνος Α. Βακαλόπουλος: Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού. Θράκη, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1990, Νίκος Σοϊλεντάκης: Ιστορία του Θρακικού Ελληνισμού Πιτσιλός, Αθήνα 1996, Γ. Βογιατζής: Η πρώιμη Οθωμανοκρατία στη Θράκη. Άμεσες δημογραφικές συνέπειες, Ηρόδοτος, Θεσσαλονίκη 1998, Θράκη, Ιστορικές και Γεωγραφικές Προσεγγίσεις Επιστήμη και Κοινωνία, Ειδικές Μορφωτικές Εκδηλώσεις, Ε.Ι.Ε., Αθήνα 2000
8. Benjamin Isaac: The Greek settlements in Thrace until the Roman conquest, Ε.J. Brill, Leiden 1986, Joelle Dalegre: La Thrace Grecque. L’ Harmattan, Paris 1995, Ivan Marazov, The Rogozen Treasure, Secor Publishers, Sofia, 1996, Catherine Asdracha: Inscriptions protobyzantines et byzanines de la Thrace orientale et de l’île d’ Imbros (IIIe – XVe siècles). Présentation et commentaire historique, Ministère de la Culture, Caisse des Recettes Archéologiques, Athènes 2003, Peter Soustal: Thrakien (Thrake, Rodopi und Haimimontοs), TIB Band 6, Verlag der Oesterreichischen Akademie der Wissenshaften, Wien 1991, Andreas Kueltzer: Ostthrakien, ΤΙΒ Band 12, Verlag der Oesterreichischen Akademie der Wissenshaften, Wien 2008.
9. Κ. Θανόπουλος: Πορεία Αντίθετα. Η σύγκρουση για την προστασία της Παλιάς Ξάνθης, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2005.
10. Γ. Τσιγάρας: Οι εκκλησίες της Ξάνθης, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2005, Δ. Μαυρίδης: Σπίτια της Ξάνθης, ΔΕΑΞ, Ξάνθη 2009.
11. Αναφέρουμε μερικά από τα θέματα των εκθέσεων: Μνεία της καθ’ ημάς Ανατολής, Από την ιστορία της Θράκης 1875-1925, Αγγελοφύλακτος Ξάνθη, Τα σπίτια της Ξάνθης, Τα μοναστήρια της Ξάνθης
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ξάνθης κ. Παντελεήμων έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η τοπική Εκκλησία αισθάνεται την ανάγκη να συμβάλει στην ανάδειξη της ιστορικότητας και της ταυτότητας της Θράκης. Ο ίδιος έχει πραγματοποιήσει μνημειώδη έκδοση του σημαντικού αρχείου των πρακτικών της Δημογεροντίας Ξάνθης (Παντελεήμων Καλαφάτης, Μητροπολίτης Ξάνθης: Πρακτικά της Δημογεροντίας Ξάνθης 1892-1926 Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου, Ξάνθη 2006.), ενώ η Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου έχει εκδώσει αριθμό τίτλων. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η δίγλωσση έκδοση που καλύπτει όλα τα θρησκευτικά μνημεία, όλων των δογμάτων που βρίσκονται στο Νομό Ξάνθης. [Γ. Τσιγάρας (επιμέλεια): Θρησκευτικά μνημεία στο Νομό Ξάνθης, Ιερά Μητρόπολις Ξάνθης και Περιθεωρίου – Μουφτεία Ξάνθης, Ξάνθη 2005].
12. Ε.Χ. Ζεγκίνης: Ο Μπεκτασισμός στη Δυτική Θράκη, Συμβολή στην ιστορία της διαδόσεως του Μουσουλμανισμού στον ελλαδικό χώρο, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη 1996, Π.Γ. Παπαδημητρίου: Οι Πομάκοι της Ροδόπης, Από τις εθνοτικές σχέσεις στους βαλκανικούς εθνικισμούς (1870-1990), Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2003, Κ.Α. Τσιούμης: Η Μουσουλμανική Μειονότητα της Θράκης (1950-1960), Πολιτικοδιπλωματικές διεργασίες και εκπαιδευτική πολιτική, Αντ. Σταμούλη, Θεσσαλονίκη 2006.
13. Μ.Γ. Βαρβούνης: Λαογραφικά των Πομάκων της Θράκης, Πορεία, Αθήνα 1996, Π. Θεοχαρίδης: Πομάκοι, οι μουσουλμάνοι της Ροδόπης, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 1996.
14. Διαθέτει σχολές μαθητείας σε θέματα συντήρησης και διαχείρισης παραδοσιακού υλικού, εργαστήριο λογοτεχνίας και σχολές ζωγραφικής. Οργανώνει διαλέξεις, παρουσιάσεις βιβλίων και εκθέσεις. Έχει εκδώσει βιβλία τοπικότητας, όπως την ανάλυση της λαϊκής τέχνης της ορεινής περιοχής της Ροδόπης με τίτλο: Το όμορον της Ροδόπης (Ξάνθη-Σμόλυαν). Στεγάζεται σε αναστηλωμένα συγκροτήματα καπνεργοστασίων της παλιάς βιομηχανικής περιοχής του καπνού της Ξάνθης.
15. Οργανώνει διαλέξεις, παρουσιάζει βιβλία και, κυρίως, εκδίδει βιβλία τα οποία αθροίζουν δεκάδες. Οι τίτλοι των βιβλίων του ΠΑΚΕΘΡΑ καλύπτουν την τοπική ιστορία, αλλά και ολόκληρη την Ελληνική Ανατολή. Εκδίδει το επιστημονικό περιοδικό Περί Θράκης. Στεγάζεται σε αναστηλωμένο οίκημα της Παλιάς Ξάνθης.
16. Ι. Σ. Γιαννακόπουλος: Εν Σαράντα Εκκλησίαις της Ανατολικής Θράκης, Θεσσαλονίκη, 1994, Π. Λέκκου: Οι μονές της Βόρειας και της Ανατολικής Θράκης, Εκδόσεις Γ. Δεδούση, Θεσσαλονίκη 1999, Ακ. Μήλλας, Σφραγίδες Μητροπόλεων Χαλκηδόνος-Δέρκων, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, Αθήνα 2000, Ευδ. Σταυροκούκα: Στράντζα, Γιαννιτσά 2000, Δ. Μαυρίδης: Από την Κωνσταντινούπολη στη Ραιδεστό. Σε αναζήτηση της νεοελληνικής ταυτότητας, ΠΑΚΕΘΡΑ, Ξάνθη 2003, Σ. Αν. Κζούνια: Μητρόπολη Γάνου και Χώρας της Ανατολικής Θράκης, Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2005, Χρ. Ζαφείρης: Μνήμης οδοιπορία, Ανατολική Θράκη, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2008.
17. Οπωσδήποτε, στη σημερινή Θράκη, υπάρχει αριθμός ατόμων που πέρα από τη συλλογική δράση συγγράφουν και εκδίδουν βιβλία. Στο περιβάλλον του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης, δραστηριοποιούνται ο ιστορικός καθηγητής Γιώργος Παπάζογλου (εκδίδει τη σειρά Θρακική Βιβλιοθήκη), ο λαογράφος καθηγητής Μανώλης Βαρβούνης, ο ιστορικός καθηγητής Κώστας Χατζόπουλος, ο βυζαντινολόγος καθηγητής Γιώργος Τσιγάρας, ο Φάνης Μαλκίδης και άλλοι. Στη Ξάνθη εκδίδουν βιβλία και μελέτες ο ποιητής Θανάσης Μουσόπουλος, ο δοκιμιογράφος Δημήτρης Βλάχος, ο τουρκολόγος Γιάννης Μπακιρτζής, ο λαογράφος Νίκος Κόκκας και ο δοκιμιογράφος Νίκος Κωνσταντινίδης, ο ιστορικός Πέτρος Γεωργαντζής, η αρχιτέκτων Χρύσα Μελκίδη, ο ιστοριοδίφης και λαογράφος Βασίλης Αϊβαλιώτης, ο ιστορικός Γιώργος Βογιατζής, ο ιστοριοδίφης Θωμάς Εξάρχου, ο ασχολούμενος με την οικολογική εκπαίδευση Νίκος Γερμαντζίδης, ο Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Μουτάφης και ο ιστοριοδίφης Χρήστος Μιχαλόπουλος. Στην Κομοτηνή, η δημοσιογράφος Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη και ο ιστοριοδίφης Φ. Κωνσταντινίδης. Στην Αλεξανδρούπολη, ο ιστοριοδίφης Μιχάλης Πατέλης. Στη Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα, πολλοί είναι αυτοί που έχουν ασχοληθεί με τα ζητήματα της Θράκης, όπως ο λαογράφος Ευάγγελος Αυδίκος, η ιστορικός Μιράντα Παξιμαδοπούλου-Σταυρινού, η ιστορικός Ελένη Μπελιά, ο ιστορικός καθηγητής Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, η λαογράφος Ελένη Σπαθάρη-Μπεγλίτη, ο τουρκολόγος καθηγητής Φωκίων Κοτζαγεώργης και άλλοι.

ΘΕΜΑ 10
Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης

Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης προέρχονται από δύο κύριες μεταναστεύσεις αλβανόφωνων ορθόδοξων πληθυσμών από την περιοχή του Βιθκουκίου της Βορείου Ηπείρου προς την Ανατολική Θράκη. Οι μεταναστεύσεις αυτές πραγματοποιήθηκαν σε δύο φάσεις: η πρώτη έλαβε χώρα στα μέσα του 16ου αιώνα ως παρεπόμενο της συμμετοχής των Αρβανιτών στην οικοδόμηση του τζαμιού «Σελιμιέ» της Αδριανούπολης. Αποτέλεσμα αυτής ήταν η ίδρυση του Μεγάλου Ζαλουφίου στο βόρειο τμήμα της Ανατολικής Θράκης και της Μανδρίτσας στα σημερινά ελληνο-βουλγαρικά σύνορα. Στα τέλη του 19ου αιώνα, κάτοικοι του Μεγάλου Ζαλουφίου ιδρύουν δύο νέα χωριά: το Αμπαλάρ (Ζαλουφόπουλο) και το Καράσακλη (Σάκος).
Η δεύτερη μετανάστευση πραγματοποιήθηκε το 1769 και σχετίζεται με την καταστροφή της Μοσχόπολης και των γειτονικών της πόλεων, μεταξύ των οποίων ήταν και το Βιθκούκι. Οι μετακινηθέντες κατέλυσαν στο νότιο τμήμα της Ανατολικής Θράκης και ίδρυσαν τις κωμοπόλεις Ιμπρίκ Τεπέ (Κιουτέζα) και Σουλτάνκιοϊ (Βιθκούκι), καθώς και τα χωριά Αλτίν Τας, Παζάρ Δερέ, Γιλανλή, και Καρατζά Χαλήλ.

Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης ταύτισαν εξ αρχής τις τύχες τους με τον ελληνισμό και έτσι υπέστησαν απίστευτα δεινά από τον νεοτουρκικό εθνικισμό. Τον Οκτώβριο του 1913, οι κάτοικοι της Μανδρίτσας διωγμένοι από τους Βούλγαρους διαφεύγουν στην Ελλάδα και λίγα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1922, έρχεται ο ξεριζωμός των Αρβανιτών της Ανατολικής Θράκης και η μετανάστευσή τους δυτικά του ποταμού Έβρου.

Η διάβαση του Έβρου το 1922 και ο αλβανικός εθνικισμός

ο τον ελληνισμό της Ανατολικής Θράκης ήταν κάτι αυτονόητο. Έντρομοι οι ελληνικοί πληθυσμοί εγκατέλειψαν την Ανατολική Θράκη στο άκουσμα της επικείμενης επιστροφής των Τούρκων. Αν για τον αλβανικό εθνικισμό η διεκδίκηση (έστω και θεωρητική) των αλβανοφώνων του ελληνικού κράτους στις αρχές του 20ου αιώνα είχε κάποια λογική (μιας και όπως είδαμε και για τον ελληνικό εθνικισμό οι Έλληνες και οι Αλβανοί μετείχαν της ίδιας εθνικής ουσίας), στη σημερινή εποχή μια τέτοια αναδρομική διεκδίκηση φαντάζει, εκτός από ανώφελη, γραφική και κυρίως ανιστόρητη. Τέτοιου είδους διεκδικήσεις σήμερα προσιδιάζουν σε έναν παλιομοδίτικο εθνικισμό μεσοπολεμικής κοπής, εξυπηρετούν βραχυπρόθεσμους μικροπολιτικούς στόχους και κινούνται εκτός της κοινής λογικής και της ιστορικής πραγματικότητας.[1] Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται όμως και όσοι θεωρούν την προαιωνιότητα του «γλωσσικού» έθνους ως φυσικό φαινόμενο. Στη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια wikipedia, στην αγγλική της έκδοση, οι αλβανόφωνοι της Δυτικής Θράκης Albanian speakers of Western Thrace» είναι ο τίτλος του λήμματος το κείμενο του οποίου είναι ανυπόγραφο) παρουσιάζονται ως «μία γλωσσική μειονότητα στην ελληνική Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη στα σύνορα με την Τουρκία».[2]

«Μιλούν το βόρειο παρακλάδι της τοσκικής αλβανικής και είναι απόγονοι των αλβανικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης που μετανάστευσαν κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας τη δεκαετία του 1920». Η αλήθεια είναι ότι οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης δεν μετανάστευσαν βάσει της συνθήκης της Λωζάνης, αλλά είχαν ήδη μεταναστεύσει στη Δυτική Θράκη από τον Οκτώβριο του 1922, ήταν δηλαδή πρόσφυγες και όχι ανταλλάξιμοι,[3] η δε άγνοια του συγγραφέα του εν λόγω κειμένου είναι εμφανής αφού δεν οριοθετεί χρονικά αυτή τη μετανάστευση αλλά αναγράφει αορίστως ότι αυτή έλαβε χώρα κατά τη δεκαετία του 1920.[4]Στη συνέχεια, ο συγγραφέας, κινούμενος στις συντεταγμένες του αλβανικού εθνικισμού, γράφοντας για την αρχική μετανάστευση των «Αλβανών» από την Αλβανία στη Θράκη, συναθροίζει τους ορθόδοξους και τους μουσουλμάνους σε μία ομάδα. Είναι βέβαια γνωστό το πόσο υπέφερε από τους ομογλώσσους μουσουλμάνους το αλβανόφωνο χριστιανικό στοιχείο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος της μετακίνησής του από την περιοχή της Ηπείρου στην Ανατολική Θράκη.

Έπειτα, δίνει στοιχεία για τους μουσουλμάνους Αλβανούς, σχετικά με τα προνόμια που αυτοί είχαν στην οθωμανική διοίκηση αλλά και στο ρόλο που διαδραμάτισαν κατά την αλβανική Αναγέννηση. Το οξύμωρο είναι ότι συναθροίζει αυθαίρετα τους μουσουλμάνους με τους ορθοδόξους αλβανόφωνους, ενώ, όπως εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς, τίποτα απολύτως δεν συνέδεε αυτές τις δύο ομάδες -η γλώσσα τότε δεν έπαιζε κανέναν ρόλο όσον αφορά τις πάσης φύσεως συνομαδώσεις. Οι Τουρκαλβανοί ήταν –μαζί με τους λιποτάκτες του οθωμανικού στρατού- οι πιο επικίνδυνοι ληστές στη Θράκη και λυμαίνονταν την ευρύτερη περιοχή. Το 1779, η οθωμανική διοίκηση έστειλε τον καπουδάν Πασά Γαζή Χασάν για να επιβάλει την τάξη. Οι Τουρκαλβανοί απάντησαν με λεηλασίες χριστιανικών χωριών. Ο Ρώσος Πρόξενος στο Βελιγράδι που επισκέφτηκε εκείνη την εποχή την Αδριανούπολη εδιηγείτο σκηνές φρίκης. Στο ταξίδι του συνάντησε καμμένα χωριά και ρημαγμένες εκκλησίες. Οι χωρικοί ζητούσαν βοήθεια από τις τοπικές αρχές, που βρίσκονταν σε αδυναμία να αντιμετωπίσουν την λαίλαπα των τουρκαλβανικών συμμοριών. Τον Μάρτιο του 1844, σώμα Τουρκαλβανών αποτελούμενο από 1.500 άτομα, πιεζόμενο από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του οθωμανικού στρατού, έφτασε στα πρόθυρα της Αδριανούπολης σπέρνοντας τον τρόμο στους κατοίκους της πόλης οι οποίοι δεν τολμούσαν να βγούνε έξω από αυτήν. Οι περισσότεροι αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι ήταν Τόσκηδες από την Νότια Αλβανία, οργανωμένοι σε στρατιωτικά σώματα. Υπήρχαν και Γκέγκηδες από την Βόρεια Αλβανία, που συνήθιζαν κάθε χρόνο να φεύγουν από τα σπίτια τους για να ληστέψουν χωριά. Οι περισσότερες ληστοσυμμορίες λυμαίνονταν τη Βόρεια Θράκη και ιδιαίτερα τις επαρχίες Φιλιππουπόλεως και Παζαρτζικίου. Ο Πρόξενος Ι. Βαρότσης ανέφερε: «τριών ωρών δρόμον φοβείται τις να περιπατήση… εις Βελισσά εγύμνωσαν γυναίκες και τέκνα, ήρπασαν οι τρισκατάρατοι Αλβανοί. Την Βράβιαν επάτησαν, έκαυσαν και ελεηλάτησαν, ολίγον έλλειψεν να πιάσουν και τον πασάν, όστις ετάχυνε να κλεισθή εις το κάστρον».[5] Το 1862 η δραστηριότητα των συμμοριών εντείνεται και οι οθωμανικές αρχές τις αντιμετωπίζουν με νωθρότητα και απροθυμία, μιας και στο σύνολό τους έχουν ως θύματα τα χριστιανικά χωριά και φαίνεται να παρεμβαίνουν μόνο όταν η τάξη διασαλεύεται παντελώς και η κατάσταση ξεφεύγει από κάθε έλεγχο.[6]

Ο συγγραφέας συνεχίζει: «[…]οι Ορθόδοξοι Αλβανοί της Ανατολικής Θράκης έμεναν σε εν μέρει ομοιογενείς κοινότητες, είτε χωριά είτε γειτονιές, και ήταν κυρίως απόγονοι μεταναστών από την περιοχή της Κορυτσάς. Με το πέρας του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1919-1922, η Ελλάδα και η Τουρκία υπέγραψαν την Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία περιείχε στους όρους της την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών». Αφού προσπεράσουμε το λάθος ότι οι αλβανόφωνοι της Ανατολικής Θράκης έμεναν σε εν μέρει ομοιογενείς -γλωσσικά προφανώς εννοεί ο συγγραφέας- κοινότητες (partly homogeneous communities), αφού ως γνωστόν τα αρβανιτοχώρια ήταν καθ’ολοκληρίαν αλβανόφωνα (πλην του Αμπαλάρ στο οποίο έμεναν λίγες γκαγκαβούζικες οικογένειες), ερχόμαστε στον ιδεολογικό πυρήνα του κειμένου: οι αλβανόφωνοι της Ανατολικής Θράκης, κατά τον συγγραφέα του κειμένου, αναγκάστηκαν να ανταλλαχθούν λόγω της ιδιαιτερότητας της συνθήκης της Λωζάνης, αν και «Αλβανοί» ή δυνάμει «Αλβανοί». Η πραγματικότητα βέβαια είναι ότι οι Έλληνες της Θράκης (ελληνόφωνοι, αλβανόφωνοι και τουρκόφωνοι) εγκατέλειψαν την Ανατολική Θράκη τον Οκτώβριο του 1922 (εννιά μήνες δηλαδή πριν από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης) μετά την υπογραφή της ανακωχής των Μουδανιών σύμφωνα με την οποία η Ανατολική Θράκη έπρεπε να εκκενωθεί από τον ελληνικό στρατό και στη συνέχεια να αποδοθεί από τις συμμαχικές δυνάμεις στην Τουρκία. Η εν λόγω εκκένωση για τους χριστιανικούς πληθυσμούς ήταν εθελοντική και όχι υποχρεωτική, μόνο που όσοι επέλεγαν να παραμείνουν θα ήταν στο έλεος των Τούρκων.[7]

Η ανακωχή των Μουδανιών είχε ως κύριο θέμα συζήτησης την παράδοση της Ανατολικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό στους συμμάχους και από αυτούς στον τουρκικό στρατό, γι’αυτό και οι συμμετέχουσες χώρες εκπροσωπούνταν σε επίπεδο στρατιωτικής και όχι πολιτικής ηγεσίας. Το πρόβλημα των μειονοτήτων ήταν εκτός των θεμάτων των συνομιλιών της διάσκεψης των Μουδανιών.[8]

Στις ελληνικές αρχές μάλιστα υπήρχε ο προβληματισμός για το αν έπρεπε να επιτραπεί η εθελοντική αυτή μετανάστευση, με δεδομένα τα προβλήματα στέγασης και σίτισης των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων που θα προέκυπταν. Ο Χαράλαμπος Σιμόπουλος, Αρμοστής της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη, σε τηλεγράφημά του προς τον Βενιζέλο στις 3.10.1922 –κατά τη διάρκεια δηλαδή της εγκατάλειψης της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες, ανέφερε πως ο Αλ.Πάλλης εξέφραζε τη γνώμη πως οι ελληνικές αρχές της Ανατολικής Θράκης έπρεπε να παρακινήσουν τον πληθυσμό να παραμείνει στην περιοχή.[9] Υπήρχε η σκέψη επίσης να ζητηθεί αρχικά από τους Τούρκους επίσημη δέσμευση για καλή μεταχείριση των Ελλήνων που θα παρέμεναν στην Ανατολική Θράκη και έπειτα να ανασταλεί η μετανάστευση που εκείνη τη στιγμή ήταν σε εξέλιξη.[10]

Σχετικά δε με την ανταλλαγή των πληθυσμών που προέβλεπε η συνθήκη της Λωζάνης,[11] εκεί η άγνοια του συγγραφέα είναι πλήρης: «Η συνθήκη χρησιμοποίησε τη θρησκεία ως δηλωτικό εθνικής ένταξης, αν και περιείχε πληθυσμούς χωρίς εθνική συνείδηση, ακόμη και Αλβανούς. Κατ’εφαρμογήν αυτής της συνθήκης οι μουσουλμάνοι της Ελλάδος ανταλλάχθηκαν με τους χριστιανούς της Τουρκίας, με την εξαίρεση των μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης και των Χριστιανών της Κωνσταντινούπολης». Στο σημείο αυτό, ο συγγραφέας αναλύοντας επιδερμικά το κείμενο της εν λόγω συνθήκης περιέρχεται στο ίδιο ιδεολογικό αδιέξοδο στο οποίο εγκλωβίζονται όσοι προσπαθούν να αποσυνδέσουν πλήρως την ρωμαίικη ταυτότητα από την αντίστοιχη ελληνική εθνική, στο πλαίσιο είτε ενός ιδεολογηματικού διεθνισμού είτε ενός ιδεοληπτικού εθνικισμού, χρησιμοποιώντας απλοϊκές συνεπαγωγές ή αυθαίρετα πορίσματα του τύπου «αφού η ανταλλαγή έγινε με βάση τη θρησκεία, άρα οι ανταλλαχθέντες δεν είχαν εθνική συνείδηση». Στο ίδιο ιδεολογηματικό μήκος κύματος κινείται και η -επίσης ανυπόγραφη- έκθεση του «Ελληνικού Παρατηρητηρίου των συμφωνιών του Ελσίνκι-Ελληνική ομάδα για τα δικαιώματα των μειονοτήτων». Εκτός του ότι ο συντάκτης της εν λόγω εκθέσεως γνωρίζει ελάχιστα πράγματα για τους Αρβανίτες, προσπαθεί μέσα από ιδεολογικές ακροβασίες να παρουσιάσει τα αρβανίτικα ως μειονοτική γλώσσα. Το ότι δεν γνωρίζει τίποτα για τους Αρβανίτες της Θράκης το αποδίδει στο ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και έτσι αναπαράγει άκριτα τα όσα ανιστόρητα αναγράφονται πιο πάνω από τον ανώνυμο συντάκτη της Wikipedia, ενώ επιπρόσθετα αγνοεί ακόμη και την γεωγραφική διασπορά των Αρβανιτών το 1922 στην Ελλάδα. Τέλος, αρνούμενος το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό των Αρβανιτών της Θράκης -βασικότατο δικαίωμα των μειονοτήτων που υποτίθεται ότι προστατεύει ο εν λόγω φορέας- τους θεωρεί Αλβανούς:

«Πολύ λίγα είναι γνωστά για την αλβανική παρουσία στη Θράκη η οποία πιθανόν προέρχεται από κάποια από τις μετακινήσεις που αναφέρονται πιο πάνω. Υπήρχαν πολλοί Αλβανοί στην Ανατολική Θράκη και στον νομό Έβρου της γειτονικής Δυτικής Θράκης. Οι της Ανατολικής Θράκης, ως χριστιανοί, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής ανταλλαγής Χριστιανών και Μουσουλμάνων μεταξύ της σημερινής Τουρκίας και της Ελάδος τη δεκαετία του 1920. Πολλοί εγκαταστάθηκαν στον νομό Θεσσαλονίκης».[12] Όπως είναι εύκολα αντιληπτό, η μόνη περίπτωση να δικαιολογηθεί η εγκατάσταση των Αρβανιτών στη Δυτική Θράκη και όχι στην Αλβανία είναι να έχει πραγματοποιηθεί υποχρεωτικά. Γι’ αυτό το λόγο, το Παρατηρητήριο του Ελσίνκι, όπως και ο συγγραφέας του κειμένου της Wikipedia, εκεί ακριβώς ποντάρουν: να παρουσιάσουν τη μετανάστευση των Αρβανιτών της Θράκης ως υποχρεωτική. Η ιστορική πραγματικότητα βέβαια τους διαψεύδει πανηγυρικά διότι οι Αρβανίτες πέρασαν από την Ανατολική Θράκη στην Ελλάδα εθελοντικά, πολύ πριν αποφασισθεί η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Όσον αφορά την ανταλλαγή των πληθυσμών, αυτή όντως πραγματοποιήθηκε με βάση τη θρησκεία και όχι την εθνική συνείδηση ή τη γλώσσα.[13] Το Άρθρο 1 της «Συμβάσεως περί της ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών», που υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923, αναφέρει: «Από της 1ης Μαΐου 1923, θέλει διενεργηθή η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών». Η αλυτρωτική πολιτική της Αλβανίας επικεντρώθηκε στην αλβανόφωνη μουσουλμανική μειονότητα των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας. Συνεπικουρούμενη από την Ιταλία επιχειρούσε εξ αρχής να προσεταιριστεί τους αλβανόφωνους μουσουλμάνους της Τσαμουριάς και να πετύχει (όπως τελικά πέτυχε) να εξαιρεθούν από την ανταλλαγή ως εθνικά Αλβανοί.[14] Τελικά, τον Φεβρουάριο του 1926, ο δικτάτορας στρατηγός Πάγκαλος επιβεβαίωσε την ισχύ της εξαίρεσης, αν και 3.000 αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι είχαν ήδη μεταφερθεί στην Τουρκία.[15] Επίσης, εξαιρέθηκαν και περίπου 2.000 αλβανόφωνοι μουσουλμάνοι οι οποίοι «κατάφεραν (κυρίως στη Μακεδονία) να χαρακτηριστούν «αλβανικής καταγωγής» με πιστοποιητικά των μουφτειών ή των αλβανικών αρχών, και οι οποίοι τέθηκαν υπό τις διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών περί μειονοτήτων στην Ελλάδα».[16] Φυσικά, κάτι τέτοιο ουδέποτε ζήτησαν οι αλβανόφωνοι χριστιανοί Έλληνες και εξ αυτού αποδεικνύεται για άλλη μια φορά η πολύ ισχυρή συνάφεια της προνεωτερικής παραδοσιακής ελληνορθόδοξης ταυτότητας με την αντίστοιχη ελληνική εθνική που προέκυψε κατά τον 19ο αιώνα.

Η ανταλλαγή ωστόσο δεν έγινε εξ ολοκλήρου με βάση τη θρησκευτική πίστη, καθώς υπήρξαν εξαιρέσεις που κατέδειξαν τη δυσκολία της ανταλλαγής με βάση μόνο τη θρησκεία: «[…] στην Τουρκία οι εξαιρέσεις που υιοθετήθηκαν από την Μεικτή Επιτροπή υποδηλώνουν ότι το εθνικό κριτήριο υπολανθάνει του θρησκευτικού. Με το κριτήριο της μη εθνικής συνάφειας ως προς τη χώρα νέας εγκατάστασης εξαιρέθηκαν τελικά οι ελληνορθόδοξοι Άραβες της Κιλικίας, ύστερα από τη μεσολάβηση της Γαλλίας και τις διαμαρτυρίες του πατριάρχη Αντιόχειας Γρηγορίου του Δ’ καθώς και άλλες ομάδες ορθοδόξων της Τουρκίας (Αλβανοί, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρουμάνοι) οι οποίοι θεωρήθηκε ότι δεν είχαν εθνικούς δεσμούς με την Ελλάδα και οι οποίοι υπάγονταν στην αρμοδιότητα των Πατριαρχείων των Ιεροσολύμων, της Αντιόχειας και της Αλεξάνδρειας ή των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών της Κύπρου, του Όρους Σινά, της Σερβίας, της Ρουμανίας, του Μαυροβουνίου, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Ειδικά εξετάστηκαν από τη Μεικτή Επιτροπή περιπτώσεις Αλβανών ορθοδόξων, οι οποίοι τελικά εξαιρέθηκαν, αν και υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως μη ανήκοντες στην ελληνική μειονότητα της Τουρκίας, αλλά και ως αντιστάθμισμα στην εξαίρεση των Αλβανών μουσουλμάνων της Ελλάδας.[17] Αντίστροφα, το εθνικό κριτήριο κατίσχυσε υπέρ της Ανταλλαγής στην περίπτωση ορισμένων Ελλήνων ευαγγελικών και καθολικών, οι οποίοι τελικά αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν».[18] Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης, αν ένιωθαν Αλβανοί, είχαν αρχικά την επιλογή να μην μεταναστεύσουν στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 1922. Άλλωστε, κατά την έξοδο του ελληνικού στοιχείου από την Ανατολική Θράκη, η οποία όπως προαναφέρθηκε δεν ήταν υποχρεωτική αλλά εθελοντική, κάποιοι Έλληνες (άγνωστο γιατί) παρέμειναν και δεν μετανάστευσαν: «Έλλην κατορθώσας ν’αναχωρήση εκ Σαράντα Εκκλησιών και αφιχθείς ενταύθα ανέφερεν [ότι] […] η προς τους παραμείναντας Έλληνας συμπεριφορά των αρχών δεν τυγχάνει κακή».[19] Οι ελάχιστοι χριστιανοί που παρέμειναν στην Ανατολική Θράκη αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις κάποιων Γκαγκαβούζηδων[20] και των Σαρακατσάνων της Λευκίμης Έβρου: οι 250 περίπου Σαρακατσάνοι (228 στην απογραφή του 1961) της Λευκίμης Έβρου πήγαν εκεί «δυνάμει αριθ.7 συμβάσεως ανταλλαγής ελληνοτουρκικού πληθυσμού ως ανταλλάξιμος εκ Τουρκίας» όπως σημειώνεται στη στήλη του δημοτολογίου ο τρόπος κτήσεως ελληνικής ιθαγενείας.[21] Επίσης, πριν τη μετανάστευση του 1922, οι Αρβανίτες της Θράκης είχαν εκπατριστεί πολλές φορές εξαιτίας της πίεσης και των διωγμών της οθωμανικής κυβέρνησης. Πάντοτε όμως κατέφευγαν στην Ελλάδα και κανείς τους δεν πήγε ούτε ζήτησε να μεταβεί στην Αλβανία η οποία στις αρχές του 1913 άρχισε να υφίσταται ως κράτος. Το περιεχόμενο των δύο επιστολών των Ζαλουφιωτών προς την ελληνική κυβέρνηση που είδαμε σε προηγούμενο κεφάλαιο βρίθει από αναφορές για την μητέρα-Ελλάδα και όλες οι ενέργειες των εκπατρισμένων Αρβανιτών απευθύνονταν προς τις ελληνικές αρχές και τις μητροπόλεις του Πατριαρχείου.[22]

Αφού παρέμεναν οι Αρβανίτες στην Ανατολική Θράκη, στη συνέχεια θα μπορούσαν είτε να εξαιρεθούν της ανταλλαγής και να παραμείνουν στην Τουρκία ως εθνικά Αλβανοί, πράγμα που όπως είδαμε στην προηγούμενη παράγραφο έπραξαν αρκετοί αλβανόφωνοι ορθόδοξοι της Τουρκίας –διαβιούντες κυρίως στην Κωνσταντινούπολη- που αυτοπροσδιορίζονταν ως Αλβανοί και ήταν μέλη της νεοδιακηρυχθείσης αυτοκεφάλου ορθόδοξης αλβανικής εκκλησίας, είτε κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών να ζητήσουν να μεταναστεύσουν στην Αλβανία και όχι στην Ελλάδα:«Σε πολλές περιπτώσεις οι υπό ανταλλαγή πληθυσμοί και στις δύο πλευρές αντέδρασαν στην είδηση του υποχρεωτικού ξεριζωμού. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, πολλοί μουσουλμάνοι προύχοντες διαμαρτυρήθηκαν για την υποχρεωτικότητα της Ανταλλαγής και ζήτησαν να παραμείνουν στον τόπο τους ή τουλάχιστον να τους διατεθεί ικανός χρόνος για να μπορέσουν να πουλήσουν την περιουσία τους σε δίκαιη τιμή. […] Αντίστοιχα στην Τουρκία μεγάλο τμήμα των ελληνορθόδοξων της Καππαδοκίας αντέδρασε στη διαταγή να εγκαταλείψουν τις εστίες τους για μιαν άγνωστη πατρίδα».[23] Κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, εκτός από τις εξαιρέσεις των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης της Ίμβρου και της Τενέδου και των μουσουλμάνων της Θράκης, υπήρξαν και άλλες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις όπου Έλληνες και Τούρκοι ζήτησαν και άλλες εξαιρέσεις: «[…] η ελληνική κυβέρνηση πρότεινε αρχικά, χωρίς αποτέλεσμα, την εξαίρεση των μουσουλμάνων Τσιγγάνων της Μακεδονίας. Επίσης, κατά τη φάση της εφαρμογής της Σύμβασης πολλές προσπάθειες για εξαίρεση έπεσαν στο κενό, όπως για παράδειγμα η πρόταση να εξαιρεθούν οι μουσουλμάνοι καπνοκαλλιεργητές του νομού Δράμας με κριτήριο την οικονομική τους χρησιμότητα στην Ελλάδα. Από τους πολυάριθμους μουσουλμάνους οι οποίοι επικαλέστηκαν ότι είχαν προσφέρει «υψηλές υπηρεσίες στον Ελληνισμό», μόνο λίγοι κατόρθωσαν να αποφύγουν την Ανταλλαγή: «έμπιστος του Βενιζέλου», «μυστικός πράκτορας», «προστάτευσε χριστιανούς», «εξήρε το μίσος ομοθρήσκων του», «πολέμησε στη Μ.Ασία εναντίον των Τούρκων», «φιλέλλην ο οποίος κινδυνεύει στην Τουρκία», «απαραίτητος για ανασκαφές στην Κρήτη», αποτελούν ενδεικτικές περιπτώσεις τις οποίες το Υπουργικό Συμβούλιο αιτιολόγησε ως εξαιρετικές και τις οποίες ενέκρινε. Ωστόσο, η σημαντικότερη εξωσυμβατική εξαίρεση αφορά τους πολυπληθείς αλβανόφωνους μουσουλμάνους. Ύστερα από μακρές διαπραγματεύσεις, η Μεικτή Επιτροπή αποφάσισε στις 14 Μαρτίου 1924 να εξαιρέσει και τους μουσουλμάνους αλβανικής καταγωγής της Ελλάδας σύμφωνα με σχετική πρόταση της Αλβανίας και της Ελλάδας. Ο Τούρκος αντιπρόσωπος Riza Nur μπέης επίσης αναγνώρισε ότι οι Αλβανοί έπρεπε να εξαιρεθούν από την Ανταλλαγή και απέσυρε την πρόταση για ανταλλαγή «Ελλήνων πολιτών τουρκομουσουλμανικής θρησκείας». Ο Έλληνας αντιπρόσωπος Κακλαμάνος είχε ήδη δηλώσει ότι οι μουσουλμάνοι της Ηπείρου θα έπρεπε να εξαιρεθούν, καθώς «αν και είναι ομόθρησκοι με τους Τούρκους δεν είναι με κανέναν τρόπο ομοεθνείς».[24]

Κατά τις διαπραγματεύσεις της ανταλλαγής, ουδέποτε ετέθη θέμα «Αλβανών» για τους Αρβανίτες της Θράκης, ούτε από την Τουρκία, ούτε από την Ελλάδα, ούτε από την Αλβανία, ούτε φυσικά από τους ίδιους τους Αρβανίτες. Έτσι, αποδεικνύεται το άτοπο των φανταστικών θεωριών του αλβανικού εθνικισμού και η πλήρης αντιδιαστολή αυτών των θέσεων με την ιστορική πραγματικότητα. Οι Αρβανίτες ουδέποτε θεωρήθηκαν ως εθνική ή άλλου είδους μειονότητα και καμία διεθνής ή διμερής συνθήκη, από καταβολής του ελληνικού κράτους, δεν τους θεώρησε ως κάτι διαφορετικό από τον ελληνισμό.[25]

Στη συνέχεια του κειμένου της wikipedia γίνεται αναφορά στον αυτοπροσδιορισμό των Αρβανιτών της Θράκης και προσπάθεια να αποδοθεί σε αυτόν αναδρομικά εθνικό περιεχόμενο: «Είναι γνωστοί ως Αρβανίτες, ένα όνομα που χαρακτηρίζει όλους τους αλβανικής καταγωγής πληθυσμούς της Ελλάδος, αλλά αυτό πρωτίστως αφορά τη νότια ομάδα των Arbërëshe. Οι αλβανόφωνοι της Δυτικής Θράκης και της Μακεδονίας χρησιμοποιούν τον κοινό [σ.σ. με τους Αλβανούς] αυτοπροσδιορισμό, Σκιπτάρ». Εδώ, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τεχνηέντως τον όρο «Σκιπτάρ» για να αποδώσει εθνικότητα στους Αρβανίτες της Θράκης. Τα ίδια γράφει και η έκθεση του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι: «Όσον αφορά τους Αρβανίτες της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας, αυτοί θεωρούνται ότι είναι τμήμα του σύγχρονου αλβανικού έθνους, κάτι το οποίο εξηγεί τον αυτοπροσδιορισμό τους ως Shqiptars και όχι ως Arberor».[26] Οι αλβανόφωνοι χριστιανοί της Ηπείρου όταν έφυγαν από το Βιθκούκι και τα γύρω χωριά, κυνηγημένοι από τους -υποτίθεται- συμπατριώτες τους Τουρκαλβανούς, ήρθαν στη Θράκη ως μέλη του «ρωμαϊκού» γένους, ως χριστιανοί ορθόδοξοι και μέτοχοι της ελληνορθόδοξης θρησκευτικής παράδοσης και παιδείας. Ο αυτοπροσδιορισμός τους ως «Σκιπτάρ» δεν είχε ποτέ εθνικό πρόσημο παρά μόνο γεωγραφικό ή γλωσσικό και γι’αυτό τον διατηρούν ως σήμερα -«Ουν γιαμ σκιπτάρ» λένε ακόμη και σήμερα οι Αρβανίτες στη Θράκη, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι έχουν αλβανική εθνική συνείδηση. Έτσι, είναι άστοχη και αυθαίρετη η εθνική ένταξη των Αρβανιτών της Θράκης στο αλβανικό έθνος, λόγω της χρήσης εξ αυτών ενός όρου που όταν υιοθετήθηκε δεν έφερε «εθνικό» φορτίο. Είναι σαν να λέμε ότι οι χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν Ρωμαίοι (δηλαδή με λατινική καταγωγή) επειδή οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν ως «Ρωμαίοι/Ρωμιοί» ή σαν να λέμε ότι οι σημερινοί «Έλληνες» είναι παγανιστές ή δωδεκαθεϊστές επειδή έτσι χαρακτηρίζονταν επί πολλούς αιώνες από τους βυζαντινούς. Η χρήση του όρου «Σκιπτάρ» θα πρέπει να ιδωθεί και να ερμηνευτεί με βάση τα δεδομένα της εποχής διότι δημιουργεί σύγχυση και οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα: «Διαφωτιστική είναι η ανάλυση του ζητήματος από τον απεσταλμένο της ελληνικής κυβέρνησης στο Αργυρόκαστρο Ν.Σίνη σε ανέκδοτη έκθεση της 18-11-1908: «Προ ετών, και σήμερον έτι, ο αλβανόφωνος Χριστιανός, λέγων «είμαι Αλβανός» έλεγε και λέγει τούτο απλώς και μόνον ένεκα της μητρικής του γλώσσης… Σήμερον εν τούτοις το πράγμα διαφέρει… Αι αλβανικαί ιδέαι, γενικευόμεναι παρά τοις Αλβανοίς, στραφείσαι δ’εν τοις διαμερίσμασι τούτοις προς κατάστασιν πραγμάτων και πνευμάτων οξυτάτου φανατισμού και σύστημα σκέψεων αυτόχρημα μισελληνικόν […] ο πρώην ελληνικώτατος Αλβανόφωνος δέον να λέγη μόνον ότι είναι Έλλην, ή, αν τω ζητηθή η ιδιαιτέρα πατρίς, ότι είναι Ηπειρώτης».[27]

Οι κάθε λογής αυτοπροσδιορισμοί θα πρέπει να εντάσσονται και να αναλύονται με βάση τα ιστορικά συμφραζόμενά τους και πάντοτε η θεώρησή τους πρέπει να γίνεται οριζόντια και όχι με αυθαίρετους κάθετους αναδρομικούς προβολισμούς και με κριτήρια μεταγενέστερων εποχών. Στο σημείο αυτό, οι συντάκτες της Wikipedia και του Παρατηρητηρίου του Ελσίνκι, ή δεν γνωρίζουν ιστορία και έτσι κινούνται σε ένα πλαίσιο ευσεβών πόθων και τηλεκατευθυνόμενων συμπερασμάτων, ή γνωρίζουν ιστορία και την παραποιούν εσκεμμένα, αρνούμενοι να δεχτούν το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό των υπό εξέταση κοινοτήτων- το δε Παρατηρητήριο του Ελσίνκι είναι υποτίθεται προστάτης των μειονοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο εκφυλίζονται σε φερέφωνα ενός ακραίου εθνικισμού που προσιδιάζει στις θεωρίες του Soury, του Fichte και του ναζισμού.[28] Σχετικά με τις αυτοπροσδιοριστικές τάσεις εν σχέσει με τη γλώσσα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν κάποιες περιπτώσεις που ανέκυψαν μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και λύθηκαν από τη διεθνή κοινότητα μέσω δημοψηφισμάτων. Λόγω της μακραίωνης ύπαρξης των αυτοκρατοριών οι οποίες αποτελούσαν ένα μωσαϊκό γλωσσικών, εθνοτικών και θρησκευτικών συσσωματώσεων χωρίς αυτές οι ομαδώσεις να διαχωρίζονται εδαφικά, τα προβλήματα που προέκυψαν από τη δημιουργία των εθνικών κρατών ήταν τεράστια, ειδικά όσον αφορά το θέμα των πάσης φύσεως μειονοτήτων οι οποίες εγκλωβίστηκαν εδαφικά μέσα στα κράτη που δημιουργήθηκαν και εξαιτίας αυτών έγιναν πόλεμοι απίστευτης αγριότητας.

Μετά τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και την (ανα)διανομή των εδαφών των πρώην αυτοκρατοριών, υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι μειονότητες εκλήθησαν μέσω δημοψηφισμάτων να επιλέξουν αν επιθυμούσαν να ενωθούν με τη χώρα στην οποία επιδικάστηκε η περιοχή τους ή με την ομόγλωσση γειτονική. Τα αποτελέσματα αυτών των δημοψηφισμάτων ίσως σήμερα να ακούγονται παράδοξα, όμως, αν συνεκτιμηθούν οι τότε περιστάσεις και ιδιαιτερότητες, είναι φυσιολογικά. Μέσα από αυτά τα δημοψηφίσματα, και εν μέσω ισχυρής προπαγάνδας των αντιδίκων κρατών προς τους διεκδικούμενους αγροτικούς πληθυσμούς, οι σλαβόφωνοι της Ανατολικής Πρωσίας ψήφισαν ένωση με την Πρωσία/Γερμανία και όχι με την ομόγλωσση Πολωνία,[29] οι σλοβενόφωνοι της Καρινθίας επέλεξαν να ενωθούν με την Αυστρία και όχι με το«Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων» [30] και οι γερμανόφωνοι της πόλης Σόπρον ψήφισαν ένωση με την Ουγγαρία και όχι με τη γειτονική Αυστρία.[31]

Όσον αφορά δε τον ετεροπροσδιορισμό των Αρβανιτών, η ελληνικότητά τους δεν αμφισβητήθηκε ποτέ και από κανέναν στην Ελλάδα. Αν κάτι τέτοιο είχε συμβεί, τότε απλά η Ελλάδα θα τους είχε απομακρύνει -για λόγους εθνικής ασφαλείας- από τα ελληνοτουρκικά σύνορα (όπου ζούνε πολλοί από αυτούς ακόμη και σήμερα) της Δυτικής Θράκης, όπως είχε κάνει κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1922) με τους Βούλγαρους[32] και μετά το 1922 με τους μουσουλμάνους του Έβρου: «Στη δεκαετία 1922-1932 αυθαιρεσίες και στις δύο πλευρές ώθησαν σε μετανάστευση πολλούς τύποις εξαιρεθέντες. Η έκταση της εξαίρεσης περιορίστηκε, με την άσκηση έμμεσης ή άμεσης βίας, άτυπα και στις δύο χώρες. Οι μουσουλμάνοι του σημερινού Έβρου, οι οποίοι παρέμειναν ή μετανάστευσαν εκ νέου πίσω στα χωριά τους ύστερα από τη βουλγαροτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών του 1913, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και πάλι στην αντίπερα όχθη του ποταμού (δηλ. στην Τουρκία) για λόγους «εθνικής ασφάλειας» της Ελλάδας.[33] Παρόμοια, η Τουρκία απέλασε χιλιάδες Ρωμιούς από την Κωνσταντινούπολη την περίοδο 1926-1928, πριν οριστικοποιηθεί το περιεχόμενο του όρου «établis».[34] «Οι παραβιάσεις ξεκίνησαν ήδη με την εφαρμογή της Σύμβασης. […] και η Τουρκία και η Ελλάδα κατέβαλαν προσπάθειες να εκτοπίσουν τους établis που αποτελούσαν πλειοψηφία σε συγκεκριμένες στρατηγικές περιοχές. Η Ελλάδα τους εκδίωξε αμέσως από το τμήμα στα σύνορά της με την Τουρκία (στον Έβρο) και η Τουρκία από την Ίμβρο και την Τένεδο λίγα χρόνια αργότερα. Στην Ελλάδα […] η περιοχή του Έβρου εκκενώθηκε από τους Μουσουλμάνους-Τούρκους και εγκαταστάθηκαν οι πρόσφυγες Ρωμιοί[…]».[35]

 

Πηγή: Δημήτρης Δαλάτσης, Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης (υπό έκδοση), σσ.548-58.

 


[1] Όψιμες αλυτρωτικές διεκδικήσεις του επίσημου αλβανικού κράτους συναντά κανείς το 1994, όπου «Ο Αλβανός Υπουργός Εξωτερικών απαντά στις αιτιάσεις της τότε Δ.Α.Σ.Ε. [Διάσκεψη για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη] για την ελληνική μειονότητα –εκτός των άλλων- και με την κατάσταση των εναπομείναντων Τσάμηδων («those who could remain»), Αλβανών που μένουν σε άλλες περιοχές στην Ελλάδα και των Αρβανιτών (της Νότιας Ελλάδας), όπου σε όλους αυτούς όχι μόνο τους αρνείται η Ελλάδα την παρουσία, αλλά και την επιβεβαίωση (affirmation) της εθνικής τους ταυτότητας» (CSCE, Secretariat, Department for Conference Services, CSCECommunication No.35, Vienna, 14 November 1994. Letter of the CSCE High Commissioner on National Minorities to the Acting Minister for Foreign Affairs of the Republic of Albania (His Excellency Mr Arian Starova) (The Hague, 2 Nov.1994) και η απάντηση του δεύτερου στον Max van der Stoel. Παρατίθεται στο Λάμπρος Μπαλτσιώτης, Η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας: μια προσπάθεια προσέγγισης σε μια μεταβατική κοινωνία, στο Η ελληνική μειονότητα της Αλβανίας, Κ.Ε.Μ.Ο., Αθήνα 2003, σσ.60-1).

[2] Το πρωτότυπο κείμενο έχει ως εξής: «Albanian-speakers form a linguistic minority in Greek Macedonia and Western Thrace along the border with Turkey. They speak the Northern Tosk subbranch of Tosk Albanian and are descendants of the Albanian population of Eastern Thrace who migrated during the Population exchange between Greece and Turkey in the 1920s. They are known in Greece as Arvanites, a name applied to all groups of Albanian origin in Greece, but which primarily refers to the southern dialectological group of Arbëreshë. The Albanian-speakers of Western Thrace and Macedonia use the common Albanian self-appellation, Shqiptar.History: During the Ottoman Empire, Albanian communities migrated towards today’s European Turkey (Eastern Thrace), especially near Istanbul. Many Muslim Albanians achieved high office in Ottoman society and many of them, most notably the Köprülü family, became Grand Viziers of the Empire. The majority of the Albanian emigration came from Northern Kosovo and the Korça region of Albania. Descendants of this immigrants would later play an important role in the National Renaissance of Albania. The number of Albanians that resided in the region is unknown, as statistical data of the Ottoman Empire were based on religious identification (millets). Thus, the Orthodox Albanians were part of the Rûm millet, while Muslims were categorised alongside Turks. Among this population, Orthodox Albanians in Eastern Thrace resided in partly homogeneous communities, either villages or neighborhoods,and were mainly descendants of immigrants from the Korça region. At the conclusion of the Greco-Turkish War of 1919–1922, Greece and Turkey signed the Treaty of Lausanne, which included a population exchange between the two countries. The treaty used religion as the indicator of national affiliation, thus including populations without ethnic provisions, even Albanians, in the population exchange. Under this treaty the Muslims of Greece were exchanged with the Christians of Turkey, with an exception of the Muslims of Western Thrace and the Christians of Istanbul. Under this provision, the Albanian Orthodox community of Eastern Thrace, was re-accommodated in Western Thrace, where they settled mainly in new and ethnically homogeneous villages built in order to receive the refugees. Today, this population lives in the same villages, but a part emigrated to bigger towns such as Thessaloniki and Athens, making the Albanian language less used. The direct descendants of the prominent Albanian writer and politician, Fan Noli, who was born in Eastern Thrace, today live in the Greek part of the region» (πηγή: http://en.wikipedia.org/wiki/ Albanian-speakers_of_Western_Thrace ).

[3] «Το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου του «ανταλλάξιμος» είναι σαφώς διαφορετικό από το ευρύτερο του «πρόσφυγα» ή του διπλωματικού όρου «μετανάστης» της Συνθήκης της Λοζάνης, και συνεπώς απαιτεί διαφορετικό χειρισμό στην πραγμάτευσή του. […] «Πρόσφυγας» ήταν αυτός που έφτασε στην Ελλάδα αμέσως μετά την ήττα του ελληνικού στρατού και την καταστροφή της Σμύρνης, το Σεπτέμβριο του 1922. «Ανταλλάξιμος»/μουατζίρης και «ματζίρης» ήταν αυτός που διετάχθη από το γράμμα της Συνθήκης της Λοζάνης να «μεταναστεύσει» και αναχώρησε οργανωμένα υπό την εποπτεία της Διεθνούς Μεικτής Επιτροπής από τον Οκτώβριο του 1923 ως το 1925» (Ευαγγελία Μπαλτά, Ιστορία και ιστοριογραφία για τους ανταλλάξιμους, στο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης (επιμ.),Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών, Πτυχές μιας εθνικής σύγκρουσης, Κ.Ε.Μ.Ο., Αθήνα 2006, σσ.98-9).

[4] Πολλοί Αλβανοί λόγιοι και πολιτικοί είχαν άγνοια σχετικά με την διασπορά των αλβανοφώνων εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ακόμη και στα «ρευστά» χρόνια όπου θα μπορούσε το αλβανικό κράτος να διεκδικήσει αυτούς τους πληθυσμούς. Όσον αφορά τη Θράκη, ο ConstantinChekrezi έγραφε στα 1919: «Στη Θράκη και στην περιοχή της Κωνσταντινούπολης υπάρχει ένας αριθμός τυπικών αλβανικών χωριών τα οποία είναι διάσπαρτα στην περιοχή και δεν επικοινωνούν μεταξύ τους» (Constantine Chekrezi, Albania, past and present, New York, 1919, σ.210. Σε άλλο σημείο, ο Chekrezi, αναφέρει ότι το Ιμπρίκ Τεπέ/Κιουτέζα είναι «αλβανική αποικιακή εγκατάσταση»(ό.π., σ.229)).

[5] Α.Υ.Ε. Φ.37/13/28/20.4.1844. Παρατίθεται στο Καλλιόπη Παπαθανάση-Μουσιοπούλου,Ελληνικά Προξενεία στη Θράκη, Αθήνα 1976, σ.218.

[6] Καλλιόπη Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Ελληνικά Προξενεία στη Θράκη, ό.π., σσ.217-20. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί για τους Τουρκαλβανούς τον όρο «Αρβανίτες». Ο όρος αυτός άλλοτε σήμαινε τους χριστιανούς και άλλοτε τους μουσουλμάνους αλβανόφωνους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται εκ των υστέρων αρκετά προβλήματα στην κατανόηση πολλών κειμένων του 19ουαιώνα.

[7] «Κατόπιν συνεννοήσεως μετά Στρατιάς εκανονίσθη ως εξής τρόπος αποχωρήσεως επιθυμούντων τούτο εκ χριστιανικών πληθυσμών Ανατ.Θράκης, οίτινες παρά πάσαν οδηγίαν ήρξαντο πανικόβλητοι αναχωρούντες» (Αναφορά του Γενικού Διοικητή Θράκης Γ.Κατεχάκη προς το Υπουργείο Περιθάλψεως και προς τον πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου, Γεραγάς, ό.π., σ.160). Τον εθελοντικό χαρακτήρα της μετανάστευσης τόνιζε και το Υπουργείο Στρατιωτικών σε επικοινωνία του με τη Διοίκηση Στρατιάς Θράκης: «Κατόπιν 16297 κρυπτογρ. τηλεγραφικής καίτοι πεπεισμένος περί λήψεως σχετικών μέτρων υφ’υμών επί κάτωθι ζητημάτων, παρακαλώ ενταθώσι προσπάθειαι: 1) Επιτευχθή η εξ Ανατολικής Θράκης αποχώρησις των επιθυμούντων ομογενών αποκομιζόντων κινητή περιουσία των[…]»(Υπουργείο Στρατιωτικών, Επιτελική Υπηρεσία Στρατού, Γραφείον ΙΙΙ /τμ.β’, Αρ.Πρωτ.16302/7.10.1922. Α.Υ.Ε. 1923, Φ.93/υποφ.4/τμ.2. Αρ.Πρωτ.11089/11.10.1922). Ο Βενιζέλος σε τηλεγράφημά του έγραφε λίγο πριν την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης: «Νομίζω ότι Κυβέρνησις θα διέπραττεν έγκλημα αν απέτρεπε πληθυσμούς Ανατολικής Θράκης θέλοντας να μεταναστεύσωσι. Βεβαίως εάν ήτο δυνατόν να ασφαλισθή ζωή και περιουσία αυτών μέχρι της συνομολογήσεως ειρήνης θα ευρισκώμεθα εις καλυτέραν θέσιν όπως διαπραγματευθώμεν ανταλλαγήν πληθυσμών κατά συνομολόγησιν. Αλλά είνε απολύτως βέβαιον ότι αιρομένου μετά τριάκοντα ημέρας παντός συμμαχικού ελέγχου επί Τουρκικής διοικήσεως Θράκης, Τούρκοι θα διαρπάσωσι κινητάς περιουσίας ομογενών και θα εκδιώξωσιν αυτούς γυμνητεύοντας και αθλίους. Ενθυμηθείτε τι έγινεν εις παραμονάς μεγάλου πολέμου. Τούτο σήμερον θα επαναληφθή με μείζονα αγριότητα ως εκ της περιφρονήσεως ην Τούρκοι τρέφουσι προς τας Μεγάλας Δυνάμεις. Δια τούτο είνε ανάγκη διευκολύνωμεν διά παντός τρόπου ομογενείς να απέλθωσιν αποκομίζοντες κινητήν περιουσίαν των πριν ή απέλθη στρατός.[…] Μη πλανάσθε. Ανατολική Θράκη εχάθη οριστικώς διά Ελληνισμόν[…]» (Ελληνική Πρεσβεία Λονδίνου, Αρ.Πρωτ.3417/3-16.10.1922. Α.Υ.Ε. 1922, Φ.8/υποφ.4. Αρ.Πρωτ.10673/4.10.1922).

[8] Σταύρος Γιωλτζόγλου, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις (1922-1930). Θεσσαλονίκη: Διδακτορική διατριβή, Α.Π.Θ. 2006, σσ.84,96, 101-2. Κώστας Γεραγάς, Αναμνήσεις εκ Θράκης 1920-1922,Αθήνα, 1925, σ.161. «Την 28 Αυγούστου υπεγράφη μεταξύ των συμμάχων Δυνάμεων και της κυβερνήσεως της Αγκύρας πρωτόκολλον, καθ’ ό η Ανατολική Θράκη μετά της Αδριανουπόλεως απεδίδοντο εις την κυβέρνησιν της Αγκύρας υπό τους εξής όρους: α) να καθορισθή η γραμμή πέρα της οποίας αι εν Θράκη ελληνικαί δυνάμεις θα κληθώσιν όπως αποσυρθώσι. β) να καθορισθή ο τρόπος της εκκενώσεως υπό των ελληνικών στρατευμάτων και της ελληνικής διοικήσεως και ο τρόπος της εγκαταστάσεως των υπαλλήλων και της χωροφυλακής της μεγάλης τουρκικής Εθνοσυνελεύσεως εις τα εδάφη ταύτα. γ) να εξασφαλισθή ο έλεγχος της περιφερείας ταύτης, κατά την μεταβατικήν περίοδον, προς τον σκοπόν της διατηρήσεως της τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας» (Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους: από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1930 (προσθήκες, σημειώσεις και βελτιώσεις υπό Παύλου Καρολίδου), ό.π., τόμ. έκτος, μέρος β’, Αθήνα 1932, σ.330).

[9] Ο Πάλλης πρότεινε το εξής: «Υποβάλλω ευλαβώς γνώμην ότι πληρεξούσιοι και υπάλληλοι Θράκης δέον να παρακινήσωσι πληθυσμόν παραμείνη διότι παρ’ενδεχομένους κινδύνους παραμένοντες έχουσι στέγην και τροφήν εξησφαλισμένην ενώ εν Ελλάδι όπως γνωρίζετε κατάστασις προσφύγων απελπιστική» (Τηλεγράφημα Χ.Σιμόπουλου προς Ελ.Βενιζέλο, Αρ.πρωτ. 4909/Κωνσταντινούπολη 3/15.10.1922. Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φ.030/6. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος», Ψηφιακό αρχείο:http://www.venizelosarchives.gr).

[10] Σε τηλεγράφημά του προς τον Ελ.Βενιζέλο, ο Ευθύμιος Κανελλόπουλος, Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Κροκιδά, ανέφερε: «Εξ άλλου παραμονή ελληνικών πληθυσμών εν τη Ανατολική Θράκη υπό Τουρκικήν Κυριαρχίαν εκθέτει αυτούς εις προσεχές ή απώτερον μέλλον εις διωγμούς και πιέσεις αποσκοπούσας εις συστηματικήν και εσκεμμένην εξόντωσιν εκτός αν ήθελον παρασχεθή σοβαραί εγγυήσεις και εφαρμοσθή πράγματι μέτρα προς προστασίαν αυτών. Αν υπάρχη τοιαύτη ελπίς προτιμώτερον θα ήτο συστηθή εις τους πληθυσμούς να αναστείλωσιν ή να μη επισπεύσωσι την αθρόαν έξοδον περιοριζόμενοι εις αποχώρησιν των μάλλον εκτεθέντων αν μάλιστα επετυγχάνετο όπως παραταθή μέχρι της συνάψεως τελικής ειρήνης[…]» (Τηλεγράφημα Ε.Κανελλόπουλου προς τον Ελ.Βενιζέλο, Αρ.πρωτ.65/Αθήνα 3/15.10.1922. Μουσείο Μπενάκη, Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου, Φ.030/7. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος», Ψηφιακό αρχείο: http://www.venizelosarchives.gr)

[11] Το «Σύμφωνο για την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας» το οποίο υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923, στη συνέχεια κατέστη μέρος της Συνθήκης της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου του ίδιου έτους δυνάμει του άρθρου 142 της τελευταίας.

[12] Ελληνικό Παρατηρητήριο των συμφωνιών του Ελσίνκι-Ελληνική ομάδα για τα δικαιώματα των μειονοτήτων (Greek Helsinki Monitor- Minority Rights Group-Greece), The Arvanites, General dataon the language. www.greekhelsinki.gr.

[13] Εύστοχα θέτει o Bruce Clark το ιδεολογικό πλαίσιο στο οποίο θα εκινείτο ο τουρκικός και ελληνικός εθνικισμός μετά την ανταλλαγή: «Ήταν πολύ πιο εφικτό να δημιουργηθεί μία νέα, πολιτιστικά και εθνικά ενιαία κοινότητα –μια κοινότητα Ελλήνων πολιτών ας πούμε, ή Τούρκων πολιτών- αν η «πρώτη ύλη» της κάθε μιας ήταν ομόθρησκη. Με άλλα λόγια, προκειμένου να δημιουργηθούν κράτη στα οποία ο ρόλος της θρησκείας ως ρυθμιστικού παράγοντα θα ήταν λιγότερο σημαντικός, έπρεπε πρώτα να συγκεντρωθούν όσοι είχαν κοινή πίστη –και να απομακρυνθούν όσοι δεν είχαν» (Bruce Clark, Δύο φορές ξένος, Αθήνα 2007, σ.35).

[14] Στις οδηγίες που έστειλε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών στις 25.10.1923 στις υποεπιτροπές που είχαν συσταθεί προς εξακρίβωση της αλβανικής ή μη καταγωγής των Τσάμηδων δινόταν ο ορισμός των εξαιρεθέντων της ανταλλαγής: «Θεωρούνται αλβανικής καταγωγής και εξαιρετέοι οι κατοικούντες εν Ελλάδι μουσουλμάνοι Έλληνες υπήκοοι που δεν έχουν τουρκική συνείδησιν και οι οποίοι εγεννήθησαν είτε εις την σημερινήν Αλβανίαν, είτε εις την Ελλάδαν εκ πατρός γεννηθέντος εις την σημερινήν Αλβανίαν» (Α.Υ.Ε. 1923, ΚτΕ/ΑΠ 17,18, α.π. 31475. Παρατίθεται στο Λένα Διβάνη, Ελλάδα και μειονότητες, Το σύστημα διεθνούς προστασίας της κοινωνίας των Εθνών, Αθήνα 1995 (β’έκδ.), σ.224, υποσ.14).
[15] Γιώργος Μαυρογορδάτος, Εθνικές μειονότητες, στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα,Αθήνα 2003, τόμ. Β’ μέρος 2ο, σ.12.

[16] Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Μουσουλμανικές κοινότητες στην Ελλάδα πριν και μετά το 1923: Δικαιικές συνέχειες και ιδεολογικές ασυνέπειες, στο Η Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σ.378. Οι διάσπαρτες αυτές μικρο-ομάδες των αλβανόφωνων μουσουλμάνων της Μακεδονίας αφομοιώθηκαν ή εγκατέλειψαν την Ελλάδα (ό.π., σ.379).

[17] «Members of the Greek Orthodox religion and of Albanian origin in Turkey should be exempted from the exchange on two grounds, because they were not members of the Greek minority in Turkey according to the meaning of the Convention, and in reciprocity to the exclusion from the exchange of Moslems of Albanian origin in Greece. The Turkish delegation in the four cases that were presented was not willing to take this view, but the Commission decided in favor of the exemption» (Stephen Ladas, The exchange of minorities. Bulgaria, Greece and Turkey, New York 1932, σ.384. Commission Mixte,Procès verbaux V, 65th meeting, 16.8.1924).

[18] Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Ανιχνεύοντας το ιστορικό και ιδεολογικό υπόβαθρο της Ανταλλαγής, στο Η Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.30-1. Commission Mixte pour l’èchange des populations grecques et turques, Dècision XXXV, σ.78, Αρχείο Αλ.Πάλλη, Φάκελλος 8. Οι ανωτέρω πηγές παρατίθενται στο Τσιτσελίκης, ό.π., σ.38. Βλ.και Clark, ό.π., σ.127.

[19] Δ’ Σώμα Στρατού, ΙΙον Επιτελ.Γραφείον, Αριθ.Ε.Π. 11658/4312/2/21.11.1922. Α.Υ.Ε. 1923/Φ.7/υποφ.2/τμ.2.

[20] Οι Γκαγκαβούζηδες, «ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής το 1924, πήραν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Η εγκατάστασή τους αυτή τη φορά στα ελληνικά εδάφη ήταν μόνιμη» (Χρήστος Κοζαρίδης, Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες, Κομοτηνή, 2009, οπισθόφυλλο).

[21] Ευάγγελος Αυδίκος, Χάλασε το χωριό μας χάλασε. Ιστορίες περί ακμής και πτώσης στη Λευκίμη Έβρου, Αλεξανδρούπολη 2002, σ.200.

[22] Οι Ζαλουφιώτες έγραφαν προς την ελληνική κυβέρνηση: «[…] εφιλοτιμήθημεν να έχωμεν υπ’όψιν τα ύψιστα συμφέροντα της πατρίδος και του έθνους μας[…]», «[…]επροτιμήσαμεν την φυγήν διά της ενεργείας των Πατριαρχείων εις το ελεύθερον χώμα των προγόνων μας[…]», «[…] και να φύγωμεν ενταύθα εις το ελεύθερον χώμα» (Επιστολές (2) Ζαλουφιωτών προς Υπουργείο Εξωτερικών, 17.3.1914. Α.Υ.Ε. 1914, Φ.Β/44 (Περί Θράκης)).

[23] Τσιτσελίκης, ό.π., στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.23-4. «[…] είκοσι τέσσερις τοπικοί ηγέτες μουσουλμάνων της Ρούμελης που ζούσαν στις περιοχές της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Δυτικής Θράκης και της Αττικής […] έλεγαν το ίδιο πράγμα: «[…] σας παρακαλούμε να εγκαταλείψετε αυτή την ιδέα περί ανταλλαγής πληθυσμών. Εμείς ζούμε με τους Έλληνες σαν αδέρφια αιώνες τώρα. Δεν μας ενοχλούν στα τζαμιά ή στα σχολεία μας. Ζούμε σε καθεστώς ισότητας με τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες. Μη μας πάρετε από τον τόπο μας και την πατρίδα μας. Μη μας χωρίσετε από τους γείτονες και τους φίλους μας» (Ayhan Aktar, Το πρώτο έτος της ελληνοτουρκικής ανταλλαγής πληθυσμών: Σεπτέμβριος 1922-Σεπτέμβριος 1923, στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σ.136).

[24] Τσιτσελίκης, ό.π., στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.27-8.

[25] Οι Αρβανίτες δεν συμπεριελήφθησαν σε καμία συνθήκη περί μειονοτήτων: Το 1830, με το 3οΠρωτόκολλο του Λονδίνου της 3.2.1830, η Ελλάδα δεσμεύτηκε για τη θρησκευτική, αστική και πολιτική ισότητα στους καθολικού δόγματος κατοίκους της Ελλάδος. Η προστασία των καθολικών επεκτάθηκε και στα Ιόνια νησιά με το άρθρο 4 της Συνθήκης του Λονδίνου της 29.3.1864. Το 1881, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, η τελευταία δεσμεύθηκε για τη θρησκευτική ελευθερία και την κοινοτική αυτονομία των μουσουλμάνων της Θεσσαλίας με την ελληνοτουρκική συνθήκη της Κωνσταντινούπολης που υπεγράφη στις 2.7.1881. Οι επόμενοι μειονοτικοί όροι περιέχονταν στις επιστολές που αντήλλαξαν ο Βενιζέλος και ο Μαγιορέσκου (Πρωθυπουργός της Ρουμανίας) στο Βουκουρέστι στις 5.8.1913 και για πρώτη φορά αφορούσαν γλωσσική (ή κατ’άλλους εθνική) μειονότητα, τους ρουμανίζοντες Κουτσόβλαχους. Με το άρθρο 11 της Σύμβασης των Αθηνών που υπεγράφη στις 14.11.1913 εξασφαλίζονταν η θρησκευτική ελευθερία και η κοινοτική αυτονομία των Μουσουλμάνων των Νέων Χωρών. Με τη συνθήκη των Σεβρών (10.8.1920) η Ελλάδα εγγυήθηκε την προστασία των μειονοτικών πληθυσμών των προσαρτηθεισών περιοχών. Στο Άρθρο 86 της εν λόγω συνθήκης αναφερόταν ότι «η Ελλάς αποδέχεται, δεχομένη και την εν ιδιαιτέρα Συνθήκη καταχώρισίν των, τας αποφάσεις εκείνας, αίτινες θα κριθώσιν αναγκαίαι, ιδίως ως προς την Αδριανούπολιν, προς προστασίαν εν Ελλάδι των συμφερόντων των κατοίκων οίτινες διαφέρουσι της πλειονότητος του πληθυσμού ως προς την φυλήν, την γλώσσαν ή την θρησκείαν»(Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ των συμμάχων και συνησπισμένων δυνάμεων και της Τουρκίας. Υπογραφείσα εν Σέβραις τη 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920. Εθνικό Τυπογραφείο Αθήνα 1920,σ.24. Διβάνη, ό.π., σσ.75,81,88-9).

[26] Ελληνικό Παρατηρητήριο των συμφωνιών του Ελσίνκι, ό.π..

[27] Μιχάλης Κοκολάκης, Το Ύστερο Γιαννιώτικο Πασαλίκι. Χώρος, διοίκηση και πληθυσμός στην Τουρκοκρατούμενη Ήπειρο (1820-1913), Αθήνα 2003, σσ.58-9, υποσ.71.

[28] «Για τον καθηγητή της Σορβόννης Jules Soury, ο κόσμος των κοινωνιών διοικείται από σιδερένιους, μοιραίους νόμους. Η ελευθερία επιλογής είναι μύθος, όπως και η έννοια του ηθικού ανθρώπου.[…] Σύμφωνα με τον Jules Soury «οι νόμοι της μοίρας» κυβερνούν τον κόσμο. Οι άνθρωποι δεν έχουν ηθική υπόσταση, ούτε αποτελούν υποκείμενα της ιστορίας αλλά απλώς υποχείριά της. Η ανθρώπινη συνείδηση δεν παίζει κανέναν ρόλο, ούτε ο νους και η σκέψη» (Πέτρος Θεοδωρίδης, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας. Έθνος, νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Θεσσαλονίκη 2004, σ.90). «Στη θεωρία του Fichte το γερμανικό έθνος ως «συλλογικό εγώ» αποτελεί και προνομιακό είδωλο όλης της ανθρωπότητας και αναλαμβάνει το μέλλον της. […] Το πρώτο από τα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν αυτό του «γενετικού προσδιορισμού του έθνους», η πίστη δηλαδή ότι κάθε Γερμανός είναι γενετικά δεμένος με το έθνος του και δεν μπορεί ποτέ να αρνηθεί την ταυτότητά του, επειδή αυτή αποτελεί ένα αναπόδραστο πεπρωμένο»(Θεοδωρίδης, ό.π., σσ.82-3).

[29] Παρ’ότι στην Ανατολική Πρωσία υπήρχαν πολλοί σλαβόφωνοι, το ποσοστό του δημοψηφίσματος που έλαβε χώρα στις 11.7.1920 ήταν συντριπτικό υπέρ της παραμονής της περιοχής στην Δημοκρατία της Βαϊμάρης: 92% ήταν το ποσοστό στην περιφέρειαAllenstein/Olsztyn και επίσης 92% στην περιφέρεια Marienweider/Kwidzyn. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πόλη Sthuhm/Sztum, στην οποία οι σλαβόφωνοι ήταν 42%, μόλις το 19,7% ψήφισε υπέρ της ένωσης με την Πολωνία.

[30] H Καρινθία (Kärnten) είναι ένα από τα εννιά ομόσπονδα κρατίδια (bundesländer) της Αυστρίας. Έχει έκταση 9.538 τ.χλμ. και πληθυσμό 559.019 κατοίκους. Είναι το μοναδικό κρατίδιο της χώρας που είναι επίσημα δίγλωσσο με δεύτερη γλώσσα τα σλοβενικά. Μετά την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και σε εφαρμογή της συνθήκης του Saint-Germain (10.9.1919), θα διεξαγόταν δημοψήφισμα σχετικά με το αν η Καρινθία θα αποτελούσε έδαφος της Αυστρίας ή του «βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων». Η περιοχή χωρίστηκε σε δύο ζώνες για το δημοψήφισμα. Στη ζώνη Α, σύμφωνα με την αυστριακή απογραφή του 1910, οι σλοβενόφωνοι αποτελούσαν το 70% των κατοίκων. Στο δημοψήφισμα που διεξήχθη στις 10.10.1920, το 59,1% (22.025 ψήφοι) επέλεξε να ενσωματωθεί η Καρινθία στην Αυστρία, έναντι ποσοστού 40,9% (15.279 ψήφοι) που ψήφισε υπέρ της ένωσης με το «βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων». Η προτίμηση της σλοβενόφωνης πλειοψηφίας να συνυπάρξει με ένα πλούσιο και σταθερό κράτος το οποίο θα εγγυάτο τη διατήρηση της σλοβενικής γλώσσας σε όλα τα επίπεδα (πράγμα που οι Αυστριακοί έπραξαν στο ακέραιο) από το να προσχωρήσει σε ένα ανομοιογενές, φτωχό και θνησιγενές όπως αποδείχτηκε βασίλειο χωρίς κανένα λαμπρό μέλλον να προδιαγράφεται σε αυτό, ήταν καταφανής. Βλ. Thomas Barker and Andreas Moritsch, The Slovene Minority of Carinthia, New York, 1984.

[31] Με τη συνθήκη του Saint-Germain, η Σόπρον και η γύρω γερμανόφωνη περιοχή επιδικάστηκε αρχικά στην Αυστρία. Έπειτα από αντιδράσεις των κατοίκων, θα αποφασιζόταν σε δημοψήφισμα σε ποια χώρα θα προσχωρούσε η περιοχή αυτή. Το δημοψήφισμα διεξήχθη στις 14.12.1921 και το 65% των γερμανόφωνων κατοίκων της πόλης ψήφισε υπέρ της ένωσης με την Ουγγαρία. Οι περιοχές που ψήφισαν ένωση με την Αυστρία ενσωματώθηκαν με αυτήν και αποτελούν σήμερα το ομόσπονδο αυστριακό κρατίδιο Burgenland.

[32] Η Ελλάδα εκτόπισε αρκετούς Βούλγαρους από την ελληνική μεθόριο της Δυτικής Θράκης προς τα ελληνικά νησιά: «Τη στιγμή που τα στρατεύματα του Κεμάλ πολεμούσαν στο μέτωπο του Σαγγάριου και η νίκη τους ήταν πολύ προβληματική, οι Βούλγαροι της Δ.Θράκης συνεργαζόμενοι με τους Τούρκους προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες παρενοχλώντας τα νώτα του ελληνικού στρατού και μη επιτρέποντας στους Έλληνες να αποσπάσουν ούτε έναν στρατιώτη στο μέτωπο του Σαγγάριου. Γι’αυτό άλλωστε και η ελληνική κυβέρνηση μας εξόρισε στα νησιά» (Άρθρο της εφημερίδας «Νότος» της Φιλιππούπολης στις 9.10.23, που κατηγορεί τους Τούρκους για αχαριστία. Παρατίθεται στο Διβάνη, ό.π., σ.311, υποσ.32).

[33] «Οι Έλληνες πρόσφυγες που λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχαν φτάσει από την ανατολική Θράκη στρατοπέδευαν όπου μπορούσαν και Έλληνες χωροφύλακες και στρατιώτες έδιωχναν συνεχώς τους μουσουλμάνους για να δημιουργήσουν χώρο» (Clark, ό.π., σ.124. Βλ. και σσ.162-3, 179).

[34] Τσιτσελίκης, ό.π., στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, ό.π., σσ.26-7. Το άρθρο 2 της Συνθήκης της Λωζάνης όριζε αυτούς που θα εξαιρούνταν από την Ανταλλαγή, τους αποκαλούμενους établis (εγκατεστημένοι). Στην Τουρκία αυτοί ήταν οι Έλληνες που ήταν εγκατεστημένοι στην επαρχία Κωνσταντινούπολης πριν από τις 31.10.1918 και στην Ελλάδα οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης. Ως συνέπεια του άρθρου 2, περίπου 130.000 Μουσουλμάνοι και άλλοι τόσοι Έλληνες δεν αντηλλάχθησαν. Βλ. και Αθανάσιος Πρωτονοτάριος, Το προσφυγικόν πρόβλημα από ιστορικής, νομικής και κρατικής απόψεως, Αθήνα 1929, σσ.35-9.

[35] Baskin Oran, Διδάγματα από τα άρθρα 1 και 2 της Σύμβασης της Λοζάνης, στο Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών, ό.π., σ.296. «Ο τουρκικός τύπος καθημερινά δημοσίευε καταγγελίες κατά της Ελλάδας για παραβιάσεις των υποχρεώσεων που ανέλαβε στη Λωζάνη. Αναφερόταν επίσης σε εκτοπισμό των Μουσουλμάνων κατά μήκος του Έβρου με την οικοδόμηση νέων χωριών για τους πρόσφυγες» (Διβάνη, ό.π., σ.179).

ΘΕΜΑ 11

Προστέθηκε από 24grammata

Θρακικός ΑντίκΤυπος ( ένθετο του 24grammata.com)

Ο σεβασμός στους θεσμούς και η πειθαρχία στις αρχές της οικογένειας, έκαναν αρμονική τη συμβίωση μέσα στο σπίτι, οι δε γονείς είχαν την πρώτη και την τελευταία λέξη στην οικογένεια. Και όταν ακόμα επρόκειτο τα παιδιά τους να ενωθούν με τα δεσμά του γάμου, οι γονείς ήταν εκείνοι που θα έκαναν την επιλογή, για την καταλληλότητα του συντρόφου, αφού θα ζούσαν όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι και έτσι, αποφάσιζαν ερήμην τους.
Το μυστήριο του γάμου, ήταν ένα ευχάριστο γεγονός, όχι μόνο για τις δύο οικογένειες που είχαν τον πρωταγωνιστικό και κύριο ρόλο, αλλά και για όλη τη μικρή κοινωνία, η οποία συμμετείχε ενεργά στη χαρά, όπως συνήθιζαν να ονομάζουν το γάμο. Και η χαρά αυτή, κρατούσε μια ολόκληρη εβδομάδα, με τη συμμετοχή συγγενών, φίλων και γειτόνων.
Ο γάμος, γινόταν συνήθως με προξενιό, με την έννοια ότι οι οικογένειες που είχαν αγόρια της παντρειάς, ήξεραν τις οικογένειες που είχαν κορίτσια και οι ίδιοι οι γονείς πήγαιναν στο σπίτι του κοριτσιού να ζητήσουν το χέρι του. Το ιδανικό ήταν, όταν είχαν γνωριμία οι δύο νέοι και συμφωνούσαν και οι γονείς. Τότε, τη μια Κυριακή γινόταν ο αρραβώνας και την επόμενη Κυριακή ο γάμος. Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις, που ενώ αγαπιόντουσαν οι δυο νέοι, δεν συμφωνούσαν οι γονείς του αγοριού, είτε για λόγους ταξικούς, είτε για οικονομικούς λόγους. Τα πράγματα δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο, όταν αποφάσιζαν οι γονείς του αγοριού να τον παντρέψουν με άλλη. Σ’ αυτή την περίπτωση, η μεγάλη απογοήτευση οδηγούσε σε ακραίες καταστάσεις που ήταν πάντοτε εις βάρος του κοριτσιού. Πήγαινε στο σπίτι του γαμπρού πριστάνου (νύφη με το ζόρι), να κλάψει, να παρακαλέσει και μ’ αυτόν τον τρόπο να συγκινήσει, ή ακόμα και να εκβιάσει τους γονείς του νέου, να την δεχτούν για νύφη τους. Οι περιπτώσεις αυτές, σπάνια είχαν καλή έκβαση και ο εξευτελισμός του κοριτσιού ήταν μεγάλος. Γινόταν περίγελος του χωριού και θέμα συζήτησης για πολύν καιρό, η δε ρετσινιά της πριστάνους, κηλίδωνε την ηθική της και ήταν καταδικασμένη, τις περισσότερες φορές να μείνει ανύπαντρη ή να παντρευτεί κάποιον χήρο με παιδιά, πολλές φορές δε, έφθανε ακόμα και σε αυτοκτονία, προκειμένου να απαλλαγεί από την διαπόμπευση. Η πριστάνου, σε καμιά περίπτωση δεν επιτρεπόταν να παντρευτεί με ανύπαντρο άνδρα, αφού οι άγραφοι νόμοι στις μικρές κοινωνίες είχαν μεγάλη ισχύ, γι’ αυτό και τους τηρούσαν με αυστηρότητα.
Η πρόταση γάμου, γινόταν από τους γονείς του αγοριού. Την Κυριακή το πρωί, πήγαιναν στο σπίτι του κοριτσιού με ένα μπουκάλι ρακί να ζητήσουν το χέρι της και να συζητήσουν τα του γάμου. Εκεί στρώνανε το τραπέζι και άρχιζαν τα κεράσματα και οι ευχές: «Αϊντι, μι ώρα καλή του Μουαμπέτ(ι)» (το ευχάριστο γεγονός). Η ευχή αυτή, σήμαινε την αποδοχή της πρότασης, και ήταν ένα είδος αρραβώνα.
Τη Δευτέρα, ο γαμπρός πήγαινε με ένα μπουκάλι ρακί και ένα σακουλάκι μιντούδις (καραμέλες), να καλέσει τα μπρατίμια (τους πιο στενούς του φίλους), οι οποίοι θα αναλάμβαναν όλη την επιμέλεια του γάμου. Αυτή η φιλία του γαμπρού με τα μπρατίμια ήταν ισόβια, και ήταν ανώτερη από συγγενική, τα δε μπρατίμια αποκαλούσαν τους γονείς του γαμπρού σταυρομάνα και σταυροπατέρα.
Την ίδια διαδικασία ακολουθούσε και η νύφη με τις μπρατίμσις, τις καλύτερες φίλες της, που θα την βοηθούσαν στην προετοιμασία και γενικά σε ότι είχε σχέση με το γάμο, μέχρι το τέλος της όλης διαδικασίας.
Την Τρίτη το πρωί, τα μπρατίμια πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού να πάρουν το κέρασμα και να γυρίσουν σ’ όλο το χωριό, για να καλέσουν συγγενείς και φίλους. Το κάλεσμα γινόταν με την μπούκουα (μικρό ξύλινο παγούρι), την οποία στόλιζαν με βασιλικό και διάφορα λουλούδια της εποχής, τη γέμιζαν με κρασί, και ο κάθε μπράτμους γύριζε στις γειτονιές μέχρι την Πέμπτη, για να κάνει το κάλεσμα. Το ίδιο έκαναν οι μπρατίμσις από την πλευρά της νύφης.
Το βράδυ της Πέμπτης, στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης ζύμωναν τα προζύμια, στο δε σπίτι του γαμπρού γινόταν το μεγάλο γλέντι, όπου εκεί βρίσκονταν και τα μουσικά όργανα. Η πεθερά ετοίμαζε το σκαφίδ(ι) (ξύλινη σκάφη, που ζύμωναν το ψωμί της καθημερινότητας) και τρεις πρωτοστέφανες κοσκίνιζαν το αλεύρι, προσέχοντας την ώρα που κοσκινίζουν, να μη χτυπούν δυνατά τα χέρια τους στη σήτα, για να μην παταρίζ(ει) (δέρνει) ο γαμπρός τη νύφη (σύμφωνα με το έθιμο), ενώ οι καλλίφωνες της παρέας, τραγουδούσαν το τραγούδι του γάμου:

Τρέχουν οι βρύσις, τρέχουν τα νιαρά,
τρέχουν κι οι αρχόντοι να ιδούν
πώς στουλίζουν τη νύφ(η).
Πώς τη στολίζουν και πώς τη σκεπίζουν.
Κέέέέσ(ι), κέέέέσ(ι), ίίίχουχουουου…

Σήμερα μαύρος ουρανός, Αφού τελείωνε το κοσκίνισμα, δύο κοπέλες της παντρειάς ετοίμαζαν τη ζύμη στο σκαφίδ(ι), με αλεύρι, αλάτι, νερό, λίγο λάδι και λίγο ξύδι, για να γίνουν τριφτά τα φύλλα, και όποια τελείωνε πρώτη, πασάλειφε με αλεύρι τα μάγουλα της άλλης. Γι’ αυτό και ο συναγωνισμός ανάμεσα στα δυο κορίτσια ήταν μεγάλος. Στη συνέχεια, με τη Ζύμη αυτή άνοιγαν μερικά φύλλα τα λεγόμενα πέτουρα, τα έψηναν στη γάστρα ή στη σόμπα, τα έκοβαν μικρά κομματάκια, τα βουτούσαν στο μέλι, για να είναι γλυκιά η νύφη, και τα μοίραζαν σε όλους τους καλεσμένους που παραβρίσκονταν εκείνη την ώρα στο σπίτι του γαμπρού ή της νύφης.
Στους γάμους, συνήθιζαν να προσφέρουν τις παραδοσιακές τυρόπιτες και μάλιστα υπήρχαν οι επιδέξιες γυναίκες του χωριού, οι οποίες άνοιγαν με τον κόστ(ι) (πλάστη) πολύ λεπτά φύλλα, και τις καλούσαν να ανοίξουν τα φύλλα, για να γίνουν οι πίτες όσο γινόταν καλύτερες, και εκείνες πήγαιναν με χαρά να βοηθήσουν και να επιδείξουν την αξιοσύνη τους. Τα φύλλα αυτά τα έψηναν στη γάστρα και στη συνέχεια έφτιαχναν τις τυρόπιτες.
Την Παρασκευή ζύμωναν τις κούρις (ατομικά ψωμάκια) για το γάμο και το απόγευμα της ίδιας ημέρας, τρεις πρωτοστέφανες στόλιζαν την κέσκα (το λάβαρο του γάμου). Την ώρα του στολισμού, τραγουδούσαν το τραγούδι του γάμου: «τρέχουν οι βρύσις τρέχουν τα νιαρά. . . »
Η κέσκα, ήταν τετράγωνη λευκή μαντίλα, κεντημένη με διάφορα λουλούδια σε ζωηρά χρώματα, όπως: βυσσινί, πράσινο κόκκινο, κίτρινο και καφέ, που σχημάτιζαν ένα στεφάνι γύρω γύρω, είχε χρωματιστές φούντες δεμένες και την κρεμούσαν σε ένα κοντάρι, στο οποίο τύλιγαν δίχρωμο στριφτό κορδόνι από μάλλινη κλωστή άσπρη και Κόκκινη. Στην κορυφή του κονταριού, στη θέση του σταυρού, έμπηγαν ένα κατακόκκινο μήλο μαζί με ένα μπουκέτο λουλούδια και βασιλικό. Αφού στόλιζαν την κέσκα, η οποία ήταν το ενδεικτικό του γάμου, και συμβόλιζε την δημιουργία μιας νέας οικογένειας, πρώτα τη χόρευαν όλοι μαζί, και στη συνέχεια, την τοποθετούσαν στο πιο ψηλό σημείο του σπιτιού, ώστε να μπορούν να τη βλέπουν όλοι και να ξέρουν σε ποιο σπίτι γίνεται γάμος.
Το απόγευμα του Σαββάτου, τα μπρατίμια έζευαν τα άλογα στο κάρο, αφού τα στόλιζαν προηγουμένως με άσπρα μαντήλια και λουλούδια στα αυτιά, και πήγαιναν στο σπίτι της νύφης, να πάρουν το σιντούκ(ι) (μπαούλο) με τα προικιά και την Κυριακή μετά την τέλεση του μυστηρίου, πήγαιναν τα μπρατίμια και έπαιρναν την μισάουα (δέμα) με τα δωρήματα, που θα δώριζε η νύφη στο σόι του γαμπρού (η μισάουα ήταν ένα μικρό τραπεζομαντιλάκι και εκεί μέσα τύλιγαν τα δώρα).
Τα προικιά ήταν, μια-δυο φορεσιές τσούκνις, και ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της νύφης, της έδιναν και το κλινοσκέπασμα, που ήταν μαλλίσια στρώσ(η) (μάλλινη κουβέρτα υφασμένη στον αργαλειό). Το Σάββατο έστελνε η μάνα του γαμπρού στο σπίτι του νούνου (αυτός που θα τους πάντρευε ήταν ο νουνός και οι μελλόνυμφοι ήταν οι κουμπάροι) του σ’νί, για να τους καλέσουν για το ουμούρ(ι) (το γεγονός). Το σ’νί
περιείχε, ένα ταψί τυρόπιτα, μια κούρα (ψωμάκι), που γινόταν ειδικά για τον γάμο, και έναν ζωντανό κόκορα ή μια γαλοπούλα. Αν ο γαμπρός ήταν ζινγκίντς (πλούσιος), έστελνε ένα αρνί και ένα μπουκάλι κρασί Ο σεβασμός στο πρόσωπο του νούνου και της νούνας ήταν μεγάλος, είχαν δε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στο γάμο και μπορούσαν να καλέσουν όσους δικούς τους ήθελαν. Οι καλεσμένοι από την πλευρά του νούνου ήταν τ’ νούνου του κουλί και είχαν την προτεραιότητα σε όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης.
Το βραδάκι του Σαββάτου, πήγαινε ο γαμπρός με δυο μπράτμους στο σπίτι της πεθεράς και εκείνη έστρωνε το τραπέζι, τους φίλευε, τους κερνούσε και δώριζε στον γαμπρό το π’χάμσου (άσπρο πουκάμισο), που θα φορούσε στο γάμο, και το πισκίρ(ι) (πετσέτα). Τα δύο μαζί τα έβαζε στον ώμο του, και εκείνος, έδινε με τη σειρά του στην πεθερά τ’ αγαρλούκ(ι) (έριχνε μέσα στον κόρφο της μία φούχτα κέρματα) και μ’ αυτόν τον τρόπο, πλήρωνε το μανόγαλα που βύζαξε η κόρη που θα παντρευτεί. Την πετσέτα που δώριζε η πεθερά στον γαμπρό, το λεγόμενο γαμπριάτ’κου πισκίρ(ι) την είχε σε όλη του τη ζωή, και όταν πέθαινε —σύμφωνα με το έθιμο— την έβαζαν μαζί του.
Το πρωί της Κυριακής, τα μπρατίμια έφερναν τον κουρέα, για να ξυρίσει το γαμπρό, με τη συνοδεία της παραδοσιακής γκάιντας, η οποία έπαιζε το γαμπριάτικο σκοπό. Μετά το ξύρισμα, τα μπρατίμια έντυναν τον γαμπρό με τα καλά τα ρούχα και η μάνα τον περνούσε από τα άρμενα και τα μιτάρια (τα μιτάρια ήταν εξαρτήματα του αργαλειού, και τα άρμενα το αρμενοβότανο). Άνοιγε τα μιτάρια τα οποία ήταν δυο δεμένα μεταξύ τους και τον περνούσε τρεις φορές και σε κάθε πέρασμα τον ρωτούσε: «Περνάς θάλασσα ή άρμενα;» Κι εκείνος απαντούσε: «θάλασσα». Το ίδιο γινόταν και στη νύφη.
Το αρμενοβότανο ήταν ειδικό βοτάνι, το οποίο φρόντιζαν να έχουν όλες οι μανάδες για τους γάμους των παιδιών τους, διότι νόμιζαν ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα ξορκίσουν το κακό και οι νιόπαντροι, δεν θα διέτρεχαν κανέναν κίνδυνο από τα δαιμόνια. Στη συνέχεια, ο γαμπρός μαζί με τον παράγαμπρο πήγαιναν στην εκκλησία και δώριζαν στο Χριστό και την Παναγία το πισκίρ(ι) (πετσέτα).
Το απόγευμα της Κυριακής, που όλοι οι καλεσμένοι ήταν μαζεμένοι στο σπίτι των νεονύμφων, κοπελίτσες της παντρειάς είχαν έτοιμα τα παγούνια, διάφορα λουλουδάκια με καρφίτσες μέσα σε μικρούς δίσκους, και τα καρφίτσωναν στο πέτο του νούνου και της νούνας, του γαμπρού, στα μπρατίμια και τους στενούς συγγενείς, ώστε να ξεχωρίζει το σόι από τους υπόλοιπους καλεσμένους. Όταν όλα ήταν έτοιμα, έβγαιναν στην εξώπορτα του σπιτιού, και οι γονείς χαιρετούσαν το γαμπρό. Πρώτος τον χαιρετούσε ο πατέρας τρεις φορές σταυρωτά, και ο παράγαμπρος που κρατούσε την κανάτα με το κρασί, την έδινε στον γαμπρό, για να κεράσει τον πατέρα του. Εκείνος την έδινε στον πατέρα του φιλώντας του το χέρι ο πατέρας σήκωνε ψηλά την κανάτα, και έδινε τις ευχές: «Ν’ ασπρίσ’τι, να ‘ηράστι ομόνοια κι αηγάπ(η) να ’χτι. Χώμα να πιάν’τι μάλαμα να ’ένιτι», κι έπινε τρεις γουλιές κρασί.
Στη συνέχεια, ο γαμπρός έσκυβε μπροστά στον πατέρα του με ευλάβεια, εκείνος τον σταύρωνε τρεις φορές, τον χτυπούσε στην πλάτη, και αφού έκανε το ίδιο και η μάνα του, τον ξεπροβοδούσαν, και η πομπή ξεκινούσε για το σπίτι του νούνου και της νούνας. Μπροστά πήγαιναν οι οργανοπαίχτες, πίσω ο μπράτμους χορεύοντας με την κέσκα και ακολουθούσε το υπόλοιπο πλήθος. Αφού έπαιρναν τη νούνα και το νούνου, όλοι μαζί πήγαιναν να πάρουν τη νύφη για την εκκλησία. Ο ίδιος χαιρετισμός γινόταν και στο σπίτι της νύφης.
Στο σπίτι που στόλιζαν τη νύφη, οι καλλίφωνες τραγουδούσαν το παραπονιάρικο τραγούδι του γάμου:
σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα ξεχωρίζεται
μάνα απ’ τη θυγατέρα.
Γαμπρέ τη νύφη ν’ αγαπάς,
να μην την εμαλώνεις,
σαν το βασιλικό στη Γη,
να την εκαμαρώνεις.

Η νύφη ήταν ντυμένη με τη νυφιάτικη φορεσιά, τις μπέλκις, είχε στολισμένο το μέτωπο με τη μπάπκα (δύο σειρές φλουριά) και στο κεφάλι φορούσε Το τσιουμπέρ(ι) και από πάνω είχε ριγμένο ένα κομμάτι τούλι, τη σκέπ(η), που ήταν σουρωτή στο επάνω μέρος, και έπεφτε η μισή μπροστά στο πρόσωπο, ενώ η άλλη μισή που ήταν πιο μακριά, έπεφτε στο πίσω μέρος και έφτανε μέχρι τη μέση. Στο λαιμό είχε κρεμασμένα τα γκιορντάνια, φτιαγμένα από μια σειρά φλουριά και μια σειρά μαχμουντέδις, ανάλογα με την οικονομική της κατάσταση. Οι πιο ευκατάστατες, φορούσαν στο λαιμό τον καλνταρμά (κολιέ κεχριμπαρένιο), ασημένιο σταυρό με ασημένια αλυσίδα, και στο χέρι φορούσαν το μπιλιτζίκ(ι), ένα είδος βραχιολιού, με πολλές σειρές αλυσίδες ασημένιες, πιασμένες από τις δυο πλευρές με φαρδιά πλάκα, που κούμπωνε στη μέση.
Στη συνέχεια, έβγαινε η νύφη στο κατώφλι του σπιτιού κρατώντας στο δεξί της χέρι ένα μήλο, στο οποίο ήταν μπηγμένα διάφορα κέρματα, και με το αριστερό χέρι κρατούσε έναν καθρέφτη και περνούσε το μήλο τρεις φορές γύρω από τον καθρέφτη, προσποιούμενη ότι θα το πετάξει. Την τρίτη φορά το πετούσε στο συγκεντρωμένο πλήθος και αν το μήλο το έπιανε άνδρας, τότε σύμφωνα με το έθιμο, το πρώτο παιδί που θα γεννούσε η νύφη, θα ήταν αγόρι, ενώ αν το έπιανε γυναίκα, τότε θα ήταν κορίτσι. Όμως επειδή οι άνδρες είχαν τα πρωτεία και ήταν στην πρώτη γραμμή και η επιθυμία για το αγόρι ήταν μεγάλη, το μήλο το έπιανε συνήθως άνδρας. Το μήλο με τα κέρματα, συμβόλιζε τις κακές συνήθειες που είχε η νύφη όσο ήταν ελεύθερη, και με το πέταμα του μήλου, πετούσε και τις παλιές της συνήθειες κι έτσι απαλλασσόταν από το παρελθόν, για να αρχίσει μια καινούργια ζωή.
Αφού τελείωνε και αυτή η διαδικασία, η νύφη χαιρετούσε τρεις φορές τους γονείς της, έσκυβε μπροστά τους με ευλάβεια, και εκείνοι την σταύρωναν τρεις φορές και την χτυπούσαν στην πλάτη, η δε μάνα ξεπροβοδούσε την κόρη ρίχνοντας μπροστά της μια φούχτα ρύζι, για να ριζώσει ο γάμος της και όλοι μαζί πηγαίναν στην εκκλησία για την τέλεση του μυστηρίου. Την ώρα που η νύφη έφευγε από το πατρικό της σπίτι, οι μπρατίμσις τη φώναζαν να γυρίσει, να κοιτάξει πίσω της τρεις φορές, ώστε τα παιδιά που θα φέρει στον κόσμο να μοιάζουν στο δικό της σόι.
Μετά το πέρας της στέψης, πρώτοι έβγαιναν οι δύο μπράτμ(οι) οι οποίοι έτρεχαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν προς το σπίτι του γαμπρού, για να πάρουν από τους γονείς του το πιαλτίκ(ι) (ανταμοιβή) και να τους ανακοινώσουν ότι τελέστηκε το μυστήριο. Οι γονείς έδιναν για ανταμοιβή, στον έναν άσπρο μαντήλι, που στη μια γωνία είχαν δεμένα σε κόμπο λίγα κέρματα, και στον άλλο μία κανάτα με κρασί. Οι μπράτμ(οι), αφού έπαιρναν το πιαλτίκ(ι), ξαναγύριζαν πάλι τρέχοντας στο πλήθος και κερνούσαν πρώτα το νούνου και τη νούνα, οι οποίοι τους φιλοδώριζαν, ύστερα κερνούσαν τους καλεσμένους, βάζοντας το μαντήλι στον δεξιό ώμο του καθενός, και αυτή η κίνηση συμβόλιζε την τελική συγκατάθεση του πεθερού και της πεθεράς, για το μυστήριο που τελέστηκε.
Όταν η πομπή έφτανε στο σπίτι του γαμπρού, ένας μπράτμους περίμενε στην είσοδο, έχοντας μπροστά στα πόδια του ένα κούτσουρου (κορμό δένδρου) κι ένα τσεκούρι για τα ταξίματα. Πρώτος έπρεπε να τάξει ο νούνους που ήταν και το τιμώμενο πρόσωπο, ύστερα η νούνα, ακολουθούσε ο πεθερός, η πεθερά και τελευταία τα συμπεθέρια. Σε κάθε τάξιμο, ο μπράτμους χτυπούσε μία τσεκουριά στο κούτσουρο, και μ’ αυτόν τον τρόπο επικύρωνε το τάξιμο.
Μόλις τέλειωναν τα ταξίματα, πρώτοι έμπαιναν οι νεόνυμφοι μέσα στην αυλή, ο πεθερός και η πεθερά τους υποδέχονταν, φιλούσαν τα στέφανα της νύφης, διότι σύμφωνα με το έθιμο, οι γονείς του γαμπρού δεν πήγαιναν στην εκκλησία να παρακολουθήσουν την τέλεση του μυστηρίου. Η πεθερά, οδηγούσε το ζευγάρι στην είσοδο του σπιτιού, κρατώντας ένα πιατάκι με μέλι ή οποιοδήποτε άλλο γλυκό, το οποίο έδινε στη νύφη, εκείνη έπαιρνε λίγο με το δάχτυλό της και έκανε στο επάνω μέρος της πόρτας έναν σταυρό, για να είναι γλυκά τα λόγια που θα ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι δύο γυναίκες. Στη συνέχεια τους περνούσε επάνω από τον άλτσο. Ο άλτσος ήταν μια σιδερόβεργα (γάντζος), την οποία έβαζαν στην είσοδο του σπιτιού να την περάσουν οι νεόνυμφοι, για να είναι σιδερένιοι, να μην αρρωσταίνουν ποτέ, και έπειτα τους οδηγούσε στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί τους έβαζε να σταθούν επάνω στο τσόλ(ι), (χονδρό υφαντό ύφασμα φτιαγμένο από γιδόμαλλο), που συμβόλιζε τη σταθερότητα του γάμου, υγεία και μακροημέρευση.
Οι καλεσμένοι όλοι κάθονταν στα τραπέζια που ήταν ήδη στρωμένα, χωριστά οι άνδρες και χωριστά οι γυναίκες και άρχιζαν το φαγοπότι, ενώ οι μουσικοί, όση ώρα έτρωγαν οι καλεσμένοι, έπαιζαν το σουμπέτ(ι) (επιτραπέζιο τραγούδι) που το τραγουδούσε ο πιο καλλίφωνος της παρέας:

Τρώτι φίλοι μ’ κι πίνιτι κι ‘γώ δα τραγουδήσου
κι τι τραγούδι να σας πω, ν’ αρέσει η αφεντιά σας.
Χίλιες φορές ορκίστηκα να μην σας τραγουδήσου
αλλά για το χατίρι σας, τουν όρκου δα πατήσου.
Έρχουμι απ’ την Ανατολή μι μια χρυσή φριγάτα
πέντι πασιάδις είχαμι, όμορφα τραγουδούσαν.
Χαρείτι νιές, χαρείτι νιοί, τα δρουσιρά σας νιάτα,
‘ιατί γουργά μαραίνουντι, φεύγουν π’ αναθιμάτα.
Να ‘ταν τα νιάτα δεύτιρα, να ‘ταν τα νιάτα τρίτα
τα νιάτα να πουλιούντανι, ξαγουρασμό δεν είχαν.
Ας τραγουδήσου κι ας χαρού τα έρημαμ’ τα νιάτα
‘ιατί δα ν’ άρθ(ει) ένας κιρός, να τα σκιπάσ(ει) η πλάκα.

Και ενώ συνεχιζόταν το γλέντι, με τη συμμετοχή πλέον και των νεονύμφων (οι οποίοι, για να δείξουν τον σεβασμό τους στη νούνα και στο νούνου, όσες ώρες ήταν παρόντες, στέκονταν όρθιοι), δυο μπρατίμια μαζί με ένα μουσικό, χορεύοντας πήγαιναν να φέρουν τον μουκρό το νούνου (αν υπήρχε μικρός νουνός) και τα δώρα που είχε τάξει στο κούτσουρο ο νούνους με τη νούνα. Η νύφη άνοιγε τα δώρα (τα οποία ήταν αραδιασμένα μέσα στη μισάουα το ένα πάνω στο άλλο, και ανάμεσα από το καθένα είχε τριμμένο ξερό βασιλικό) και άρχιζε να δωρίζει: Πρώτα το νούνου ένα πισκίρ(ι) (πετσέτα), τη νούνα ένα τσιουμπέρ(ι) (μαντίλα), στη συνέχεια τον πεθερό, την πεθερά, τον μπάτη και την κάκου (αν είχε ο γαμπρός μεγάλο αδελφό, και την γυναίκα του), τους μπασιάδις (τα αδέλφια του γαμπρού), σ’ μπούις (τις αδελφές του γαμπρού), τα μπρατίμια και τις μπρατίμσις από ένα μαντιλάκι ή μια πετσέτα. Μαντιλάκια έπαιρναν και όσοι ήταν καλεσμένοι από τη μάνα του γαμπρού, εφόσον ήταν η νύφη ευκατάστατη και είχε τη δυνατότητα να δωρίσει όλους τους καλεσμένους. Μετά το φαγοπότι, άρχιζε ο χορός, με πρώτους το νούνου και τη νούνα, οι οποίοι επιδεικνύοντας το δώρο που τους δώρισε η νύφη, το σιγκάθιζαν και το κρατούσαν ψηλά, για να το δουν όλοι. Το ίδιο έκαναν και όλοι όσοι έπαιρναν δώρο. Αφού τελείωνε το γλέντι, ο νούνους με τη νούνα σηκώνονταν πρώτοι να χαιρετήσουν τη νύφη, την πλήρωναν και εκείνη με ευλάβεια τους φιλούσε το χέρι, και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι καλεσμένοι. Έτσι τέλειωνε το γλέντι.
Μόλις σκορπούσε το γλέντι, η νύφη μαζί με την πεθερά πήγαιναν μέσα στο σπίτι και η πεθερά σεριανούσε τη νύφη στο εσωτερικό του σπιτιού, της έδειχνε τους χώρους και τα τουτούσια (το νοικοκυριό) και της έλεγε τις συνήθειες που είχαν. Πριν πάει να κοιμηθεί, έπρεπε να περάσει από το δωμάτιο του πεθερού και της πεθεράς, να τους σκεπάσει και ύστερα να πάει η ίδια για ύπνο.
Τη Δευτέρα το πρωί, η νύφη ξυπνούσε πρώτη να ετοιμάσει μία κανάτα με νερό και να ρίξει στον πεθερό και την πεθερά να πλυθούν και να τους δωρίσει από ένα πισκίρ(ι), για να σκουπίζονται. Εκείνοι την πλήρωναν συμβολικά και έδιναν την ευχή τους: «όσου στ’μόν(ι) κι υφάδ(ι) έχει τούτου του πισκίρ(ι), τόσ(οι) χρόν(οι) να ζήσ’τει, κι τόσις κα’ουσίνις να πιράσ’τει». (όσο στημόνι και υφάδι έχει αυτή η πετσέτα, τόσα χρόνια να ζήσετε και τόσες καλοσύνες να περάσετε). Στη συνέχεια, έρχονταν και οι μπράτμ(οι) με τα όργανα, για να κάνουν Σλάτκα ρακί (το έθιμο της γλυκιάς ρακής). Κερνούσαν ρακί και αντί, για μεζέδες, έδιναν μιντούδις (καραμελίστες) ή πιταούδις ζάχαρ(ι) (τετράγωνες παστίλιες ζάχαρης) και τα μπρατίμια έφτιαχναν τη μηλιά (ένα ξερό κλωνάρι κέδρου ή μηλιάς με παρακλάδια), τη στόλιζαν με πολύχρωμες κορδέλες, τη στερέωναν σε ένα σταθερό πλακέ ξύλο και την τοποθετούσαν πάνω στο τραπέζι. Όποιος ερχόταν, έπινε λίγο ρακί, έτρωγε την καραμελίτσα και έριχνε τον οβολό του στη μηλιά λέγοντας:
«Αϊντι, απου τ’ιμένα λίγου κι απ’ τουν Θιό πουλύ» (από μένα λίγο κι από το Θεό πολύ). Τη μηλιά την έφτιαχναν και στο σπίτι της νύφης και του νούνου.
Το βραδάκι, τα μπρατίμια έφτιαχναν την ντουντού. Έπαιρναν ένα γαϊδουράκι, το έντυναν με δυο παντελόνια στα τέσσερα πόδια, το στόλιζαν με λουλούδια, το σαμάρωναν και πήγαιναν στο πατρικό σπίτι της νύφης και του νούνου, για να πάρουν τη μηλιά και τα χρήματα που είχαν μαζέψει και να τα παραδώσουν στη νύφη, αφού πρώτα της ζητούσαν διάφορα αλληγορικά πράγματα, τα οποία η ίδια έπρεπε να τα καταλάβει και να τους τα δώσει. Της έβγαζαν με λίγα λόγια την ψυχή, ώσπου να της παραδώσουν τη μηλιά και μ’ αυτόν τον τρόπο δοκίμαζαν τη νοημοσύνη, την υπομονή και την αντοχή της. Αφού τελείωνε κι αυτή η διαδικασία, πριν από τη δύση του ηλίου, τα μπρατίμια έπαιρναν την κέσκα, τη χόρευαν δυο-τρεις χορούς, την ξετύλιγαν και την κατέβαζαν από το κοντάρι, τραγουδώντας τραγούδια του γάμου. Την Τρίτη ημέρα, δυο τρεις γυναίκες πήγαιναν στο σπίτι της νούνας να μαζέψουν τα αγγειά από τον γάμο. Και μ’ αυτό τέλειωνε ο γάμος, ώσπου να ακουστεί ότι κάποιο άλλο σπίτι ετοιμάζει «Χαρά», όπως συνήθιζαν να λένε τον γάμο, για να αρχίσει και πάλι η ίδια διαδικασία και να ξανακουστεί το εμβατήριο του γάμου «Κεεεεεσ(ι), κεεεεεσ(ι), ίίίίχουχουουου. . .».

Πηγή: Το βιβλίο της Θεοδώρας Σπ. Μηνούδη, ΘΡΑΚΗ Αντίλαλοι της Ανατολικής Ρωμυλίας, από τις εκδόσεις του Ιδρύματος Θρακικής Τέχνης & Παράδοσης.

από τον αξιόλογο ιστότοπο http://www.e-istoria.com/th19.html

ΘΕΜΑ 12

Σπάρτακος ανήρ Θραξ του γένους ελληνικώτερος

Προστέθηκε από 24grammata

Θρακικός ΑντίκΤυπος (ένθετο του 24grammata.com) / ιστορία

Σπάρτακος ανήρ Θραξ του γένους ελληνικώτερος,

ο διασημότερος ‘’αγανακτισμένος’’ της ιστορίας

γράφει ο Δημήτριος Τσιρόγλου, συγγραφέας
Ο Σπάρτακος καταγόταν από το θρακικό φύλο των Μαίδων (ή Μαιδών), το οποίο κατοικούσε στο κεντρικό και βόρειο τμήμα της κοιλάδας του ποταμού Στρυμόνα, δηλαδή ανατολικά και νοτιοανατολικά της λίμνης Κερκίνης. Το ανυπότακτο αυτό φύλο δεν επιθυμούσε την ένωση με τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα και επαναστάτησε στην πανελλήνια ένωση, που είχε επιβάλει ο Φίλιππος Β’. Η επανάστασή του κατεστάλη το 340 π. Χ. από τον Αλέξανδρο τον Μέγα, ο οποίος τότε ήταν μόλις 16 ετών.

Οι περισσότερες ιστορικές αναφορές επικεντρώνονται στα γεγονότα, που αφορούν στην Επανάσταση των Μονομάχων ή, όπως συνήθως λέγεται, στην Επανάσταση του Σπάρτακου. Στους αρχαίους συγγραφείς, κυρίως Λατίνους, αναφέρεται συχνότερα ως ‘’Σπαρτάκειος Πόλεμος’’, ονομασία που επικράτησε τότε από την αναφορά του Πλουτάρχου. Η ονομασία φυσικά δεν είναι επινόηση του μεγάλου αυτού συγγραφέα, αλλά αυτή καθιερώθηκε τότε: ‘’ Ἡ δὲ τῶν μονομάχων ἐπανάστασις καὶ λεηλασία τῆς Ἰταλίας, ἣν οἱ πολλοὶ Σπαρτάκειον πόλεμον ὀνομάζουσιν’’.1 Επομένως ελάχιστοι αναφέρονται στα περί της καταγωγής αυτού του μεγάλου συμπατριώτη των Θρακών. Καίτοι θα θέλαμε να επεκταθούμε διά του παρόντος άρθρου στην καταγωγή του, αυτό είναι αδύνατον. Οι λόγοι είναι κυρίως δύο: αφ’ ενός η πτωχεία των πηγών, αφ’ ετέρου οι αντιφάσεις των περισσοτέρων εξ αυτών. Εν πάση περιπτώσει η θρακική καταγωγή του είναι αδιαμφισβήτητη. Απλώς θα είχε ιστορικό ενδιαφέρον, αν ο Σπάρτακος καταγόταν από την Πέτρα (Πετρίτσι), το Μελένικο, την πρωτεύουσα Ιαμφορίνα ή άλλη πόλη των Μαίδων. Μπορούμε να εικάσουμε ότι, ο Σπάρτακος ανήκε στην αριστοκρατική τάξη, καθ’ ότι το όνομα αυτό ήταν σύνηθες στους Θράκες ηγεμόνες, στρατηγούς και βασιλείς.

Ο Πλούταρχος δεν φείδεται χαρακτηρισμών: ‘’ὧν πρῶτος ἦν Σπάρτακος, ἀνὴρ Θρᾷξ τοῦ Μαιδικοῦ γένους, οὐ μόνον φρόνημα μέγα καὶ ῥώμην ἔχων, ἀλλὰ καὶ συνέσει καὶ πρᾳότητι τῆς τύχης ἀμείνων καὶ τοῦ γένους ἑλληνικώτερος’’.2
Είναι άγνωστο, πώς ο Σπάρτακος κατέληξε στην Καπύη, πόλη της Καμπανίας στην Ιταλία, σε σχολή μονομάχων. Μερικές δεκάδες χρόνους μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση (146 π. Χ.) φαίνεται πως, δεν έχουν εκλείψει οι αντιστάσεις των κατακτημένων και, πιθανώς, ο Σπάρτακος συνελήφθη έπειτα από μία τέτοια εξέγερση. Πιθανόν πουλήθηκε ως δούλος και κατέληξε στην σχολή μονομάχων του Βατιάτου (Gnaeus Lentulus Batiatus). Κατόπιν πραγματοποιείται η εξέγερση με αρχικό πυρήνα 30-80 μονομάχους (73 π. Χ.). Τέσσερεις συγγραφείς δίνουν, δυστυχώς, τέσσερεις διαφορετικούς αριθμούς εξεγερμένων: Ο Πλούταρχος 78, ο Αππιανός 70 και οι Κικέρων και Φλώρος 50 και 30 αντιστοίχως.
Η ουσία της επανάστασης αυτής είναι ότι, ο αριθμός των εξεγερμένων έφτασε τελικώς, κατά Αππιανό, στο εκπληκτικό ύψος των 70 χιλιάδων πολεμιστών. Από τα στρατιωτικά πεπραγμένα συνάγεται ότι, ο Σπάρτακος υπήρξε ένας ιδιαιτέρως ευφυής στρατηγός, με την ευρεία έννοια του όρου πάντοτε. Νίκησε σε δεκάδες μάχες τους άριστα εξοπλισμένους και στρατιωτικά έμπειρους Ρωμαίους και σε αρκετές των περιπτώσεων υπεράριθμους. Επί 2 έτη προξένησε και επέβαλε τον φόβο και τον τρόμο στην ρωμαϊκή σύγκλητο. Για μεγάλο διάστημα υπήρξε κύριος όλης σχεδόν της Νοτίου Ιταλίας. Απειλήθηκε κι αυτή ακόμη η Ρώμη υπό τον φόβο μιάς πιθανής επιδρομής υπό τον Σπάρτακο. Ως αιτία της τελικής ήττας του θεωρούμε την διάσπαση του στρατεύματος, για την οποία ο ίδιος ήταν αντίθετος, αλλά επιβλήθηκε από τους ομοϊδεάτες του, πρώην δούλους. Σε κάθε παραίνεσή του αποδείχθηκε, εκ των υστέρων, ότι είδε δίκαιο στις επιλογές του. Ακόμη και στην τελευταία μάχη με τους Ρωμαίους, υπό τον Κράσσο, στα Βασιλικάτα (71 π. Χ.), όπου και σκοτώθηκε, την ευθύνη της ήττας φέρουν οι προσκείμενοί του, οι οποίοι διά ξίφους επέβαλαν στον Σπάρτακο να πολεμήσει. Ο Σπάρτακος, γνώστης της πολεμικής τέχνης, διείδε την ήττα και δεν επιθυμούσε την συγκεκριμένη μάχη. Δεν εισακούσθηκε όμως. Δεν επέβαλε την γνώμη του, διότι θεωρούσε τους πολεμιστές του ως συστρατιώτες του.
Τους διαφόρους αστήρικτους χαρακτηρισμούς περί βαναυσότητος και ωμότητος του Σπάρτακου τους θεωρούμε ως απόδειξη ότι, η ιστορία γράφεται τελικά, ως είθισται να λέγεται, από τους νικητές. Θεωρεί ο γράφων ότι, εάν ο Σπάρτακος δεν τύγχανε ενός πολυεθνικού στρατού πρώην καταδίκων, αγροίκων, χωρικών, μαθητευομένων μονομάχων και λοιπών ετερόκλητων εξεγερμένων, αλλά ενός τακτικού στρατού, αναλόγως εκπαιδευμένου, θα ήτο αήττητος, ένας άλλος, δηλαδή, Αλέξανδρος. Το στοιχείο, βεβαίως, που προσδίδει στην εξέγερση και στους ηρωικούς πολέμους, που ακολούθησαν, ιδιάζοντα χαρακτήρα είναι το γεγονός ότι, ο Σπάρτακος είναι ένας πρώην δούλος. Ένας πρώην δούλος μονομάχος αναστάτωσε, μέχρι παροξυσμού την ρωμαϊκή σύγκλητο, όχι στα πέρατα της Ρωμαϊκή αυτοκρατορίας, αλλά μέσα στην καρδιά της ίδιας της Ρώμης.
Η Επανάσταση του Σπάρτακου επηρέασε την πολιτική σκέψη, τις επιστήμες, αλλά και τις τέχνες, μηδέ και της εβδόμης εξαιρουμένης. Ενέπνευσε και πιστεύουμε θα συνεχίσει να εμπνέει πολύ περισσότερο τον σύγχρονο σκεπτόμενο άνθρωπο, διότι δεν έχουν εκλείψει οι ίδιες αιτίες, οι ίδιες αφορμές και οι ίδιες συνθήκες που γέννησαν τον Σπάρτακο. Εν πάση περιπτώσει ο Σπάρτακος κατά την ταπεινή μας γνώμη υπήρξε μία σπουδαία φυσιογνωμία με ιδιαίτερες στρατηγικές ικανότητες, ένα άξιο τέκνο της Θράκης.

1. Πλούταρχος, Βίοι παράλληλοι, Μάρκος Κράσσος 8.1.

2. Ένθ’ ανωτέρω, 8.

ΘΕΜΑ 13
Γεώργιος Βιζυηνός

Βιζυηνός Γεώργιος. (1849-1896) Πεζογράφος και ποιητής. Γεννήθηκε στη Βιζύη της Θράκης (από εκεί και το Βιζυηνός). Το επώνυμό του ήταν Μιχαηλίδης. Οι γονείς του ήταν φτωχοί και σε ηλικία 11 ετών τον έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη να μάθει ράφτης. Μετά 2 χρόνια πήγε στην Κύπρο στην υπηρεσία του δεσπότη. Εκεί εργαζόταν και παράλληλα παρακολουθούσε και το σχολαρχείο. Επειδή αρίστευσε, στάλθηκε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης για σπουδές. Εκεί έγραψε τα πρώτα του ποιήματα, που τα εξέδωσε με τίτλο «Ποιητικά Πρωτόλεια» το 1873. Αργότερα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας και μετά από ένα χρόνο πήγε στη Γερμανία για να συνεχίσει τις σπουδές του. Το 1874 βραβεύτηκε στο «Βουτσιναίο διαγωνισμό». Το 1876 βραβεύτηκε πάλι στο «Βουτσιναίο διαγωνισμό» με την ποιητική του συλλογή «Άρες-Μάρες Κουκουνάρες». Έζησε επίσης στο Παρίσι και στο Λονδίνο, όπου έγραψε πολλά από τα έργα του. Στο Λονδίνο τύπωσε τη συλλογή του «Ατθίδες αύραι». Το 1884 επέστρεψε στην Αθήνα. Μετά το θάνατο του πλούσιου ευεργέτη του Γεωργίου Ζαρίφη (1882) τα οικονομικά του δεν ήταν καλά. Δημοσίευε σε διάφορα περιοδικά για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες. Οι στερήσεις όμως κλόνισαν τα νεύρα του και παρόλο που έγινε για μικρό χρονικό διάστημα καθηγητής στη δραματική σχολή του Ωδείου, τρελάθηκε και τον έκλεισαν στο φρενοκομείο (1892) όπου και πέθανε. Ο Βιζυηνός είναι ο θεμελιωτής του νεοελληνικού διηγήματος. Χειρίζεται άριστα τη δημοτική γλώσσα. Κυριότερα έργα του: Διηγήματα: «Το αμάρτημα της μητρός μου», «Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου», «Το μόνον της ζωής μου ταξίδιον», «Μοσκώβ Σελήμ», «Συνέπειαι παλαιάς ιστορίας». Ποιητικά: «Ατθίδες Αύραι», «Ποιητικά Πρωτόλεια», «Βοσπορίδες αύραι». Το 1955 εκδόθηκαν τα «Άπαντά» του.

Από τη συλλογή Μιχάλη Μπουναρτζίδη

 

ΘΕΜΑ 14
ΟΙ ΚΙΡΤΖΑΛΗΔΕΣ ΛΗΣΤΕΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

*Ο Σουλτάνος Σελήμ Γ΄αυτός που εξόντωσε τους Κιρτζαλήδες, στα δώματά του. Έργο του Κωνσταντίνου Κυζικινού (Kapıdaglı Konstantin), Μουσείο Τοπ Καπί.


*Ένα φαινόμενο που ταλαιπώρησετη Θράκη τον 18ο και τον 19ο αιώνα

Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

 

Οι Κιρτζαλήδες, φαρμακερό αγκάθι στα πλευρά τους Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και φόβος και τρόμος του πληθυσμού, υπήρξαν αιμοβόροι μουσουλμάνοι ληστές, που για πολλά χρόνια τρομοκράτησαν και καταλήστεψαν σχεδόν το σύνολο της ενιαίας Θράκης.

Οι ληστές αυτές είχαν μια ιδιοτυπία. Δεν λήστευαν απλά μεμονωμένους ανθρώπους, αλλά εκστράτευαν ομαδικά και καταλάμβαναν χωριά και κωμοπόλεις, εγκαθίσταντο εκεί και απαιτούσαν τα λύτρα. Το φαινόμενό τους, δεν έχει μελετηθεί επαρκώς και σε βάθος. Διασώθηκαν αρκετά στοιχεία που δείχνουν ανάγλυφα τι ήταν αυτοί οι φοβεροί Κιρτζαλήδες ληστές.

Βασικά οι Κιρτζαλήδες ληστές ήταν αρχικά Τούρκοι στρατιώτες, που συνήθως είχαν υπηρετήσει στον Οθωμανικό στρατό κατά τον 18ο αιώνα.

Και όταν απολύθηκαν από τις τάξεις του στρατεύματος έμειναν στα εδάφη της σημερινής Βουλγαρίας και ειδικότερα στην άνω κοιλάδα του Άρδα, περί το Κίρτζαλη. Όταν όμως αυτό το ληστρικό κίνημα ανδρώθηκε σημαντικά, στις τάξεις του προσχώρησαν και ορισμένοι Βούλγαροι, Πομάκοι και Έλληνες ακόμα, γενικά κακοποιά στοιχεία της εποχής εκείνης.
Αργότερα χρησιμοποιήθηκε και ο όρος «Ντααλήδες» ή «Νταγλήδες» που σημαίνει ορεινοί ληστές και παράγεται από τις τουρκικές λέξεις dagli eskyasi.

*Το σημερινό Κίρτζαλη

Το Κίρτζαλη σήμερα

Το Κίρτζαλη βρίσκεται περί τα 120 χιλμ δυτικά της Αδριανούπολης και κατοικείται ακόμα και σήμερα από Τούρκους της Βουλγαρίας αλλά και Πομάκους. Το έδαφος εκεί είναι δασώδες και ορεινό, ιδανικό για καταφύγιο ληστών. Το όνομά του σύμφωνα με Τούρκους ιστορικούς, παράγεται από το όνομά του κτήτορα της πόλης Κυρτζά Αλή Μπαμπά, ο οποίος είχε ταφεί εκεί. Κατ’ άλλη εκδοχή, η λέξη παράγεται από Kirca Ali. Το πρώτο συνθετικό είναι παράγωγο της λέξης Kir που στα τουρκικά σημαίνει πεδιάδα.

Η περιοχή του Κίρτζαλη είναι στην ανατολική πλευρά της οροσειράς της Ροδόπης και συμπεριλαμβάνει σήμερα επτά δήμους, με σημαντικότερον αυτόν του Κίρτζαλη. Οι κάτοικοι της περιοχής είναι 164.000 Βούλγαροι, Τούρκοι, Πομάκοι και Ρομά. Στην περιοχή του Κίρτζαλη δραστηριοποιούνται τα βασικά πολιτικά κόμματα, τα οποία και αντιπροσωπεύονται στην βουλγαρική Βουλή. Πιο μεγάλη επιρροή έχει το κόμμα «Κίνημα για Δικαιώματα και Ελευθερία», με ψηφοφόρους, που βασικά ανήκουν στον τουρκικής καταγωγής πληθυσμό.

Σύμφωνα με καταγγελίες που έχουν δημοσιευθεί στον Τύπο, στο Κίρτζαλι σήμερα, υπάρχουν εργαστήρια παραγωγής πλαστών αρχαιοελληνικών νομισμάτων, καλής ποιότητας, που δύσκολα αναγνωρίζεται ηπλαστότητά τους!!!

*Κιρτζαλίδικα τουφέκια περίτεχεχνα διακοσμημένα

Τα κιρτζαλίδικα τουφέκια

Το κύριο χαρακτηριστικό των Κιρτζαλήδων ληστών του 18ου αιώνα, ήταν οι φοβερές ληστρικές πράξεις, η απαγωγή γυναικόπαιδων για λύτρα, η αγριότητά τους και η κατατρομοκράτηση των αγροτικών πληθυσμών. Ήταν οργανωμένοι σε συμμορίες και σώματα, με αυστηρή στρατιωτική οργάνωση. Οι ομάδες αυτές έφτασαν να έχουν κατά διαστήματα ακόμα και 20-25.000 άνδρες, οι οποίοι αποτέλεσαν αληθινή μάστιγα για τους πληθυσμούς τους Θράκης, Τούρκους, Έλληνες, Βούλγαρους, Πομάκους, Εβραίους, Αρμένιους). Ήταν τόσο πολλοί, που κρατούσαν ολόκληρες πόλεις σε ομηρία. Ήταν οπλισμένοι με πιστόλια, γιαταγάνια και μακρύκανα όπλα, τα οποία έγινα γνωστά με την ονομασία «κιρτζαλίδικα».

Ο Σέρβος ιστορικός Vuk Karadžić σε μια μελέτη του για τα όπλα του βαλκανικού χώρου γράφει, ότι η krdžalinka ή krdžalijanka είναι όπλο που χρησιμοποιούσαν οι πολεμιστές krdžalije, έφιπποι νομάδες οι οποίοι ζούσαν από τις ληστείες και μίσθωναν τις υπηρεσίες τους σε όποιον έδινε τα περισσότερα χρήματα.Τα «κιρτζαλίδικα» όπλα, ήταν περίτεχνα διακοσμημένα με πολύ μεράκι.

Οι Κιρτζαλήδες ληστές ήταν ονομαστοί για τα χαρέμια τους από αιχμάλωτες σκλάβες, οι οποίες ντυμένες άνδρες τους συνόδευαν στο πεδίο της μάχης, καθώς και για την πολυτέλεια των ρούχων τους από βελούδο και μετάξι. Άλλοι ιστορικοί αναφέρουν, πως τους Κιρτζαλήδες ληστές συνόδευαν τσιγγάνες, τις οποίες χρησιμοποιούσαν για την κάθε μορφής διασκέδασή τους. Τα άλογά τους τα στόλιζαν με τα χρυσά και ασημένια στολίδια στις σέλλες και τα ηνία τους.

Οι Οθωμανοί «αγιάνηδες» δηλαδή οι πλούσιοι γαιοκτήμονες αλλά και ορισμένοι πασάδες, τους προσλάμβαναν για να αντιστέκονται στις αυθαιρεσίες της εξουσίας τους αυτοκρατορίας. Πολλοί από αυτούς πολέμησαν κατά τον Αυστρο-τουρκικό πόλεμο του 1787- 91 και αφού απολύθηκαν, πολλοί υπηρέτησαν τον πασά του Βιδινίου Οσμάν Πασβάνογλου(1758-1807). Ο Πασβάνογλου λέγεται πώς είχε φιλία με το Ρήγα Φερραίο, ο οποίος του μεταλαμπάδευσε τις ιδέες του για Βαλκανική Ομοσπονδία εκτός της Οθωμανικής εξουσίας.

Στο Θούριό του μάλιστα ο Ρήγας Φερραίος απευθύνεται και στον Πασβάνογλου, ζητώντας γενικό ξεσηκωμό των Ελλήνων:

 

«Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένιοι και Ρωμιοί,

Αράπηδες και άσπροι, με μια κοινήν ορμή,

Για την ελευθερίαν, να ζώσωμεν σπαθί,

πως είμαστ’ αντριωμένοι, παντού να ξακουσθή».

 

——————-

«Σας κράζει η Ελλάδα, σας θέλει, σας πονεί,

ζητά την συνδρομήν σας, με μητρική φωνή.

Τι στέκεις Παζβαντζιόγλου, τόσον εκστατικός;

τινάξου στο Μπαλκάνι, φώλιασε σαν αητός».

 

 

Κατά τον πρώτο σέρβικο ξεσηκωμό, οι Κιρτζαλήδες πολέμησαν και με τις δύο πλευρές ως μισθοφόροι. Δηλαδή και με τους Τούρκους και με τους Σέρβους.

*Το παλαιό Κίρτζαλη

 

Το φαινόμενο

Το φαινόμενο των ληστών του Κίρτζαλη μελετήθηκε από Βούλγαρους ιστοριογράφους και σχετίσθηκε με το φαινόμενο της παρακμής του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά το τον 17ο και 18ο αιώνα.

Ο Ανδρέας Λυμπεράτος στη μελέτη του «Οικονομία, πολιτική και εθνική ιδεολογία- Η διαμόρφωση των εθνικών κομμάτων στη Φιλιππούπολη του 19ου αιώνα» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2009) σημειώνει επικαλούμενος βούλγαρους ιστορικούς, ότι:

Οι διαστάσεις και τα χαρακτηριστικά του, ξεχωρίζουν το κοινωνικό αυτό φαινόμενο από τις ενδημικές εκδηλώσεις ληστείας κατά την προηγούμενη και την επόμενη περίοδο: Εν προκειμένω έχουμε να κάνουμε με πολυπρόσωπες (πολλές εκατοντάδες και χιλιάδες μέλη) πολυσυλλεκτικές ως προς την κοινωνική και εθνοτική σύνθεσή τους και αυθόρμητα συγκροτημένες συμμορίες, που εκδηλώνουν τις ενέργειές τους στις πεδιάδες και έχουν στόχοι τη ληστεία και τη λεηλασία οικισμών, συμπεριλαμβανομένων και πόλεων, αναλαμβάνοντας ανοιχτές στρατιωτικές επιχειρήσεις στηριζόμενοι στις συμμαχίες τους με τους αγιάνηδες ή και ανεξάρτητα από αυτούς.

Ο Ανδρέας Λυμπεράτος, γράφει επίσης ότι:

«Σε αντίθεση με άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας όπου ισχυροί τοπικοί ηγεμόνες (Παζβάνογλου, Μπουσατλήδες, Αλή Πασάς Τεπελενλής κ.ά.) κατόρθωσαν να οργανώσουν τις συμμορίες υπό την εξουσία τους και να ελέγξουν μεγάλες περιοχές, στη Θράκη και πιο ειδικά στην περιοχή της Φιλιππούπολης, επικρατεί μια απόλυτα ασταθής κατάσταση. Η ύπαρξη πολλών μικρότερης δυναμικότητας αγιάνηδων, με τους οποίους έρχονται σε εφήμερες συμμαχίες οι Κιρτζαλήδες, τα ίδια τα χαρακτηριστικά της περιοχής ως περάσματος, αλλά και η πολιτική επιλογή της Πύλης να επικεντρωθεί στη διατήρηση υπό τον έλεγχό της, της βασικής στρατιωτικής οδού (της άγουσας από την Κωνσταντινούπολη προς το Βελιγράδι μέσω της Αδριανούπολης και Φιλιππούπολης), δεν επέτρεψαν την εδραίωση κάποιου ισχυρού ηγεμόνα στην περιοχή, αν και μετέτρεψαν τη βορειοθρακική κοιλάδα σε πεδίο συνεχών συγκρούσεων και καταστροφών για περισσότερα από 20 χρόνια».

Αυτές όμως οι ταραχές αναστάτωσαν τις πόλεις της περιοχής και ιδιαίτερα την αναπτυσσόμενη Φιλιππούπολη, η οποία ως μεγάλο αστικό κέντρο παρέμεινε υπό τον έλεγχο του Σουλτάνου και χρησιμοποιήθηκε ως κέντρο επιχειρήσεων των στρατιωτικών ηγητόρων (μπεϊλερμπεήδες) Χακί Πασά (1796-1797) και Μουσταφά Πασά (1797) εναντίον των ληστών του Κίρτζαλη. Και η Φιλιππούπολη όμως παρά το σχετικό της αυτό πλεονέκτημα γνώρισε εσωτερικές εξεγέρσεις γενιτσάρων και άλλων ενόπλων, οι οποίοι κατά καιρούς επέβαλαν δυσβάστακτους φόρους (π.χ. φόρος «σεϊμέν παρασί» που πήγαινε υπέρ του τάγματος των σεϊμένηδων γενιτσάρων).

Το 1807 η Φιλιππούπολη βρέθηκε υπό την απειλή κατάληψής της από Κιρτζαλήδες του Εμίν Αγά από το Χάσκοβο. Οι πρόκριτοι της πόλης και οι συντεχνίες κατέβαλαν το υπέρογκο ποσό που ζήτησε ο Εμίν Αγάς για να αποφύγουν την επίθεση.

Οι Βούλγαροι ιστορικοί εντάσσουν το φαινόμενο των Κιρτζαλήδων ληστών, στο φαινόμενο της «φεουδαρχικής αναρχίας» που ταλάνισε την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα τέλη του 18ου και του στις αρχές του 190υ αιώνα.

Ένα τέτοιο παράδειγμα πλην των ληστειών των Κιρτζαλήδων είναι ακόμα και η κατάληψη της πόλης της Φιλιππούπολης για δύο χρόνια (1810-1812) από Μπεκιρλιλή Καρά Μουσταφά Αγά, πρώην οπλαρχηγό του Πασβάνογλου.

Τελικά η δράση των Κιρτζαλήδων ληστών, άρχισε να τερματίζεται από το 1804 όταν ο σουλτάνος Σελήμ Γ΄ (1789- 1807) έστειλε στρατό και τους εξόντωσε σιγά- σιγά.

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

 

ΠΗΓΕΣ

 

-Ανδρέας Λυμπεράτος «Οικονομία, πολιτική και εθνική ιδεολογία- Η διαμόρφωση των εθνικών κομμάτων στη Φιλιππούπολη του 19ου αιώνα» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) 2009.

-Vera Mutafcieva “Kardzalijsko vreme” Sofia 1977.

-Μανάκας Δημήτριος «Κιρτζαλήδες, Πομάκοι, Αγριάνοι, Νταγλήδες και Κιζιλ-μπάσηδες, οικούντες πέριξ του όρους Ροδόπης» Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού 20 σελ. 334-336, Αθήνα 1955.

 

 

ΘΕΜΑ 15

ΘΡΑΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ 7ο ΕΩΣ ΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΓΑΚΟΣ

Στην περίοδο από το Μεσαίωνα έως τα νεώτερα χρόνια η ιστορία της Θράκης είναι ουσιαστικά ιστορία της Βασιλεύουσας. Ιδιαιτέρως πρέπει να τονισθούν τα ακόλουθα: ένας από τους πρώτους αυτοκράτορες, ο Λέων, ήταν και ονομαζόταν Θραξ. Δεύτερον, μετά τις βουλγαροσλαβικές επιδρομές, τα πέραν του Αίμου θρακικά φύλα εκβουλγαρίζονται. Η κυρίως Θράκη, μεταξύ Στρυμόνα, Αίμου, Αιγαίου και Ευξείνου, παραμένει ελληνική και αποτελεί την ενδοχώρα της Κωνσταντίνου Πόλεως.
Τον 7ο αιώνα η Θράκη προάγεται σε Θέμα – σύμφωνα με τη θεματική οργάνωση. Στις αρχές του 9ου αιώνα το θέμα αυτό υποδιαιρέθηκε σε μικρότερα Θέματα, ήτοι Μακεδονίας, Θράκης και Στρυμόνος. Έτσι οι διοικητικοί λόγοι κάλυψαν τους γεωγραφικούς. Μέρος της Θράκης προσαρτήθηκε στο Θέμα Μακεδονίας και γι’ αυτό η ενδοξότερη δυναστεία της Αυτοκρατορίας ονομάζεται «Μακεδονική», παρ’ όλο που ο γενάρχης της, Βασίλειος Α’ ο Μακεδών, δεν ήταν Μακεδόνας αλλά Θραξ, εφόσον καταγόταν από τη Χαριούπολη της Θράκης! Ομοίως στρατιωτικοί λόγοι επέβαλαν να ονομαστεί «Θέμα Θρακησίων» όχι κάποια περιοχή της Θράκης αλλά της Φρυγίας, Παρά τις Σάρδεις, λόγω της εκεί εγκαταστάσεως στρατιωτικών τμημάτων από τη Θράκη.
Όσο η Αυτοκρατορία παρακμάζει και συρρικνώνεται, τόσο περισσότερο γίνεται Θρακική. Ουσιαστικά κατά τον 14ο αιώνα η Αυτοκρατορία περιοριζόταν στη Θράκη. Όσο άντεχε η Θράκη, άντεχε και η Βασιλεύουσα. Η στιγμή του Requiem ήρθε, όταν το 1348 εισβάλλουν για πρώτη φορά οι Τούρκοι στη Θράκη με επικεφαλής το Γαζή Σουλεϊμάν. Κατέλαβαν σημαντικές πόλεις (Καλλίπολη, Λυσιμάχεια, Καστάμπολη), όμως τελικά ηττήθηκαν από τον αυτοκρατορικό στρατό και αποσύρθηκαν.

Αλλά ο δρόμος είχε ανοίξει. Το 1359 ο σουλτάνος Μουράτ Α’ πέρασε στρατό στη Θράκη και κατέλαβε το 1361 το Διδυμότειχο και την Αδριανούπολη. Η πτώση της τελευταίας συγκλόνισε τον ελληνικό κόσμο. Αποτυπώθηκε στη μνήμη του και έγινε τραγούδι. Είναι το πρώτο ιστορικό δημοτικό μας τραγούδι που επιγράφεται το «Κρούσος της Αδριανόπολης» δηλαδή Το «κούρσεμα» το «πάρσιμο». Η Αδριανούπολη έγινε η δεύτερη (πρώτη ήταν η Προύσα) Πρωτεύουσα των Οσμανλήδων. Μετά από 10 χρόνια ο αρνησίθρησκος (ελληνικής καταγωγής) στρατηγός των Τούρκων Γαζή Εβρενός, μετά τη νίκη του στο Τσερμέν κατέλαβε την Κομοτηνή και τη Δυτική Θράκη. Παράλληλα, ο Λαλ Σαχίν κατέλαβε τη Φιλιππούπολη και την περιοχή της. Το μοναδικό ελεύθερο τμήμα της Θράκης, η Κωνσταντινούπολη έπεσε και αυτή το 1453 και μαζί της έπεσε και ο Ελληνισμός.
Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας που ειδικά στη Θράκη κράτησε έξι αιώνες και στην Ανατολική διατηρείται ακόμη, η περιοχή δοκιμάστηκε σκληρά από τους βίαιους εξισλαμισμούς και από το γεγονός ότι αποτελούσε χώρο στρατωνισμού ή διελεύσεως τουρκικών στρατευμάτων. Ο πληθυσμός, κατά βάση αγροτικός, εργαζόταν για τους Τούρκους τιμαριούχους και στα κτήματα που ανήκαν σε μουσουλμανικά θρησκευτικά καθιδρύματα («Βακούφια»). Η σημαντικότερη πόλη ήταν η Αδριανούπολη που επί δύο αιώνες έμεινε έδρα σουλτάνων. Ο Τούρκος περιηγητής του Ι7ου αιώνα Εβλιά Τσελεμπή τη θεωρεί σαν μια από τις τρεις ωραιότερες πόλεις που επισκέφθηκε. Ανάμεσα στα λαμπρά κτίσματα της πόλης πρέπει να αναφερθεί και το τζαμί που έκτισε το 1574 ο σουλτάνος Σελίμ Β’, έργο του μεγάλου αρχιτέκτονα Σινάν, που ήταν ελληνικής καταγωγής, από τους Αγίους Αναργύρους (Αγιρνάξ) της Καππαδοκίας. Κατά τον 18ο αιώνα η Αδριανούπολη είχε πληθυσμό 100.000, ήταν ακμαίο βιοτεχνικό κέντρο με 32 συντεχνίες (ισνάφια») από τις οποίες ξεχώριζαν η συντεχνία των γουναράδων, ραφτάδων και μυλωνάδων.

* Η αραβική γραφή του ονόματος Εβρενός μας επιτρέπει να διαβάσουμε το ελληνικό όνομα Ουρανός. Άλλωστε στα τουρκικά Εβρέν σημαίνει σύμπαν. Η μάχη του Τσερμέν έγινε κοντά στον Έβρο, μεταξύ Σέρβων κυρίως και Τούρκων. Οι Σέρβοι, βασιζόμενοι στην αριθμητική υπεροχή τους επιδόθηκαν σε οινοποσία. Οι Τούρκοι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά. Οι Σέρβοι, ανερχόμενοι σε 60.000, σφάχτηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή πνίγηκαν στο ποτάμι. Το Τσερμέν (σλαβιστί Τσερνόμεν) βρίσκεται κοντά στην πόλη Σβίλεγραντ και από τους Τούρκους ονομάστηκε «Σιρφ Σανειγί» (= φέρετρο των Σέρβων).

Στη Βόρεια Θράκη (Ανατολική Ρωμυλία) ξεχώριζε η Φιλιππούπολη το πιο ακμαίο κέντρο του θρακικού ελληνισμού. Το 1786 οι Έλληνες ήσαν διπλάσιοι από τους άλλους κατοίκους, Τούρκους, Βουλγάρους, Αρμενίους. Οι Φιλιππουπολίτες διακρίθηκαν ως έμποροι και άπλωσαν την εμπορική δραστηριότητά τους μέχρι Βλαχίας, Μολδαβίας, Ουγγαρίας και Νότιας Ρωσίας, ακόμη και μέχρι Ινδιών με κέντρο την Καλκούτα, στην οποία έχτισαν το ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα. Χάρη σ’ αυτούς βρέθηκε αρχικά ως δάσκαλος των παιδιών πλούσιου εμπόρου στην Καλκούτα ο Αθηναίος φιλόσοφος Δημήτριος Γαλανός, που αργότερα εγκαταστάθηκε στην ιερή πόλη Μπενάρες, όπου και πέθανε το 1832. Ο Γαλανός είναι ο πρώτος και ο πιο ολοκληρωμένος Ευρωπαίος ινδολόγος. Αξιόλογη ανάπτυξη ως ελληνικά κέντρα, εμφανίζονται η Ραιδεστός, οι Σαράντα Εκκλησίες, η Αγχίαλος, η Μεσημβρία, η Καλλίπολη, η Σωζόπολη και στο ναυτικό τομέα η Αίνος.
Στην Επανάσταση του 1821, λόγω εδαφολογικών συνθηκών και γειτνιάσεως με την πόλη, δεν ήταν δυνατόν να έχει συμμετοχή η Θράκη. Παρ’ όλα αυτά είναι πολλοί οι Θρακιώτες που είχαν ενεργό συμμετοχή στον Αγώνα. Από τα επιφανέστερα στελέχη της Φιλικής Εταιρείας ήσαν ο Κομιζόπουλος από τη Φιλιππούπολη και οι Κυριάκος και Σταμάτιος Κουμπάρης από τη Μεσημβρία. Δεκάδες Θράκες πολέμησαν στο στρατό του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Δεκάδες ναυτικοί με τα πλοία τους από την Αίνο έλαβαν μέρος στο ναυτικό μας αγώνα. Ξεχωρίζει το ζεύγος Δημήτρη και Δόμνας Βισβίζη. Αλλά και μετά τη δημιουργία του μικρού ελληνικού κράτους ποτέ δεν απουσίασαν οι Θράκες από τα εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα Θεσσαλίας, Ηπείρου, Μακεδονίας.
Ο αφανισμός του Θρακιώτικου ελληνισμού αρχίζει με τη δημιουργία του δια των ρωσικών όπλων σχηματισθέντος βουλγαρικού κράτους το 1877. Μέσα σε διάστημα μισού αιώνα (από το 1885 έως το 1944) οι Θρακιώτες υπέστησαν από τους Βουλγάρους, τους οποίους άλλοτε χρησιμοποιούσαν για βοηθητικές εργασίες, τόσες συμφορές, όσες δεν έπαθαν από τους Τούρκους σε διάστημα έξι αιώνων. Πρώτα, πραξικοπηματική προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας, βιαιότητες κατά του ελληνικού πληθυσμού, ξεριζωμός κατοίκων Αγχιάλου, Στενημάχου κ.λ.π. Δράση κομιτατζήδων της ΕΜΕΟ (ΜΚΟ) μετά το 1903 για βίαιο εκβουλγαρισμό. Ευτυχώς ένοπλα Τμήματα Ελλήνων, διευθυνόμενα από αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του στρατού μας, όπως οι Γ. Κονδύλης και Στυλ. Γονατάς, απάντησαν στη βουλγαρική θηριωδία με τη μόνη λογική που κατανοούν οι εχθροί του ελληνισμού: τη λογική των όπλων. Τον ελληνικό αγώνα στην περιοχή της Θράκης συντόνιζε η «Πανελλήνιος Οργάνωσις» που ιδρύθηκε το 1907 από το μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Πολύκαρπο.
Ο κίνδυνος του εκτουρκισμού των χριστιανών κατοίκων της Βαλκανικής που βρίσκονταν ακόμη υπό τουρκική Κατοχή μετά την επικράτηση του εθνικιστικού κινήματος των Νεοτούρκων υποχρέωσε τα βαλκανικά κράτη που λειτουργούσαν μέχρι τότε ανταγωνιστικά μεταξύ τους προς όφελος της Τουρκίας, να συνασπισθούν και ν’ αρχίσουν εναντίον της πόλεμο (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος). Κάθε κράτος θα έπαιρνε όσα εδάφη πρόφθαινε να καταλάβει ο στρατός του. Ο ελληνικός στρατός με θυελλώδη προέλαση κατέλαβε μέρη μέχρι Γιαννιτσά και Θεσσαλονίκη και τα απελευθέρωσε, αλλά οι Βούλγαροι καταλαμβάνουν ολόκληρη τη Θράκη μέχρι Κιλκίς και Λαχανά. Η απληστία της Βουλγαρίας που ήθελε να λάβει ολόκληρη τη Μακεδονία γίνεται αφορμή του Β’ Βαλκανικού Πολέμου που ήταν η αποτυχία της, αλλά και η καταστροφή της Θράκης.
Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου – 10 Αυγούστου 1913) παραχωρείται η Δυτική Θράκη στην ηττημένη Βουλγαρία. Οι αντιδράσεις των Ελλήνων και των Μουσουλμάνων ήσαν δυναμικές, με παραστάσεις προς την Πύλη και τους Πρέσβεις των ευρωπαϊκών κρατών στην Κωνσταντινούπολη, ζητώντας την αυτονομία. Πραγματοποιείται η αυτονομία στις 8 Αυγούστου το 1913 με έδρα την Κομοτηνή. Λειτουργεί ως πραγματικό κράτος, μα δεν παρέχει καμιά ασφάλεια εγγυητική στους κατοίκους.
Οι Βούλγαροι, μη μπορώντας να επιβληθούν στους Θράκες, καταφεύγουν σε τεχνάσματα. Υπόσχονται πολλά προνόμια προς τους Μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης. Έτσι προσεταιρίζονται τους Μουσουλμάνους επαναστάτες και κυνηγούν τους χριστιανούς με σφαγές, ατιμώσεις, ληστείες, φόνους, απαγωγές, εμπρησμούς. Απαγορεύεται ο εκκλησιασμός καθώς και η ελληνική γλώσσα. Η Δυτική Θράκη ερημώνεται με ταχύτατο ρυθμό. Οι κάτοικοι φεύγουν εγκαταλείποντας τις περιουσίες τους με κατεύθυνση πέραν του Νέστου.
Φοβερούς διωγμούς και τρομακτικές πιέσεις δέχονται κατά τη βουλγαρική κατοχή και οι Πομάκοι για να εκβουλγαριστούν και δια της βίας βαπτίζονται στον Άρδα ποταμό. Κάποιοι από αυτούς όμως «δεν δίσταζαν εις διαπίστωσιν της χριστιανικότητος αυτών να αποτυπώσωσι δια πεπυρακτωμένου σιδήρου επί των στηθών των το σημείο του Σταυρού», λέγει τοπική πηγή.
Στις 30 Δεκεμβρίου 1918, ο Ελευθέριος Βενιζέλος με υπόμνημά του προς τους συμμάχους, στο συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι, ζητεί την επέκταση της Ελληνικής κυριαρχίας και προς τη Δυτική Θράκη. Τα μάτια των Θρακών ήταν στραμμένα προς την Τράπεζα των Συνδιασκέψεων. Αλλά αντί για την παραχώρηση των θρακικών εδαφών στην Ελλάδα επιβάλλεται στη Δυτική Θράκη, με τη Συνθήκη του Νεϊγύ 27 Νοεμβρίου 1919, το ιδιότυπο εκείνο καθεστώς της Διασυμμαχικής Θράκης. Μεταβάλλεται σε ανεξάρτητο κρατίδιο υπό την εποπτεία των διασυμμαχικών δυνάμεων και δίνει τέλος στη βουλγαρική κατοχή. Ανώτατος διοικητής του κρατιδίου αυτού της Θράκης, ορίζεται ο Γάλλος στρατηγός Σαρπύ, με έδρα την Κομοτηνή.
Η Ελλάδα στέλνει πολιτικό εκπρόσωπο το Χαρίσιο Βαμβακά, ο οποίος με την άριστη διπλωματικότητά του πέτυχε την ενσωμάτωση της Δυτικής Θράκης με τη Μητέρα Ελλάδα.
Στις 4 Οκτωβρίου 1919, η ΙΧ Ελληνική Μεραρχία, με επικεφαλής τον υποστράτηγο Λεοναρδόπουλο, καταλαμβάνει και απελευθερώνει την περιοχή της Ξάνθης. Στις 14 Μαΐου 1920 φθάνει σιδηροδρομικώς στο Πύθειο η Μεραρχία Σερρών που βρισκόταν στην κοιλάδα του Νέστου με διοικητή τον Εμ. Ζυμβρακάκη, καταλαμβάνει τις διαβάσεις προς Βουλγαρία και στρατωνίζεται στην Κομοτηνή. Παράλληλα, η Μεραρχία της Ξάνθης με Διοικητή το στρατηγό Κ. Μαζαράκη – Αινιάνα αποβιβάζεται στην Αλεξανδρούπολη. Έτσι, ενώ έχουμε ελεύθερο ελληνικό κράτος από τη δεκαετία του 1820, η Δυτική Θράκη γεύεται τα αγαθά της ελευθερίας ύστερα από
100 χρόνια μαρτυρικής σκλαβιάς.
Από το 1920 η επέτειος Απελευθερώσεως της Δυτικής Θράκης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 14 Μαΐου.
Αλλά μια προέλαση στρατού και μια διπλωματική αναγνώριση δεν σημαίνει και εξασφάλιση των απελευθερωμένων περιοχών. Εξαιτίας της βουλγαρικής κατοχής, ο ελληνικός πληθυσμός της Θράκης είχε αποψιλωθεί. Το 1919 ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος εφαρμόζει για τη Δυτική Θράκη τη σωτήρια πολιτική της παλιννοστήσεως, δηλαδή της επιστροφής των χιλιάδων Θρακών που εγκατέλειψαν τις πατρώες εστίες για να γλιτώσουν από τις βουλγαρικές θηριωδίες. Τη Δυτική Θράκη δεν διεκδικούσαν μόνον οι ηττημένοι αντίπαλοί μας Τούρκοι και Βούλγαροι, αλλά και ένας σύμμαχός μας, η Γαλλία! Ήθελε να την κάνει προτεκταράτο της. Χωρίς ενίσχυση, λοιπόν, της ελληνικής πληθυσμιακής βάσης της Δυτικής Θράκης, πιθανόν η προσάρτηση να ήταν προσωρινή. Σ’ ένα τηλεγράφημα που έστειλε στις 14 Απριλίου 1919 στην κυβέρνησή του ο Βενιζέλος γράφει: «Είμεθα διατεθειμένοι να επικουρήσουμεν τους παλιννοστούντας». Και παρακάτω: «Επομένως, επικουρία ημών Θα αποβλέπει κυρίως εις αγοράν ζώων, εργαλείων και σπόρων και συντήρησιν παλιννοστούντων μέχρι προσεχούς εσοδείας».
Όντως, ο ελληνικός πληθυσμός της περιοχής ενδυναμώθηκε. Το επόμενο έτος 1920 μετά το στασιαστικό κίνημα του Τσαφέρ Ταγιάρ στην Αδριανούπολη, ο ελληνικός στρατός, με άδεια των συμμάχων, συνέτριψε και συνέλαβε το στασιαστή και κατέλαβε την Ανατολική Θράκη (πλην Κωνσταντινουπόλεως), η οποία μας επεδικάσθη με τη Συνθήκη των Σεβρών. Δυστυχώς η ήττα του στρατού μας, που οφείλεται στα δικά μας πολιτικά ελαττώματα και όχι στα στρατιωτικά προτερήματα των Τούρκων (ο Κεμάλ κάποτε δήλωσε ότι ο ελληνικός στρατός αυτοηττήθηκε) είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια της Ιωνίας και κατά τρόπο εντελώς εξευτελιστικό και της Ανατολικής Θράκης, την οποία ο Κεμάλ ουδέποτε διανοήθηκε να διεκδικήσει. Μαζί με το στρατό μας πέρασαν τον Έβρο και 250.000 Έλληνες της Ανατολικής Θράκης. Μας μένει η Δυτική ως ακραία έπαλξη. Πρέπει να κρατηθεί με κάθε θυσία. Ο Βενιζέλος γεμάτος αγωνία τηλεγραφεί στην επαναστατική επιτροπή Πλαστήρα-Γονατά: «Ίνα δυνηθή η Ελλάς να συζητήση εν τη συνδιασκέψει και υπερασπίση τα ζωτικά τούτα συμφέροντά της, είναι ανάγκη να κρατήσει την Θράκην όσον το δυνατόν ισχυροτέραν». Ευτυχώς, χάρη στην αναδιοργάνωση του διαλυμένου στρατού μας από το Θεόδωρο Πάγκαλο και την προώθησή του μέχρις Έβρου, η Θράκη εσώθη.
Η Θράκη κινδύνευσε πάλι στη διάρκεια της τριπλής Κατοχής, όταν μετά το σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Φίλωφ, μαζί με την Ανατολική Μακεδονία πέρασε στη βουλγαρική κυριαρχία. Όλα τα εγκλήματα των Βουλγάρων είναι καταγεγραμμένα από την Επιτροπή Μακεδόνων και Θρακών, υπό την προεδρία του Αλεξ. Σβώλου. Στην επιτροπή αυτή συμμετείχε και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ο Αλ. Σβώλος τον Ιούλιο του 1945 κυκλοφόρησε το δυσεύρετο σήμερα βιβλίο «Για τη Μακεδονία και τη Θράκη». Όποιος το διαβάσει, πραγματικά εκπλήσσεται για το πώς μπόρεσαν να απομείνουν Έλληνες στη μαρτυρική αυτή περιοχή. Η Ελλάδα ευγνωμονούσα μετά τον Εμφύλιο, άφησε τη Δυτική Θράκη στο έλεος του Αλλάχ. Γιατί αντί, υπό συνθήκες ελευθερίας και ειρήνης, ν’ αναπτυχθεί σ’ αυτήν το ελληνικό στοιχείο, απεναντίας αναπτύχθηκε το μουσουλμανικό

ΘΕΜΑ 16

ΚΥΡΙΑΚΉ, ΔΕΚΈΜΒΡΙΟΣ 26, 2010

ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΘΡΑΚΗ

Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

Έχουμε συνηθίσει σε αφηγήσεις για βίαιους εξισλαμισμούς γυναικών στην εποχή της Τουρκοκρατίας, ακόμα και στα μετά την Επανάσταση του 1821, χρόνια.

Ωστόσο ένας εκούσιος εξισλαμισμός μια παντρεμένης γυναίκας για χάρη… ενός Αλβανού, ήταν για την εποχή εκείνη μέγα σκάνδαλο. Πόσο μοιάζουν καμιά φορά οι εποχές…
Στα έγγραφα της Βιβλιοθήκης της Βουλής έχει περισωθεί μια σελίδα της εφημερίδας «Αυγή» της Κωνσταντινούπολης με ημερομηνία 9 Απριλίου 1884.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα αυτό, στο περιθώριο φυσικά της Ιστορίας, που δεν αναφέρει επώνυμα, αλλά μόνο μικρά ονόματα, στη Μπολούστρα της Ξάνθης , τα Άβδηρα, μια γυναίκα ονόματι Ρωξάνη, σύζυγος Θεοδώρου, συνήψε ερωτικές σχέσεις με ένα Αλβανό που ονομάζονταν Βελής «εκ Δεβρών της άνω Αλβανίας» και στις αρχές του Μαρτίου 1884 έφυγε κρυφά από την Ξάνθη και κατέφυγε στη Γκιουμουλτζίνα, όπου έμεινε στο σπίτι ενός φίλου του εραστή της.


*Ο αρχαιολογικός χώρος των Αβδήρων σήμερα
Η Ρωξάνη μόλις πήγε στη Γκιουμουλτζίνα έβαλε οθωμανική φορεσιά «και εξωμόσασα δια της αποκοπής της κώμης της» ζήτησε να παντρευτεί τον Αλβανό.
Ο ατυχής σύζυγος Θεόδωρος απελπισμένος, κατέφυγε στο Μητροπολίτη της Ξάνθης Φιλόθεο και του εξιστόρησε τα όσα είχαν συμβεί. Ο Φιλόθεος έστειλε αμέσως τηλεγράφημα στον Τούρκο διοικητή της Γκιουμουλτζίνας και στον Μητροπολίτη Μαρωνείας, με αποτέλεσμα αυτοί να ερευνήσουν και να ανακαλύψουν τη Ρωξάνη. Αμέσως με συνοδεία δύο χωροφυλάκων την έστειλαν στον Τούρκο διοικητή της Ξάνθης.
Ο Δεσπότης ζήτησε να την μεταφέρουν στη Μητρόπολη, αλλά ο διοικητής απαντούσε αρνητικά. Απτόητος ο δεσπότης έστειλε αμέσως τηλεγράφημα στον Τούρκο υπουργό Εσωτερικών.
Μετά από όλα αυτά ο διοικητής μη θέλοντας να την παραδώσει στο Δεσπότη, με συνοδεία μιας Οθωμανίδας, την εγκατέστησε στο σπίτι του ιμάμη.
Πριν φύγει όμως από το διοικητήριο, πήγε εκεί η 15χρονη κόρη της και με κλάματα και θωπείες, την παρακαλούσε να γυρίσει στο χωριό.
Άκαμπτη και ανάλγητη η Ρωξάνη της απάντησε στο τουρκικά: «Ποια είσαι δεν σε ξέρω».

Εν τω μεταξύ ο Μητροπολίτης Φιλόθεος δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Όταν είδε ότι δεν του παραδίδεται η γυναίκα αυτή, ξεσήκωσε το προξενικό σώμα της Ξάνθης, ζητώντας την παράδοση εντός τριημέρου. Ο Διοικητής εξακολουθούσε να αρνείται.
Τι έγινε μετά, δεν ξέρουμε. Ήταν όμως ένα ασυνήθιστο περιστατικό, που «τάραξε τα νερά» της Ξάνθης. Οι εξισλαμισμοί αυτού του είδους δεν ήταν συνηθισμένα κοινωνικά γεγονότα.


*Η στρατιωτική σχολή της Αδριανούπολης

Πολύ νωρίτερα όμως το 1854 σύμφωνα με τις προξενικές εκθέσεις μια άλλη περίεργη περίπτωση εξισλαμισμού με δημόσιο σκάνδαλο, είχε σημειωθεί στο χωριό Κλαβάνι της Αδριανούπολης.

Ο υποπρόξενος στην Αδριανούπολη Ιωσήφ Βαρότσης, με αναφορά του στις 2 Μαρτίου 1854, προς τον υπουργό Εξωτερικών Πάικο, κατήγγειλε τα ακόλουθα, ανομολόγητα:
«Την 27 λήξαντος, Οθωμανός τις, εκ της κωμοπόλεως Κλαβάνι, του τμήματος Αδριανουπόλεως, απατήσας νέον Χριστιανόν δωδεκαετή, μετέφερε τούτον ενταύθα, απαιτών την εξωμοσίαν του παρά τω Μολλά. Οι γονείς του παιδός κατέφυγον εις την Γραικικήν Πολιτείαν επικαλούμενοι την σωτηρίαν του τέκνου των. Οι πρόκριτοι του Γένους και ο Άγιος Αδριανουπόλεως διεύθυνον τούτους προς εμέ. Χριστιανός, ηθέλησα και αύθις να δώσω νέον δείγμα λήθης των παρελθουσών θλίψεών μου. Έλλην, ενόμισα καθήκον μου να συνδράμω ομογενή μου. Έδραμον προς τον φίλον μου Πασάν, εξέθεσα το πράγμα, έπεισα τον νέον, μ’ όλην την ήδη δοθείσαν εξομολόγησίν του, Αλλάχ- ιλ αλλάχ, Μωχαμέτ ρεσούλ αλλάχ. Ο διαφθορεύς Οθωμανός εφυλακίσθη και ο νέος επέστρεψε εις Κλαβάνι, μετά των γονέων του, υπό της συνοδείας απεσταλμένου επίτηδες του Πασά, φέροντος αυστηράν διαταγήν προς τον Μουδίρην, ίνα εις το εξής επαγρυπνεί κατά τοιούτων σκανδάλων κλπ.».

*Η Βάρνα

Μια ανάλογη περίπτωση, η οποία προκάλεσε και επέμβαση των προξένων της Αγγλίας και της Γαλλίας και η οποία δείχνει, ότι ορισμένοι Οθωμανοί δεν είχαν ηθικούς φραγμούς, ανέφερε με ημερομηνία 9 Μαΐου 1856 στο υπουργείο Εξωτερικών ο Έλληνας υποπρόξενος στη Βάρνα Δ. Χαρίλαος[1].
«Λαμβάνω την τιμήν να αναγγείλω προς την Υμ. Ε. ότι το εν Βαλτζηκίω συμβούλιον, παρέπεμψεν κατ’ αυτάς δεκατετραετούς ηλικίας Χριστιανόπαιδα Ζέλιον τ’ όνομα υιόν του εκ χωρίου Σοουτζούκι της αυτής επαρχίας Χριστιανού Αγγέλου καλουμένου συνοδευόμενον με μασπατάν του, προς την ενταύθα διοίκησιν δι’ ού επικαλείται αυτήν, του να διαταχθή η περιτομή αυτού, ως επιθυμούντος δήθεν να προσέλθει εις τον ισλαμισμόν.

Ο Αρχιεπίσκοπος Βάρνης ειδοποιηθείς περί του πράγματος ητήσατο την εις αυτόν παράδοσιν του Χριστιανόπαιδος τούτου παραστήσας εις την διοίκησιν ότι ανηλίκου όντος, ούτε κρίσιν ούτε ιδίαν θέλησιν δύναται να έχη εις το να μεταβάλη θρήσκευμα. Αλλά μη εισακουσθείσης της αιτήσεώς του ηναγκάσθη να επικαλεσθεί την συνδρομήν των προξένων της Αγγλίας και της Γαλλίας, εξ ών ο τελευταίος αυθημερόν απήτησε παρά της διοικήσεως την απόλυσιν του και παραπομπήν του εν λόγω παιδός προς τον επίσκοπον των Ορθοδόξων με τας αυτάς εκείνου παρατηρήσεις. Το δε συμβούλιον όμως αποδοκιμάσαν και την αίτησιν του προξένου αντιπαρετήρησεν, ότι το θεωρεί ενήλικον καθ’ ό δυνάμενον να τεκνοποιήσει, διό και μέχρι τούδε μένει παρά τω διοικητή, μη περιτμηθέν, κατηχούμενον δε».

Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται επίσης η περίπτωση ενός παιδιού δεκατριών ετών. Ήταν γιος του Δημητρίου Νικολάου, ο οποίος εργαζόταν ως υπηρέτης στον χιλίαρχο της Βάρνας Ουσεϊν Αγά. Καταγόταν από τη Σόφια. Ο χιλίαρχος ήθελε να εξισλαμίσει το παιδί. Όταν έγιναν αντιληπτές οι προθέσεις του φυγάδευσαν το παιδί και το έκλεισαν στο σπίτι του Μητροπολίτη της Βάρνας. Ο χιλίαρχος άγνωστο πώς, πληροφορήθηκε το κρησφύγετο και κατόρθωσε να πάρει πίσω το παιδί ακριβώς κατά την διάρκεια του εορτασμού του Πάσχα «ώστε η εξόμωσίς του θεωρείται αναπόφευκτος» κλείνει την αναφορά του ο Χαρίλαος.

Μια άλλη περίπτωση εξισλαμισμού ανηλίκου- και χωρίς να είναι οι μόνες αυτές- αναφέρεται σε έγγραφο του υποπρόξενου Πύργου Π. Βενιζέλου, ο οποίος στις 5 Μαρτίου 1865 κατήγγειλε ότι στο Στακτοχώριο, ένα ανήλικο και ορφανό παιδί 14 ετών, ελληνικής καταγωγής, έφυγε από τους συγγενείς του και προσέφυγε στις Οθωμανικές αρχές Πύργου «μετά τινος γέροντος Οθωμανού δια να ασπασθή την Μωαμεθανικήν θρησκείαν». Ο Βενιζέλος κινητοποίησε τον Ρώσο υποπρόξενο για να κάνουν κοινό διάβημα στο μουδίρη Χατζηχουσελίν Αγά. Εκείνος τους παρέπεμψε στον Καδή, τον οποίο όμως βρήκαν μεθυσμένο. Δεν γνωρίζουμε τη συνέχεια της υπόθεσης.

Οι εξισλαμισμοί όμως είχαν εξελιχθεί την εποχή εκείνη σε εθνικό σπορ των Τούρκων, με θύματα συνήθως ανήλικα παιδιά και γυναίκες.

*Αδριανούπολη. Η γέφυρα επί του ποταμού Τούντζα

Εκτός από σκάνδαλα όμως, σημειώνονταν έστω και αραιά και ιδιαζόντως ειδεχθή εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου.

Ένα τέτοιο έγκλημα που σημειώθηκε το 1857 ήταν ο πνιγμός του ιερωμένου Ιάκωβου, στον ποταμό Τούντζα, δέκα λεπτά έξω από την Αδριανούπολη.
Το έγκλημα περιγράφει με αναφορά του[2] προς την Πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, στις 24 Μαίου 1857, ο Έλληνας υποπρόξενος της Αδριανούπολης Παναγιώτης Φοίβος.

Συγκεκριμένα την προηγούμενη μέρα κατατάραξε την πόλη το άγγελμα του θανάτου από Τούρκους, του πρωτοσύγκελου της Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου του Κύκκου της Κύπρου, Ιάκωβου «ιερέως πραοτάτου».

Τον Ιάκωβο είχαν προσκαλέσει ορισμένοι νοικοκυραίοι στα χωράφια τους «κοινώς μπαχτσέδες» γράφει ο Φοίβος, που απείχαν δέκα λεπτά από την Αδριανούπολη, για να κάνει αγιασμό, ώστε να έχουν καλή παραγωγή κουκουλιών. Ο Ιάκωβος πήρε μαζί του κάποια άγια λείψανα, που είχε και ξεκίνησε για τα χωράφια. Στο δρόμο όμως τον συνέλαβαν ο δραγάτης της περιοχής ονόματι Τζιβελέκης, πρώην διαβόητος ληστής μαζί με ένα οπαδό του, και τον οδήγησαν στην όχθη του ποταμού Τούντζα. Εκεί τον βασάνισαν ανηλεώς και τελικά τον έπνιξαν στο ποτάμι. Στη συνέχεια αφαίρεσαν τα χρήματα, που όπως ελέγετο κουβαλούσε μαζί του και τα άγια λείψανα γιατί ήταν διακοσμημένα με πολύ χρυσάφι και ασήμι. Το πτώμα του το πέταξαν στο ποτάμι, απ’ όπου περισυνελέγη αργότερα. Η ιατρική αυτοψία από τους μώλωπες του πτώματος, επιβεβαίωσε τον άγριο βασανισμό του. Η πάνδημη κηδεία του έγινε την επομένη στο Μετόχι της Μονής.