ΘΡΑΚΗ:Διάφορα Λαογραφικά-Ιστορικά-Γεωγραφικά μέρος 2o

ΘΕΜΑ 18

ΤΑΝΖΙΜΑΤ: ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΑΙΩΝΑ

*Ο σουλτάνος Αβδούλ Μετζήτ Α΄ ανακοινώνει στα διάφορα «Μιλλέτ» το Χάτι Χουμαγιούν
Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

          Η λέξη Τανζιμάτ συνδέθηκε στενά με την Οθωμανική Αυτοκρατορία του 19ου αιώνα. Αναφέρεται σε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονιστικές απόπειρες, με στόχο την αναδιοργάνωσή της σε επίπεδο διοίκησης, οικονομίας και σχέσεών της με τους υπηκόους της.    
          Οι προσπάθειες αυτές εξελίχθηκαν χρονικά στο διάστημα 1839-1876. Η λέξη Τανζιμάτ, στην τουρκική γλώσσα σημαίνει αναδιοργάνωση, ενώ για τους δυτικούς, ερμηνεύτηκε ως εκσυγχρονισμός. Τα Τανζιμάτ στο διάστημα αυτό, υπήρξαν η ελπίδα των υπόδουλων λαών, αν και δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα.
          Σουλτάνοι που συνέδεσαν το όνομά τους  με τις μεγάλες εκείνες μεταρρυθμίσεις των Τανζιμάτ θεωρούνται οι Σελήμ Γ΄, Μουσταφά Δ΄, ο Μέγας Βεζίρης Μουσταφά Ρεσήτ πασάς, επίσης ο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ κ.λπ. Βασικά διατάγματα (φιρμάνια) των Τανζιμάτ ήταν το Αυτοκρατορικό Διάταγμα του Ροδώνα (Γκιουλχανέ Χατ-ι Σερίφ του 1839, και το Διάταγμα της Εμπέδωσης των Μεταρρυθμίσεων (Ισλαχάτ Φεμανί ή Χαττ-ι-Χουμαγιούν) του 1856.
          Ο Σελήμ Γ΄ (1789-1808) συνειδητοποίησε έγκαιρα την κρίση που περνούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία και επιχείρησε να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις με στόχο να δημιουργηθεί ισχυρή κεντρική εξουσία, όπως συνέβαινε στις ευρωπαϊκές χώρες και ισχυρός στρατός. Ο Σελήμ δεν είχε καλό τέλος. Υποστηρικτές της παλαιάς τάξης τον εκθρόνισαν το 1807 και τον επόμενο χρόνο τον σκότωσαν.
΄        Τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, συνέχισε ο Μαχμούτ Β΄ με κύριο έργο του την κατάργηση του σώματος των γενιτσάρων, που υποστήριζαν την παλαιά τάξη, με μια φοβερή σφαγή τους, στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης το 1826. Παράλληλα προώθησε εκσυγχρονισμούς για καταπολέμηση της γραφειοκρατίας και την ανάπτυξη της οικονομίας, περιορίζοντας τις εξουσίες τοπικών ηγεμόνων.
          Ο σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ Α΄, εξήγγειλε το Αυτοκρατορικό Διάταγμα του Ροδώνα (Γκιουλχανέ Χατ-ι Σερίφ) το 1839 και αργότερα το 1856 το Διάταγμα της Εμπέδωσης των Μεταρρυθμίσεων (Ισλαχάτ Φεμανί ή Χαττ-ι-Χουμαγιούν).
          Τα διατάγματα αυτά θεωρούνται πολύ βασικά στην ιστορία των Τανζιμάτ, καθώς  επιφέρουν σημαντικές αλλαγές, καθοριστικές για την πορεία της Αυτοκρατορίας.
          Διάφοροι μελετητές έχουν υπογραμμίσει ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές επιβλήθηκαν από τις Δυτικές Δυνάμεις, κυρίως την Αγγλία και τη Γαλλία.  Από τις σημαντικότερες τομές των Τανζιμάτ στο πολιτικό πεδίο ήταν η δημιουργία αντιπροσωπευτικών θεσμών.
*Οθωμανοί στρατιώτες. 
Αντιδράσεις από το παλαιό κατεστημένο
          Οι μεταρρυθμίσεις πολύ συχνά συναντούσαν την έντονη αντίδραση του παλαιού κατεστημένου κυρίως στις τοπικές κοινωνίες, αφού από την εποχή του Σελήμ Γ΄, είχαν ως στόχο την περιστολή της δύναμης που είχαν αποκτήσει οι τοπικοί πασάδες, αγιάνηδες και ντερεμπεήδες. Άμεση αντίδραση στις μεταρρυθμίσεις σημειώθηκε κυρίως από τους φεουδάρχες, τους στρατιωτικούς και τις ιερατικές τάξεις. Είναι βέβαιο, πως στο εσωτερικό της χώρας, οι μεταρρυθμίσεις δεν έγιναν ασμένως ευπρόσδεκτες, από όσους εκπροσωπούσαν τις τοπικές εξουσίες και ως ομάδες, συναπαρτίζονταν από τα φανατικότερα, οπισθοδρομικότερα και ιδιοτελέστατα στοιχεία των μικρών κοινωνιών. Πασάδες, μπέηδες, αγάδες, ουλεμάδες κλπ.
          Συνεχώς αγνοούσαν τις μεταρρυθμίσεις, επειδή κυρίως επαγγέλονταν την ισοπολιτεία και την ισονομία των εθνοτήτων, που ζούσαν στην αχανή αυτοκρατορία. Έτσι οι μεταρρυθμίσεις αυτές, αποδεικνύονταν στην καθημερινότητα της ζωής των υπόδουλων λαών κενές περιεχομένου, αφού μπορούσε να τις περιφρονεί επιδεικτικά κάθε Οθωμανός που αισθάνονταν  ισχυρός, σε πόλεις και χωριά, μακριά από την Κωνσταντινούπολη.
          Άλλωστε οι μεταρρυθμίσεις αυτές, δεν εμπόδισαν την Τουρκία, να διολισθήσει προς τον αυταρχισμό όταν μετά το 1877 κυρίως, ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ κατάργησε το σύνταγμα που είχε παραχωρηθεί το προηγούμενο έτος και έβαλε την Τουρκία ξανά στη σκοτεινή σήραγγα της ασύστολης καταπίεσης των λαών, που ήταν υπόδουλοι. Μια καταπίεση, που μετεξελίχθηκε σε γενοκτονίες κατά τον 20ο αιώνα.
*Τα Τανζιμάτ, δεν απέτρεψαν την σθνεχή διολίσθηση της Τουρκίας στον αυταρχισμό
          Η διολίσθηση προς τον αυταρχισμό, δεν επέτρεψε στην Τουρκία να αποφύγει την προϊούσα παρακμή. Ο Μεγάλος Ασθενής, όπως αποκαλούσαν την Τουρκία οι Μεγάλες Δυνάμεις, έπασχε από ανίατη ασθένεια και η υποτροπή δεν οδηγούσε σε ίαση.   Ειδικά, τα προνόμια που έδιδε στους μη Μουσουλμάνους πολίτες της Αυτοκρατορίας (νέες διαδικασίες εκλογής των θρησκευτικών ηγετών, μικτά συμβούλια λαϊκών και κληρικών για την εκδίκαση υποθέσεων των «μιλλέτ» κ.λπ.)  προκαλούσαν δυσαρέσκεια σε ένα τμήμα του Μουσουλμανικού πληθυσμού, που αντιδρούσε έντονα. Ο Βούλγαρος διανοούμενος και εθνικιστής Κ. Γκέροφ αναφέρει περιστατικά Μουσουλμανικών αντιδράσεων, ενώ ο Φιλιππουπολίτης Ν. Τσαλίκης έγραφε σε επιστολή του: «… δεν υπάρχει ούτε Χριστιανός ούτε Τούρκος, που να πιστεύει ότι το Χάττι Χουμαγιούν θα εφαρμοσθεί. Αποτελεί μόνον υποκίνηση του τουρκικού φανατισμού εναντίον των Χριστιανών».
Του «εσωτερικού» και του «εξωτερικού»
          Η εκδήλωση της τάσης αυτής για την αναδιοργάνωση του καταρρέοντος οθωμανικού κράτους, προερχόταν από δύο διαφορετικές, ομάδες. Η μια ομάδα- μια σχετικά φωτισμένη ελίτ- ήταν αυτοί, που επιδίωκαν να αναδιοργανώσουν και να εκσυγχρονίσουν το κράτος, προκειμένου αυτό να μπορεί να ανακτήσει την παλαιά στρατιωτική και οικονομική του ισχύ ώστε να ανεξαρτητοποιηθεί από την επιρροή των Μεγάλων Δυνάμεων. Η άλλη ομάδα, με προφανή καθοδήγηση από το εξωτερικό, ήταν αυτή, που εξέφραζε την πολιτική των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες επεδίωκαν τις μεταρρυθμίσεις αυτές προκειμένου να φιλελευθεροποιήσουν τις δομές του κράτους, να εξαλείψουν τις θρησκευτικές διακρίσεις και να διευκολύνουν έτσι την διείσδυση των ευρωπαϊκών κεφαλαίων.
          Πολλοί είναι οι ιστορικοί που θεωρούν ότι  και αυτό ακόμη το κίνημα των Νεοτούρκων το 1908 στη Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί παρά μια συνέχεια των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, που συνέχισαν να υφίστανται έως τότε. Υποστηρίζουν μάλιστα, πως ο τελευταίος που εφάρμοσε την πολιτική των Τανζιμάτ ήταν ο Κεμάλ Ατατούρκ.
          Οι Τούρκοι σήμερα διατηρούν την μνήμη των Τανζιμάτ, με ένα Μουσείο στην Κωνσταντινούπολη. Το Μουσείο Τανζιμάτ βρίσκεται στο πάρκο Γκιούλ Χανέ και περιέχει αντικείμενα της περιόδου Τανζιμάτ.  Στο Μουσείο Τανζιμάτ  εκτίθενται πίνακες ζωγραφικής και χαρακτικά που ανήκουν σε πολιτικούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε ξένους ανώτερους στρατιωτικούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους . Επίσης, εφημερίδες και περιοδικά, που ανήκουν στην εποχή που δημοσιοποιήθηκε το Διάταγμα Τανζιμάτ, το πρώτο βιβλίο πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που δημοσιεύτηκε το 1856, και το ημερολόγιο του Ναμίκ Κεμάλ. Επιπλέον, εκτίθενται ενδυμασίες πολλών πολιτικών κ.λπ.

                                                                   *Οθωμανοί στρατιώτες


*Οθωμανοί στρατιωτικοί νεώτερης εποχής

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΘΕΜΑ 19

Παρουσίαση του Βιβλίου του Δημήτρη Μαργαριτόπουλου «Αχ Θράκη μου» που πραγματοποιήθηκε στην Κομοτηνή στις 28-5-2012 από τη Φιλόλογο-Ιστορικό Έφη Καραπούλη

 

Αχ Θράκη μου : Κατάθεση ψυχής στη Θρακική συλλογική μνήμη

Με ιδιαίτερη  χαρά παρουσιάζουμε σήμερα στην Κομοτηνή το ιστορικό μυθιστόρημα του Θρακιώτη στην καταγωγή Δημήτρη Μαργαριτόπουλου, τιτλοφορούμενο «Αχ, Θράκη μου». Όπως ίσως ο τίτλος του προδίδει, αφηγείται την ιστορία των ταραγμένων πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, που διέκοψαν βίαια και δραματικά τον αργόσυρτο και ήρεμο βίο των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής της Θράκης. Βεβαίως, το βιβλίο εστιάζει  στην περιοχή της Βιζύης και ειδικότερα στο χωριό Αη-Γιάννης, από όπου έλκει την καταγωγή του ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας, αλλά  και στα κοντινά προς αυτό χωριά του ορεινού όγκου της Στράντζας, όπως για παράδειγμα οι Σοφίδες. Ανασυνθέτει έτσι μια άγνωστη και μάλλον υποτιμημένη πτυχή της νεότερης ιστορίας, διασυνδέοντας τη μικροϊστορία μιας οικογένειας Ανατολικοθρακιωτών με τη μακροϊστορία της Νεότερης Ελλάδας, των Βαλκανίων, της Ευρώπης αλλά και την Παγκόσμια. Διότι εντάσσει στο ιστορικό του πλαίσιο το τέλος της προβιομηχανικής εποχής του 19ου αιώνα και την εισαγωγή δυτικοευρωπαϊκών νεωτεριστικών στοιχείων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, την έκρηξη των εθνικισμών στα Βαλκάνια, τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη διεθνή διπλωματία και τις συνθήκες που καθόρισαν την τύχη κρατών και μειονοτικών πληθυσμών. Αλλά και την τύχη των τελευταίων, που ως πρόσφυγες μετακινήθηκαν εξ ανάγκης, είτε εξαιτίας των εκατέρωθεν εφαρμοζόμενων εθνοκαθάρσεων είτε από την de facto επιβολή της προβλεπόμενης από τη Συνθήκη της Λωζάννης Ανταλλαγής των Πληθυσμών. Έτσι, τα χρονικά όρια της ιστορικής αναφοράς που επιχειρείται ως φόντο της λογοτεχνικής αφήγησης τοποθετούνται μεταξύ του 1880 και του 1930.

          Όπως ήδη αναφέρθηκε, το βιβλίο είναι μια ιστορική μυθοπλασία. Διάχυτο σε αυτήν είναι το αυτοβιογραφικό στοιχείο, προϊόν της ιστορικής μνήμης που εκ καταγωγής φέρει ο συγγραφέας, ως πρόσφυγας δεύτερης γενιάς, αλλά και της  ιστορικής έρευνας που προφανέστατα έχει εκπονήσει, προκειμένου να τεκμηριώσει τα στοιχεία της μυθοπλασίας και να προσθέσει στην αληθοφάνειά της. Επιπλέον,  έντονος είναι και ο ηθογραφικός και ψυχογραφικός χαρακτήρας του έργου, αφού περιέχει  πλήθος λαογραφικών στοιχείων και τη ντοπιολαλιά της περιοχής της Βιζύης, σκιαγραφεί το ήθος και την ψυχοσύνθεση των κατοίκων της Ανατολικής Θράκης και αναδεικνύει τη μακραίωνη παράδοσή της, το νήμα της οποίας κόπηκε βίαια από τις αλλεπάλληλες μετακινήσεις και τους διωγμούς που υπέστησαν οι φορείς της. Έτσι αφενός ανασυντίθεται ο αγροτικός βίος στις διάφορες όψεις του κατά τη μακρόσυρτη διάρκεια των αιώνων της οθωμανικής περιόδου ως τα τέλη του 19ου: περιγράφονται η κοινωνική ζωή  των αγροτικών και ημιαστικών πληθυσμών, διεπόμενη από το εθιμικό δίκαιο και την ισχυρή οικογενειακή παράδοση, οι όροι της κοινωνικής ανόδου, οι οικογενειακές σχέσεις και οι ρόλοι των φύλων, η εκπαιδευτική δραστηριότητα, ακόμη και η παραβατικότητα. Αναφέρονται γαμήλια, θρησκευτικά  και άλλα έθιμα, όπως το προξενειό, τα αναστενάρια και η μαγεία αντίστοιχα, τρόποι και μέσα διασκέδασης, όπως το γλέντι στην πλατεία του χωριού, η  παραδοσιακή μουσική και τα λαϊκά μουσικά όργανα. Προβάλλονται η οργάνωση της οικονομίας της προβιομηχανικής εποχής, βασισμένη στις  συντεχνίες, τα παραδοσιακά χειρωνακτικά επαγγέλματα και οι παραγωγικές δραστηριότητες, όπως της αμπελουργίας, της υλοτομίας.  Αποτυπώνεται η εισαγωγή της νεωτερικότητας από τη Δύση, μέσω των νέων αντιλήψεων για το χρήμα, την επιχειρηματικότητα, τις σπουδές και μάλιστα στο εξωτερικό, την έξοδο των γυναικών στην εργασία, αλλά και μέσω της εισαγωγής δυτικής τεχνολογίας και της εφαρμογής βιομηχανικών μεθόδων στην ως τότε παραδοσιακή οικοτεχνία και βιοτεχνία.

          Από την άλλη σκιαγραφείται ο χαρακτήρας του Θρακιωτών και η νοοτροπία τους: άνθρωποι φιλήσυχοι και συμπονετικοί, δεμένοι ισχυρά με τον γενέθλιο τόπο, την οικογένεια και την κοινότητα, με έντονο θρησκευτικό συναίσθημα και ανθρωπιά, που δε γνωρίζει κακία και μίσος για τον αλλόφυλο, για αυτό και συνοικούν ειρηνικά με τα άλλα μιλέτια στην ίδια πατρίδα. Εργατικοί και συντηρητικοί, ενίοτε και κάπως αντιδραστικοί στο ξενόφερτο καινούργιο αλλά όχι τόσο, ώστε να μην αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα της προσαρμογής και την αναπόφευκτη διάσταση μεταξύ των γενεών. Αυτά στον καιρό της ειρήνης. Και μετά όμως, στους ταραγμένους καιρούς του πολέμου, των διώξεων, της προσφυγιάς, αναδύονται από μέσα τους, λες και το ορίζει το DNA της φυλής και η ανθρωπογεωγραφία της Θράκης, αρετές όπως η καρτερία, το ψυχικό σθένος και η υπομονή, γιατί, όπως εξομολογείται στο έργο ο συγγραφέας, «από καιρό έχουν συνειδητοποιήσει ότι αφού γεννήθηκαν Θρακιώτες, πρέπει να υποφέρουν» (σελ.297). Αλλά και η αξιοπρέπεια, η επιμονή και η φιλοπρόοδη διάθεση, που τους επέτρεψε να ριζώσουν στις νέες πατρίδες τους, να αγαπήσουν και να δεθούν με τα νέα χώματα, να ξεπεράσουν τον ρατσισμό που αντιμετώπισαν από τους γηγενείς ομοεθνείς τους και τα δυσεπούλωτα ψυχικά τους τραύματα, να «δημιουργηθούν»  από την αρχή για δυο και τρεις φορές και να προκόψουν. Αυτό άλλωστε ορίζει η ανάγκη της επιβίωσης.

          Η ιστορία ξεκινά από την παιδική ηλικία του Σταμάτη Αγκουνά (παρατσούκλι που καθιερώθηκε ως οικογενειακό επίθετο), πρωτότοκου γιου ενός φτωχού καρβουνιάρη από τον Αη- Γιάννη του καζά της Βιζύης. Παρά τις περιορισμένες οικογενειακές δυνατότητες, χάρη στο ανήσυχο πνεύμα του, στο δυναμισμό και το έμφυτο ταλέντο του, σπάει την επαγγελματική οικογενειακή παράδοση και ακολουθεί την κλίση του, που του υπαγορεύει να ασχολείται με νερόμυλους και να εισάγει καινοτομίες στις καθιερωμένες μεθόδους και πρωτοποριακές τεχνικές βελτιώσεις. Έτσι προκόβει και πλουτίζει, κερδίζοντας την πατρική αναγνώριση. Στη συνέχεια, σύμφωνα με τον αναπόδραστο νόμο της Ζωής, ερωτεύεται, ένα κορίτσι ανώτερης από αυτόν κοινωνικής τάξης, με καταγωγή από τις Σοφίδες, τη Θεανώ. Τη διεκδικεί, την παντρεύεται και αποκτά πολυμελή οικογένεια, πατριαρχική στη δομή της, ακολουθώντας την παράδοση, αλλά με αγάπη, σεβασμό και ισότιμη αντιμετώπιση της γυναίκας του και μετά του μεγάλου γιου του, που θέλει να ακολουθήσει το παράδειγμα ενός γραμματιζούμενου θείου. Αυτός ασπάστηκε το σχήμα και μυήθηκε στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, που τελούσε υπό πατριαρχική αιγίδα και υποκινούνταν από το ελληνικό κράτος. Τόσο ο πατέρας όσο και ο δικός του πρωτότοκός γιος, ο Ορφέας, εκφράζουν συμβολικά το αστικό πνεύμα, που τείνει να κυριαρχήσει με πιο αργούς ρυθμούς – δεδομένης της αδράνειας που εκδηλώνει ο αγροτικός κόσμος και η θεοκρατική και φεουδαρχική δομή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – και στην περιοχή της Θράκης. Ο πλούτος και η κοινωνική άνοδος που αποκτά ο Σταμάτης τον φέρνουν σε σύγκρουση με την πανίσχυρη συντεχνία των μυλωνάδων και τον εκθέτουν σε κίνδυνο απαγωγέων και ληστών. Αντίστοιχα αλλά αντίθετα, η τύχη του Ορφέα είναι καλύτερη μέσα στα αστικά περιβάλλοντα όπου θα βρεθεί και θα αξιοποιήσει τις προσφερόμενες ευκαιρίες: στην Αθήνα αρχικά από προσωπική του επιλογή και κατόπιν στη Σμύρνη, όπου θα βρεθεί στρατευμένος εθελοντικά στην υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού και της Μεγάλης Ιδέας της Ελλάδας του Βενιζέλου.

          Στη συνέχεια η αφήγηση ακολουθεί με παράλληλη δράση κύκλους ειρήνης και πολέμου, περιόδους ηρεμίας και βίας, άλλοτε στη Θράκη και άλλοτε στην Αθήνα και στη Σμύρνη, αφήνοντας να διαφανεί ο εξαστισμός και τα πολιτικά πάθη της πρώτης και ο κοσμοπολιτισμός της δεύτερης. Παράλληλοι κύκλοι ζωής είναι και αυτοί του πατέρα και της οικογένειας από τη μια και από την άλλη του γιου και της νέας οικογένειας, με την οποία θα συνδεθεί, διεκδικώντας το δικό του έρωτα. Η ιστορία των προσώπων παρακολουθεί την εθνική και την ευρύτερη ιστορία κι έτσι ο αναγνώστης παρακολουθεί την έκρηξη των εθνικισμών στη Βαλκανική, την πρόσκαιρη υλοποίηση της Μεγάλης Ιδέας και την οριστική καταστροφή της, τον ξεριζωμό του Ελληνισμού της Ανατολής, την Ανταλλαγή των Πληθυσμών και τα τεράστια κοινωνικά προβλήματα με τα οποία έφερε αντιμέτωπο το μισο-διαλυμένο από τη Μικρασιατική ήττα ελληνικό κράτος. Ωστόσο, παρά τις ανατροπές που θα προκαλέσει στη ζωή των ηρώων η καμπή της ιστορίας, αυτοί καταφέρνουν να ορθοποδήσουν αξιοπρεπώς και να προκόψουν, ακόμη και να αναδειχθούν στη νέα τους πατρίδα και τη νέα πραγματικότητα, γεγονός που αναδύει ένα άρωμα αισιοδοξίας, ιδιαίτερα πολύτιμο στη σημερινή δυσχερή ιστορική συγκυρία.

          Το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, που αποτελεί το φόντο της μυθοπλασίας, οριοθετείται στα τέλη του 19ου και κυρίως στις απαρχές του 20ου , όταν ο αλυτρωτισμός των βαλκάνιων λαών και η διείσδυση των ΜΔ, των οποίων ο ανταγωνισμός δημιούργησε το Ανατολικό Ζήτημα, τάραξαν τη φαινομενικά ήρεμη ζωή των Ανατολικοθρακιωτών. Προξένησαν δεινά, θύματα και αλλεπάλληλες μετακινήσεις πληθυσμών, υπό την πίεση της ασκούμενης τρομοκρατίας ή χειρότερα της εφαρμοζόμενης εθνοκάθαρσης. Έτσι η νεοπαγής Εξαρχική Βουλγαρία εκδίωξε το ελληνικό στοιχείο από την Ανατολική Ρωμυλία το 1906, μετά από μια κλιμάκωση απαγωγών, δολοφονιών, διαρπαγών περιουσιών αλλά και με τη συστηματική διάλυση των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών δομών των ελληνικών κοινοτήτων. Ο μεγαλοϊδεατισμός της στόχευε νότια για έξοδο στο Αιγαίο και ανατολικά, μέχρι την Κωνσταντινούπολη και ενισχυόταν από τη Ρωσία. Λίγο νωρίτερα, το 1904, είχε αρχίσει να εκδηλώνεται στην Ανατολική Θράκη ιδίαις δυνάμεσι ο αντιβουλγαρικός αγώνας, τόσο με χαρακτήρα εκπαιδευτικό όσο και ένοπλο. Υποβοηθούνταν από την Εκκλησία και μυημένους στην Οργάνωση Κωνσταντινουπόλεως μητροπολίτες αλλά και από την Πανελλήνια Οργάνωση των Αθηνών. Στο έργο εκπροσωπούνται από τον γνωστότερο όλων καπετάν-Θόδωρο Αμπατζόπουλο από την περιοχή της Βιζύης και των Σαράντα Εκκλησιών, ο οποίος εξουδετέρωσε την ομάδα του αρχι-κομιτατζή Σισμανώφ στο χωριό Πινακά, που δρούσε τρομοκρατικά στα βουνά της Στράντζας, και τους μητροπολίτες Βιζύης Άνθιμο και Αδριανουπόλεως Πολύκαρπο και τον Αρχιμανδρίτη Ευσέβιο (πρόσωπο συνδεόμενο συγγενικά με τους πρωταγωνιστές της ιστορίας).  Η ελληνο-βουλγαρική διαπάλη στην Ανατολική Θράκη κορυφώθηκε μεταξύ 1907-9, όταν το ελληνικό κράτος ξεπέρασε τους ενδοιασμούς του και έστειλε στη Θράκη εμπειροπόλεμους Μακεδονομάχους αξιωματικούς και πράκτορες, για να συγκροτήσει αντάρτικα σώματα, να τονώσει το ελληνικό φρόνημα των ρωμιών και να τους προστατεύσει, να απωθήσει, τέλος, την αντίπαλη προπαγάνδα και την προσηλυτιστική δράση της Ουνίας, που ευνοούσε τους Εξαρχικούς. Στην προσπάθεια αυτή πρωτοστάτησαν ο Γεώργιος Κονδύλης, ο Στυλιανός Γονατάς,  από την Ελλάδα, ο Ίων Δραγούμης, ο Αθανάσιοος Σουλιώτης-Νικολαΐδης  από την Κωνσταντινούπολη και από πλευράς Οικουμενικού Πατριαρχείου ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄. Η διαπάλη διακόπηκε προσωρινά λίγο μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος των Νεότουρκων, όταν το 1909 αποκαλύφθηκε στη Μακρά Γέφυρα (Ουζούν-Κιουπρού) ένα  φορτίο όπλων, προοριζόμενο για τα ένοπλα ελληνικά σώματα, γεγονός που πυροδότησε τη βίαιη αντίδραση των οθωμανικών αρχών αλλά και των Νεότουρκων. Ο Θρακικός αγώνας διακόπηκε οριστικά κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, όταν οι συντελεστές του συμμετείχαν στα μέτωπα της Μακεδονίας και στη συνέχεια μετασχηματίστηκε περισσότερο σε πολιτικό αγώνα, από την επικράτηση των Νεότουρκων και εξής, με τη μορφή των διεκδικήσεων των συνταγματικών δικαίων των εθνοτήτων στη νεοσύστατη Οθωμανική Βουλή και των καταγγελιών των αυθαιρεσιών των Νεότουρκων.

          Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων οι ρωμιοί της Θράκης έζησαν την αβεβαιότητα, τα αντίποινα, την έξαψη του τουρκικού εθνικισμού ˙ είχε ήδη εξυφανθεί το 1911 στο 2ο συνέδριο των Ενωτικών στη Θεσσαλονίκη το σχέδιο της ομογενοποίησης της Αυτοκρατορίας και είχε  αρχίσει η κλιμάκωση των ενεργειών προς  εφαρμογήν του, αρχής γενομένης το 1912 με την επιβολή βαριάς φορολογίας και οικονομικού αποκλεισμού σε βάρος των  ρωμιών, με την υποχρεωτική στράτευση στη συνέχεια και με τη δημιουργία προσκομμάτων στη λειτουργία των εκπαιδευτικών τους θεσμών. Ωστόσο οι Ανατολικοθρακιώτες βρέθηκαν εν μέσω διασταυρούμενων πυρών. Από τη μια ήταν αυτά των ηττημένων στο Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο Βουλγάρων, η δράση και το μένος των οποίων αναζωπυρώθηκε, μετά το 1913. Από την άλλη του οθωμανικού στρατού, που ανακατέλαβε την Ανατολική Θράκη, και των Νεότουρκων, ο φανατισμός των οποίων στρεφόταν εναντίον τους, παρά τα δεινά που είχαν υποστεί πρόσφατα από τους Βουλγάρους. Μάλιστα η τουρκική πλευρά υποδαύλιζε τον ελληνο-βουλγαρικό ανταγωνισμό, που της έδινε την ευκαιρία να εξαπολύει διώξεις εναντίον των ρωμιών, να απελαύνει των πληθυσμό ολόκληρων χωριών, να εκτοπίζει άλλους στο εσωτερικό της Ανατολής και να εγκαθιστά στη γη και στις περιουσίες των διωκομένων μουατζίρηδες, δηλαδή πρόσφυγες εποίκους από τις απωλεσθείσες για την Αυτοκρατορία Βοσνία, Ερζεγοβίνη , Ήπειρο, Μακεδονία και Ανατολική Ρωμυλία, προκειμένου να ενισχύσει αριθμητικά το μουσουλμανικό στοιχείο στην Ανατολική Θράκη και να αλλοιώσει την εθνολογική της σύσταση. Κι όλα αυτά με τη συνέργεια της Πύλης και των Νεότουρκων και με τη συνεργασία των πρώτων με τους πρό τινος αντιπάλους τους, Βουλγάρους.

          Μετά την επικράτησή τους στο εσωτερικό το 1913, οι Νεότουρκοι εισήγαγαν την αυτοκρατορία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1914, για να «επιλύσουν» οριστικά το πρόβλημα που τους δημιουργούσε η παρουσία των χριστιανών και των αλυτρωτισμών τους και να εξουδετερώσουν τον αντίστοιχο κίνδυνο στην Ανατολή. Έτσι, μέσα στους καπνούς και τις κλαγγές των όπλων του Μεγάλου Πολέμου, άρχισε ο Μεγάλος Διωγμός το Μαύρο Πάσχα του 1914, εναντίον των Ανατολικοθρακιωτών, καθοδηγούμενος και υποστηριζόμενος τεχνικά από τους Γερμανούς, που αποτέλεσε ουσιαστικά το πείραμα των δύο συμμάχων για τις αντοχές και την αντίδραση της διεθνούς κοινής γνώμης. Η εθνοκάθαρση στην Ανατολική Θράκη  συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του Πολέμου, ακόμη κι όταν η (νεοτουρκική) ηγεσία της Τουρκίας συζητούσε επίσημα με το Βενιζέλο και την ελληνική πλευρά το ενδεχόμενο εθελοντικής ανταλλαγής πληθυσμών, ως μέτρου προστασίας των αμάχων αμφοτέρων των πλευρών. Αλλά και κατά τη διάρκεια του αυτονομιστικού κινήματος του δήθεν εξωμότη Νεότουρκου αξιωματικού Τζαφέρ Ταγιάρ τα έτη 1918-19. Στις συνήθεις πρακτικές προστέθηκαν και η επάνδρωση των ταγμάτων εργασίας για στρατιωτικές ανάγκες (amele tabourlari), οι μαζικές εκτελέσεις στρατευμένων ρωμιών, που παρουσιάζονταν ως πολεμικές απώλειες, και η αποστολή άλλων στην πρώτη γραμμή του πολέμου, ως «τροφή για το κανόνι». Έτσι, επί μια δεκαετία, αρχής γενομένης από τον Α΄ Βαλκανικό, οι πληθυσμοί της Βαλκανικής μετακινούνταν μαζικά, υπακούοντας στην ανάγκη που υπαγόρευαν άνωθεν και έξωθεν σκοπιμότητες, οι Θρακιώτες δε γνώρισαν δυο προσφυγιές: η πρώτη το 1913 για αυτούς της Δυτικής Θράκης, όταν εκδιώχθηκαν από τους Βουλγάρους, το 1914 για εκείνους της Ανατολικής, από τους γηγενείς Τούρκους και τους μουατζίρηδες εποίκους. Υπολογίζεται ότι γύρω στις 230.000 Ανατολικοθρακιώτες επιβιβάστηκαν το 1914 πανικόβλητοι σε τρένα ή σε καράβια από τα λιμάνια της Ραιδεστού, της Ηράκλειας και του Μυριόφυτου, για να αποβιβαστούν σε διάφορα λιμάνια της Ελλάδας, ενώ ελληνικοί πληθυσμοί από την Καλλίπολη και τα παράλια της Θράκης υποχρεώνονταν να μετακινηθούν προς την Μ. Ασία, για να αποφύγουν τους βομβαρδισμούς του Α΄ ΠΠ. Στη δε απροετοίμαστη να τους δεχθεί Ελλάδα, αναγκάστηκαν να ζήσουν αρκετούς μήνες σε σκηνές και παραπήγματα, μέχρι να εγκατασταθούν σε διάφορες περιοχές, κυρίως της Μακεδονίας, για να συμβάλουν αντίστοιχα σε εκείνης την εθνολογική συνοχή.

          Μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών και την επιδίκαση της Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα, το ανορθωτικό έργο της Διοίκησης της Ενιαίας Θράκης, ο ενθουσιασμός από την πραγματοποίηση του ονείρου της Μεγάλης Ελλάδας, η νοσταλγία για το χαμένο γενέθλιο τόπο και η τουρκική πολιτική, που στόχευε στην εκκένωση της Ανατολής από τον χριστιανικό της πληθυσμό, έκαναν πολλούς από τους απανταχού διασκορπισμένους Θρακιώτες να σπεύσουν στις εστίες τους. Περίπου 130.000 επέστρεψαν και στις περισσότερες των περιπτώσεων τις βρήκαν κατεστραμμένες ή λεηλατημένες. Έτσι αναγκάστηκαν να ξεκινήσουν τη ζωή τους και πάλι από την αρχή. Ενάμισι χρόνο κράτησε η χαρά τους. Η Μικρασιατική ήττα της Ελλάδας παρέσυρε στη δίνη της και την τύχη της Ανατολικής Θράκης. Για την ακρίβεια, η τύχη της είχε προαποφασιστεί στα διαβούλια των Μεγάλων στο Παρίσι ˙ στα Μουδανιά τον Οκτώβριο του 1922 ανακοινώθηκε απλώς στην ελληνική πλευρά το τετελεσμένο και δόθηκε 15νθήμερη διορία στις ελληνικές αρχές, πολιτικές και στρατιωτικές, να παραδώσουν στους νέους εντολοδόχους και ενός μήνα στον ελληνικό πληθυσμό να περάσει στη δυτική όχθη του Έβρου. Η δεύτερη προσφυγιά ήταν περισσότερο οδυνηρή και οριστική. Υπαγορευόταν δε από το φόβο των τουρκικών αντίποινων, που μετατράπηκε σε πανικό. Υπό αυτές τις συνθήκες και κάτω από πολυήμερη καταρρακτώδη βροχή συντελέστηκε η Έξοδος των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης. Με πλοία, τρένα, κάρα και βοϊδάμαξες αλλά και πεζή, την εγκατέλειπαν, αφήνοντας  και πάλι πίσω τους όση περιουσία ξανάχτισαν και τη σοδειά στις αποθήκες, που δεν τους επιτράπηκε ούτε μεταφερθεί ούτε να εκποιηθεί, κι ας ήταν αναγκαία για το βιοπορισμό τους μετά, για να διασπαρθούν στη Δυτική Θράκη, τη Μακεδονία και αλλού. Στη διαδρομή πλιατσικολογούνταν κι έχαναν τους δικούς τους από τις κακουχίες. Ούτε η παρουσία του στρατού ούτε οι διαβεβαιώσεις της διασυμμαχικής επιτροπής για συντονισμένη και πειθαρχημένη αποχώρηση μπόρεσαν να αναχαιτίσουν τον πανικό. Η υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης ήρθε στο τέλος, το 1923, για να επικυρώσει de facto τα συντελεσμένα.

                 Η οικογένεια του Σταμάτη, που έζησε τις δύο προσφυγιές, και οι αγαπημένοι του Ορφέα, όσοι σώθηκαν, πέρασαν στην Ελλάδα και αντιμετώπισαν τη μοίρα του πρόσφυγα και την προκατάληψη των ντόπιων. Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή σε όσους έχουν προσφυγική καταγωγή και στους άλλους λογικά αναμενόμενη. Το διαλυμένο ελληνικό κράτος αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες του τεράστιου προσφυγικού κύματος που κατέκλυσε τη χώρα. Και στη Δυτική Θράκη δεν κατόρθωσε να συγκρατήσει τον όγκο των Ανατολικοθρακιωτών προσφύ- γων, ώστε αφενός να τους αποκαταστήσει με τη μόνιμη σ’ αυτήν εγκατάστασή τους, εξασφαλίζοντας την πολιτιστική και ιστορική τους συνέχεια στη θρακική γη, αφετέρου να ενισχύσει τη Δυτική Θράκη και να τη θωρακίσει από την τουρκική επιβουλή. Έτσι δεν αποκαταστάθηκε στην ολότητά της η ιστορική παρουσία των Θρακιωτών σε όση γη τους απέμεινε.

                 Το έργο από τεχνικής άποψης είναι απλό: η ευθύγραμμη αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή διακόπτεται σποραδικά από αναδρομές στο παρελθόν, αναγκαίες συμπτύξεις χρόνου και λίγες προσημάνσεις. Την παρουσία του συγγραφέα την υποπτεύεται ο αναγνώστης από τη συγκινησιακή φόρτιση που προκαλεί η αφήγηση. Την εκλαμβάνει περισσότερο ως εκπλήρωση ενός ηθικού χρέους παρά ως προσπάθεια αναζήτησης ενός λογοτεχνικού ύφους. Τη συναισθηματική συμμετοχή του την αντιλαμβάνεται από τη συγκρατημένη πικρία που αποπνέει η αφήγηση για την ανεπάρκεια του κράτους και την ολιγωρία του απέναντι στους πρόσφυγες, για τα πάθη του διχασμού και τα λάθη της ηγεσίας, που κόστισαν βαρύ τίμημα σε αμέτοχους αθώους. Εκείνο όμως που τον κερδίζει από την πρώτη στιγμή είναι το ανθρώπινο βλέμμα του συγγραφέα, που αγκαλιάζει με την ίδια κατανόηση και αγάπη ρωμιό και τούρκο, διεισδύει στην ανθρώπινη ψυχή και εστιάζει στον πόνο, στην πίκρα, στη λαχτάρα και στη χαρά της, για να καταδείξει ότι τα αισθήματα αυτά είναι πανανθρώπινα και ότι η βία δεν είναι γνώρισμα εθνικό.

                 Για το σημερινό αναγνώστη και ιδίως τον νέο, που αγνοεί ή έχει συγκεχυμένη την εικόνα των γεγονότων της πρόσφατης ιστορίας, το «Αχ, Θράκη μου» αποτελεί συνδρομή για τη βιωματική της πρόσληψη και συγχρόνως έναυσμα για προσωπική αναζήτηση. Το τελευταίο θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την ανασύνθεση της τοπικής ιστορίας, που τόσο έχει παραμεληθεί από τους επίσημους κρατικούς φορείς και απλώς επαφίεται στον πατριωτισμό μεμονωμένων ιδιωτών και πολιτιστικών συλλόγων, περιορισμένος από τη συνήθη οικονομική δυσπραγία, τη γενικότερη αδιαφορία και τον ερασιτεχνισμό.

                  Για τους απανταχού Θρακιώτες το έργο, εκτός από τη συναισθηματική φόρτιση  και ταύτιση που προκαλεί,  συνεισφέρει στην ιστορική αφύπνιση, που άρχισε να εκδηλώνεται δειλά και ασυγκρότητα τις τελευταίες δεκαετίες. Καθώς οι τελευταίοι της πρώτης γενιάς προσφύγων φεύγουν, οι νεότερες στερούνται των σταθερών σημείων αναφοράς, που θα τους επέτρεπαν να συγκροτήσουν συλλογική ιστορική μνήμη. Άλλωστε και οι πρόγονοί τους χωνεύτηκαν μέσα στην ομοιογένεια, που εκόν-άκον το ελληνικό κράτος διαμόρφωσε μετά τα τραυματικά για το έθνος γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής, αλλά και εξαιτίας της μεγάλης διασποράς, της ανάγκης της προσαρμογής και της επιβίωσης. Πολλοί το αποδίδουν στη νωθρή ψυχοσύνθεση του Θρακιώτη, συγκρίνοντάς τον με τον Πόντιο, τον Ηπειρώτη, τον Κρητικό. Σε κάθε περίπτωση πάντως, συγγραφικές προσπάθειες σαν κι αυτήν αποτελούν προβολείς της άσημης και παραγνωρισμένης θρακικής ιστορίας και συνιστούν πολύτιμη κατάθεση στο ταμείο σύστασης «Θρακικής Συνείδησης», το παράδειγμα της οποίας πρέπει να ακολουθήσουν συστηματικά και ποικιλοτρόπως οι νεότεροι.

 

Έφη Καραπούλη

ΘΕΜΑ 20

ΚΥΡΙΑΚΉ, ΙΟΎΝΙΟΣ 10, 2012

Η ΔΙΑΝΟΙΞΗ ΤΗΣ ΚΟΙΤΗΣ ΤΟΥ ΕΒΡΟΥ- ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ

*Η φωτογραφία είναι του 1922, όταν περνούσαν στη δυτική όχθη του Έβρου οι διωγμένοι άδικα από τις πατρογονικές τους εστίες, Ανατολικοθρακιώτες. 

«Ἕβρος ποταμός ἐστι τῆς Θρᾴκης.
Ἐκαλεῖτο δὲ πρότερον Ῥόμβος,
τὴν προσηγορίαν εἰληφὼς
ἀπὸ τῆς συστροφῆς τῆς καταφορᾶς τοῦ ὕδατος…»
(Τιμόθεος στο  ΙΑ΄ βιβλίο  «Περὶ Ποταμῶν»).
Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης
          Το χειμώνα κάθε χρόνο, όλοι γνωρίζουμε ότι πλημμυρίζει ο ποταμός Έβρος, που κατακλύζει απέραντες καλλιεργήσιμες εκτάσεις προκαλώντας τεράστιες καταστροφές και απειλώντας πολλά χωριά.
          Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα του ποταμού αυτού. Η διάνοιξη της κοίτης του ώστε τα νερά να μην πλημμυρίζουν, αλλά να ρέουν κανονικά προς τη θάλασσα.
Ο Έβρος που πηγάζει από το όρος Ρίλα της Βουλγαρίας, διατρέχει οριζόντια τη χώρα αυτή και μετά στρέφεται κάθετα προς νότια κατεύθυνση και εκβάλει στο Θρακικό Πέλαγος μεταξύ Αίνου και Αλεξανδρουπόλεως, σχηματίζοντας ένα εκτεταμένο λιμνοβαλτώδες Δέλτα με πλούσια πανίδα.
Το συνολικό μήκος του ποταμού είναι 515 χιλμ. Από αυτά το 203 χιλμ. Αποτελούν σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και τα 15 χιλμ. Σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας. Ο ποταμός αυτός είχε κατά το παρελθόν  πολλά και νοστιμότατα ψάρια (σαζάνια, γουλιανούς κ.λπ.). Ειδικότερα στις εκβολές του, όπου σχηματίζονται οι λιμνοθάλασσες Στεντορίς (νυν Γιάλα) και Μπουρού,  ψαρεύονται τα λεγόμενα «νίτικα» ψάρια, από το όνομα της Αίνου.
Στην παραποτάμια περιοχή του Έβρου έχουν εντοπιστεί να διαβιούν 41 είδη ερπετών και αμφιβίων, γεγονός που έχει αναδείξει την περιοχή στη σημαντικότερη περιοχή γι’ αυτά τα ζώα στην Ευρώπη. Στον ποταμό και στο Δέλτα του, ζουν 46 διαφορετικά είδη ψαριών, του γλυκού και θαλασσινού νερού.
Το Δέλτα του ποταμού Έβρου είναι ένας από τους σημαντικότερους υγροβιότοπους της Ελλάδας. Γι’ αυτό προστατεύεται από την Συνθήκη Ραμσάρ και έχει χαρακτηρισθεί ως Περιοχή Ειδικής Προστασίας και Ειδικώς Προστατευόμενη Μεσογειακή Περιοχή.
Ο Δήμος Φερών προσφέρει σε κάθε ενδιαφερόμενο, επίσκεψη με ξύλινες βάρκες στο Δέλτα.
*Ο Έβρος σήμερα
Τα προβλήματα του ποταμού

Το ποτάμι μολύνθηκε τα τελευταία 30 χρόνια και από τα φυτοφάρμακα των εκατέρωθεν καλλιεργειών και από απόβλητα προερχόμενα από βαριές βιομηχανίες της Βουλγαρίας (κατεργασίας τσίγκου, μόλυβδου, ελαστικών, και χημικών). Μέγιστο πρόβλημα προκύπτει και από τον εκ Τουρκίας παραπόταμο Εργίνη, που έχει βυρσοδεψεία στις όχθες του.
Άλλο μεγάλο πρόβλημα του ποταμού Έβρου είναι η λαθρομετανάστευση, που υποστηρίζεται από την ανατολική  όχθη του , δηλαδή από την Τουρκία και διευκολύνεται από το γεγονός ότι ειδικά το καλοκαίρι, περιορίζονται αισθητά, τα βάθη του.
          Πάντως από τα πανάρχαια χρόνια ο Έβρος χαρακτηρίζονταν προικοδότης της Θράκης, αφού με το νερά του και την ιλύ που κατέβαζε, καθιστούσε εύφορα τα εδάφη της «εριβώλακος Θράκης». Παράλληλα ο ποταμός  χρησιμοποιούνταν κυρίως για μεταφορά ξυλείας και αγροτικών προϊόντων που μεταφέρονταν στο λιμάνι τις Αίνου με σχεδίες αλλά και μεγάλες φορτηγίδες και συνέδεαν έτσι την Φιλιππούπολη και την Αδριανούπολη με το Αιγαίο Πέλαγος .
          Το πλούσιο χώμα όμως με τα χρόνια γέμιζε την κοίτη του, δημιουργώντας μεγάλες πλημμύρες και ακυρώνοντας εκ των πραγμάτων την ποταμοπλοΐα, τόσο χρήσιμη στο εμπόριο της περιοχής.
          Έτσι η διάνοιξη της κοίτης του ποταμού Έβρου κατέστη πρόβλημα από τον 19ο αιώνα. Πρόβλημα που δεν επιλύθηκε παρά τις προσπάθειες που έγιναν από τότε (όχι σημαντικές) και εξακολουθεί να ταλανίζει κυρίως την Ελλάδα.
*Βαρκάδα στο Δέλτα του Έβρου 
Η διάνοιξη της κοίτης ιστορικά

          Ιστορικά και με βάση τα αρχεία του Φόρεϊν Όφις μια πρώιμη αναφορά στη ανάγκη διάνοιξης της κοίτης του ποταμού Έβρου, έτσι ώστε να γίνει πλωτός σε φορτηγίδες (μαούνες) που θα κουβαλούσαν τα προς εξαγωγή προϊόντα στο λιμάνι της Αίνου και θα επέστρεφαν βόρεια με άλλα αγαθά γίνεται στο Οθωμανικό Αυτοκρατορικό Διάταγμα του Σεπτεμβρίου του έτους 1839 (Αρχείο Φόρεϊν Όφις 195/100, 26 Φεβρουαρίου1840).
          Μια άλλη αναφορά γίνεται στο υπόμνημα των αντιπροσώπων της Αδριανούπολης προς την Υψηλή Πύλη για την ανάπτυξη της γεωργίας, τον Απρίλιο του 1845. (Αρχείο Φόρεϊν Όφις 195/100, Whilshire  toCunning 11 Απριλίου 1845). Ειδικότερα το Σεπτέμβριο του 1844 η σουλτανική κυβέρνηση έκανε σειρά εξαγγελιών για τη βελτίωση των συνθηκών της αγροτικής οικονομίας. Για το λόγο αυτό προσκλήθηκαν αντιπροσωπείες από κάθε σαντζάκι να υποβάλουν υπομνήματα με προτάσεις  για την ευημερία των περιοχών τους. Έτσι και οι Αδριανουπολίτες υπέβαλαν το δικό τους υπόμνημα το 1845.
Ένα χρόνο μετά, το 1846 ο σουλτάνος στην περιοδεία του στην περιοχή πρόσφερε ποσό 2 εκ. πιάστρων για τη διάνοιξη του ποταμού Έβρου. Ο Άγγλος υποπρόξενος της Αδριανούπολης Whilshire σε αναφορά του προς τον προϊστάμενό του υπουργό Εξωτερικών George Cunning (Αρχείο Φόρεϊν Όφις 195/100, 20 Μαΐου 1846) θεώρησε ότι το ποσό αυτό ήταν ανεπαρκές.
          Παρά το γεγονός ότι έργα διαπλάτυνσης και διάνοιξη του Έβρου δεν έγιναν, το ενδιαφέρον των κατοίκων υπήρξε αδιάπτωτο. Στην εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης «Νεολόγος» της 16ης Μαΐου 1872, υπάρχει μια εκτενής αναφορά γραμμένη από τον Ν. Γ. Χατζόπουλο «κατ’ εντολήν και εν ονόματι των κατοίκων της Αίνου» και αφορά βασικά την διεκδίκηση των Αινιτών να μην γίνει λιμάνι στο Δεδέαγατς (σημερινή Αλεξανδρούπολη). Η αναφορά αυτή περιέχει και σημαντικές πληροφορίες φια την πλωιμότητα του ποταμού Έβρου όπως:
«Κατά το 1847 ο γάλλος μηχανικός Ποαρέλ αποσταλείς υπό της αυτοκρατορικής κυβερνήσεως»μελέτησε τα λιμάνια της Αίνου Δρακοντίνα και Ποντισμένη και τον «μέχρι Αδριανουπόλεως πλώιμον ποταμόν Έβρον και όλα τα παρακείμενα μέρη από Δεδέαγατς αρξάμενος μέχρι του Ιμπριτζέ (κολπίσκου του Ξηρού)». Κατά δε το έτος 1859 η εταιρία Κομόντ «είχε αναλάβει την επιδιόρθωσιν του ποταμού και επί τινας μήνας ανέπλεεν το ατμόπλοιον μέχρις Αδριανουπόλεως».
*Ο Έβρος στο ύψος της Αδριανούπολης
Ένας άλλος μηχανικός ο Βίλεν ερεύνησε επίσης τα δύο λιμάνια της Αίνου και τον Έβρο και τα παρακείμενα παράλια. Επίσης το 1871 εξέτασε την ίδια περιοχή και ένας μηχανικός του Αγγλικού Ναυτικού. Όλοι- κατά τους Αινίτες- αποφάνθηκαν ότι η Αίνος είναι το φυσικό λιμάνι όλης της Νοτιοδυτικής Θράκης και όταν θα κατασκευάζονταν ο σιδηρόδρομος θα ήταν ο προσφορότερος σταθμός των εμπορικών θρακικών πόλεων. Αν μάλιστα γίνονταν στον ποταμό Έβρο τα έργα που πρότεινε το 1859 ο Βίλεν και καθαρίζονταν το στόμιο του ποταμού, θα μπορούσαν- έλεγαν οι Αινίτες- να προσορμίζονται σ’ αυτόν πλοία χωρητικότητας «6-10.000 κοιλών». Πρότειναν μάλιστα να πουλήσει η οθωμανική κυβέρνηση τις τεράστιες εκτάσεις που διέθετε κοντά στον ποταμό για να χρηματοδοτήσει τα έργα για ένα πλώιμο Έβρο.
Πάντως πέρα από τη διαμάχη Αίνου- Δεδέαγατς, για την δημιουργία λιμανιού ενδιαφέρον έχουν οι πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν τότε, για την πλωιμότητα του ποταμού Έβρου μέχρι της Αδριανουπόλεως, αφού έστω και δοκιμαστικά κυκλοφορούσε τότε  ατμόπλοιο. Ο αρθρογράφος μάλιστα σημειώνει στο άρθρο του ότι ο Έβρος είναι πλώιμος κάθε εποχή, αρκεί να καθαρίζεται με ασήμαντη δαπάνη και να περιστέλλεται η κοίτη του ώστε τα νερά, να είναι συγκεντρωμένα και να μη διαρρέουν κατά τη διαδρομή του.
Σχετικά με τον πλου ατμοπλοίου στον ποταμό Έβρο, από την Αδριανούπολη έως τις εκβολές του και από εκεί έως την Κωνσταντινούπολη, έχει διασωθεί η αναφορά του προξένου Α. Δόσκου  με ημερομηνία 13 Απριλίου 1859 , προς την Ελληνική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης, με επισημάνσεις για την ανάγκη έργων συντήρησης της κοίτης του ποταμού, γιατί το ατμόπλοιο κολλούσε στα αβαθή. Είναι ενδιαφέρον κείμενο. Το ατμόπλοιο, αν συνέχιζε τα ταξίδια του θα άλλαζε την καθημερινότητα των κατοίκων του Έβρου και τη μοίρα τους. Η ανάπτυξη θα είχε άλλο περιεχόμενο και ταχύτατους ρυθμούς, που θα έβγαζαν την περιοχή από την νωχέλεια της Ανατολής και την υπανάπτυξη, στην οποία την είχε καταδικάσει το Οθωμανικό κράτος.
Έγραφε ο Δόσκος:
          «Χθες ημέραν του Πάσχα κατέπλευσεν ενταύθα κατά πρώτον το του ποταμού Μαρίτζης (Έβρου) ατμόπλοιον όπερ μέλλει να  ταξιδεύση μεταξύ των δύο τούτων πόλεων. Το ατμόπλοιον τούτο είναι 30 ίππων δυνάμεως ανεπαρκές δε δια την υπηρεσίαν είς ήν είναι προορισμένον, διότι δεν δύναται να εύρη πλείονας των τριών φορτηγών λέμβων. Ωσαύτως δε και ο ποταμός χρήζει εισέτι πολλής εργασίας διότι εις πολλά μέρη τα νερά κατά τοσούτον είναι αβαθή ώστε εκάθησεν τρεις μέχρις ού φθάσει ενταύθα. Απαιτούνται επομένως πολλαί εισέτι χρηματικαί δαπάναι και δεν είναι γνωστόν αν η εταιρεία αύτη θέλει αποφασίσει να κάμη τοιαύτας. Το πρώτον ταξίδιον εγένετο προς δοκιμήν.
          Αν τακτοποιηθεί η ατμοπλοϊκή αύτη υπηρεσία η επαρχία αύτη θα έχει μεγάλας εμπορικάς ωφελείας, κυρίως δια την ευκολίαν της εξαγωγής των προϊόντων της. Λέγεται δε ότι αν και η παρούσα εταιρεία δεν φέρει εις πέρας το σχέδιόν της, υπάρχει ετέρα πρόθυμος να αγοράσει την εργολαβίαν ταύτην».
          Μαρτυρίες για τον πλωτό Έβρο υπάρχουν σε έκθεση του πρόξενου της Αδριανούπολης Π. Λογοθέτη για την Αδριανούπολη, ο οποίος στις 17 Οκτωβρίου 1866 γνωστοποιούσε στο υπουργείο Εξωτερικών ότι «η πόλις αύτη κειμένη εν τω κέντρω της Θράκης και συγκοινωνούσα μετά της μεσογείου θαλάσσης δια του πλευστού ποταμού Έβρου κοινώς Μαρίτζα…».
Ενώ σε άλλο σημείο της ίδιας έκθεσης γράφει:
          «Η δια του λιμένος της Αίνου εξαγωγή των τε δημητριακών καρπών και των διαφόρων άλλων προϊόντων εκτελείται δια του ποταμού Έβρου, τη βοηθεία σχεδιών, εφ’ όσον η δριμύτης του ψύχους δεν παγώνει τα ύδατα του ειρημένου ποταμού, όστις κατά παν έτος σχεδόν κατεχόμενος βαθυκρυσταλλούται και διατελεί πολλάκις πεπηγμένος μέχρι τέλους Φεβρουαρίου». 
          Η πρόθεση να είναι πάντα πλωτός ο Έβρος, φαίνεται πως επηρέασε και την κατασκευή της σιδηροδρομικής γέφυρας στο Πύθιο. Το Φεβρουάριο του 1873 όπως έγραφε ο «Νεολόγος» είχε ήδη αρχίσει η τοποθέτηση επί του ποταμού Έβρου στο χωριό Κούλελι Μπουργκάζ (σημερινό Πύθιο) της σιδερένιας σιδηροδρομικής γέφυρας. Όπως έγραφαν οι εφημερίδες θα στηρίζονταν σε 15 αψίδες «ένεκα δε του ύψους αυτής, θα ή δυνατόν να διέρχονται κάτωθεν αυτής ιστιοφόρα και σχεδίαι καταπλέουσαι τον Έβρον».
          Για τον πλωτό Έβρο υπάρχουν όμως και άλλες πληροφορίες στην ίδια εφημερίδα της 28 Ιανουαρίου 1876, όπου αναφέρεται σε μια επιφυλλίδα για το νομό της Αδριανούπολης, ότι από τους ποταμούς της Θράκης μόνο Έβρος ήταν πλωτός σε μεγαλύτερα πλοία μέχρι την Αδριανούπολη και σε μικρότερα μέχρι τη Φιλιππούπολη. Στα άλλα ποτάμια γίνονταν μεταφορές ξυλείας και δημητριακών με σχεδίες. Στον Έβρο όμως για τα ποταμόπλοια ειδικά το καλοκαίρι που λιγόστευαν τα νερά, προέκυψε ένα άλλο απροσδόκητο εμπόδιο. Οι ιδιοκτήτες των νερόμυλων έχτιζαν σε επαφή με τις όχθες, μεγάλα φράγματα για να συγκρατούν το νερό, αλλά αυτό εμπόδιζε τη διέλευση των πλοίων.
          Παλαιότερα μάλιστα κατά το «Νεολόγο» είχε συσταθεί εταιρία «ποταμοπλοϊκή των θρακικών ποταμών, σκοπούσα να ενεργεί δια μικρών ατμοπλοίων την ποταμοπλοΐαν του Έβρου, αλλ’ ένεκα των ανωτέρω διαφραγμάτων άτινα η οθωμανική κυβέρνησις δεν κατώρθωσε να αφαιρέση, η εταιρία εκείνη δεν ηδυνήθη να εργασθή. Εξ εκάστης των πολυπληθών σχεδιών (5-10 χιλ. ετησίως) αίτινες διέπλεον τον Έβρον, η οθωμανική κυβέρνησις εισπράττει τέλη διαπόρια 45 γρόσια, άχρις Αδριανουπόλεως και 45 άχρις Αίνου».  
          Την πλωιμότητα του Έβρου εκμεταλλεύθηκαν και οι Ρώσοι, όταν κατέλαβαν το 1878 τη Θράκη, όπως έγραψε η «Παλιγγενεσία» των Αθηνών :
          «Οι Ρώσσοι κατώρθωσαν δια λέμβων ιδιαιτέρας κατασκευής να καταστήσωσι πλωτόν τον Έβρον (Μαρίτσαν) όστις διερχόμενος δια της Αδριανουπόλεως χύνεται εις το Αιγαίον. Δια του τρόπου τούτου μετά πάσης της δυνατής ευκολίας δύνανται δια του ποταμού να μεταφέρωσιν εξ Αίνου εις Αδριανούπολιν οσασδήποτε ποσότητας σιτηρών και λοιπών εμπορευμάτων». 

Ήθελαν πλωτό και τον Στρυμόνα

Η Τουρκία σχεδίαζε το 1859 να καταστήσει πλωτό και το Στρυμόνα , για να ανεβαίνουν ατμόπλοια έως τις Σέρρες. Την εποχή εκείνη επισκέφθηκε μάλιστα την περιοχή Οθωμανός μηχανικός και άρχισε τις πρώτες εργασίες εκβάθυνσης της κοίτης, αλλά το έργο δεν ευοδώθηκε τότε.
          Το 1863 σύμφωνα με αναφορά του προξένου Σερρών Γ. Α. Λαγκαδά  στις 16 Ιουνίου κατέφθασε στις Σέρρες ένας Άγγλος επιχειρηματίας από το Μάντσεστερ (Μαγχεστρία όπως το ονόμαζαν τότε) συνοδευόμενος από τον επιχειρηματία της Θεσσαλονίκης Άμποτ.       Αυτοί οι δύο πραγματοποίησαν μια συγκέντρωση Σερραίων επιχειρηματιών, στους οποίους γνωστοποίησαν, ότι προτίθενται να επιχειρήσουν να καταστήσουν «πλευστόν τον ποταμόν Τσιάγιζε (Στρίμονα)» και στη φάση εκείνη ζήτησαν να συγκεντρωθεί με συνεισφορά, ποσό πεντακοσίων λιρών, για να φέρουν μηχανικό από την Αγγλία, ο οποίος να «να παρατηρήσει τον ποταμόν ίνα γνωρίσωσι αν γίνητε πλεύσιμος». Κατά τους υπολογισμούς του Άγγλου επιχειρηματία απαιτούνταν για το έργο 50.000 λίρες Αγγλίας.
          Αλλά και το σχέδιο εκείνο, δεν προχώρησε…
Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

ΠΗΓΕΣ
-Ιστορικό Αρχείο Ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών.
-Αρχεία Φόρεϊν Όφις
-Ανδρέα Κ. Λυμπεράτου «Οικονομία, Πολιτική και Εθνική Ιδεολογία- Η διαμόρφωση των εθνικών κομμάτων στη Φιλιππούπολη του 19ου αιώνα» Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2000.
-Εφημερίδες εποχή
ΘΕΜΑ  21
                                                                                                                                                                                                 _1_
                                                                                                                                                                                                  -2-
                                                                                                                                                                                         -3-
                                                                                                                                                                                       -4-
                                                                                                                            ΠΗΓΗ: ΛΕΥΚΩΜΑ ΘΡΑΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ  ΤΟΥ 1932

 

ΘΕΜΑ 22

 

 

 

 

 

ΘΕΜΑ 23

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ ΤΗΣ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ

 

 

 

16-07-2012

 

«Ανατολική Θράκη –Ανατολική Ρωμυλία: Αλησμόνητες πατρίδες του Οικουμενικού Πατριαρχείου»

Γράφει ο θεολόγος, εκκλησιαστικός ιστορικός και νομικός Ιωάννης Ελ. Σιδηράς

Δεν θα ήταν υπερβολή εάν λέγαμε ότι από τις πλέον εκλεκτές και αγαπημένες εκκλησιαστικές επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που μέχρι σήμερα παραμένουν αλησμόνητες, υπήρξαν εκείνες οι επαρχίες της Ανατολικής Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας ή Βορείου Θράκης. Γι’ αυτό συχνότατα γράφω και λέγω ότι η «Θρακική Γη είναι Γη Πατριαρχική». Οι εκκλησιαστικές αυτές επαρχίες ανέκαθεν διατηρούσαν ισχυρούς και ακατάλυτους, εκκλησιαστικούς και πνευματικούς δεσμούς με τη Μητέρα Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Τα φρόνημα των ανατολικοθρακών και των ανατολικορωμυλιωτών ήταν βαθύτατα πατριαρχικό, βαθύτατα διαποτισμένο από την ζωογόνο εκκλησιαστική πνοή του μαρτυρικού και εσταυρωμένου Φαναρίου, του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου. Και μέχρι σήμερα αυτή η συνείδηση ότι ανήκουμε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο παραμένει ζωντανή στο νου και στην ψυχή των Θρακών που διαβιούν στην ελληνική Θράκη ως απόγονοι και συνεχιστές της εκκλησιαστικής, ιστορικής και πολιτισμικής παραδόσεως και πορείας εκείνων των μαρτυρικών προσφύγων προγόνων μας Θρακών που λόγω της εθνοφυλετικής – εθνικιστικής μεγαλοϊδεατικής πολιτικής και βίαιας τακτικής των Βουλγάρων εγκατέλειψαν την Ανατολική Ρωμυλία και αργότερα λόγω της νεοτουρκικής θηριωδίας μέχρι την Μικρασιατική καταστροφή (1922), και τις προγονικές τους εστίες στην Ανατολική Θράκη.

Μητροπόλεις και επισκοπές

Η Ανατολική Θράκη και η Ανατολική Ρωμυλία ως ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές και εκκλησιαστικές επαρχίες είχαν συγκριτικά με άλλες περιοχές τις περισσότερες Μητροπόλεις και επισκοπές. Το γεγονός αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο και περιστασιακό. Αντιθέτως περίτρανα αποδεικνύει τόσο το υψηλό και γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα των κατοίκων της Ανατολικής Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας όσο και την ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα που έδιδε το Οικουμενικό Πατριαρχείο σ’ αυτές τις νευραλγικές εκκλησιαστικές επαρχίες του με τον υψηλού επιπέδου ακμάζοντα ορθόδοξο πληθυσμό, που ήταν αφοσιωμένος, παρά το κόστος που πλήρωναν, λόγω της αφοσιώσεώς τους στην Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Έτσι στην Ανατολική Θράκη μέχρι και την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923 υπήρχαν και άκμαζαν οι Μητροπόλεις: Αδριανουπόλεως, Ηρακλείας, Αίνου, Τυρολόης και Σερεντίου, Βιζύης και Μηδείας, Σαράντα Εκκλησιών, Σηλυβρίας, Γάνου και Χώρας, Μυριοφύτου και Περιστάσεως, Καλλιπόλεως και Μαδύτου, Μετρών και Αθύρων, ενώ στην Ανατολική Ρωμυλία οι Μητροπόλεις Φιλιππουπόλεως, Βάρνας, Αγχιάλου, Αγαθουπόλεως, Αγαθονικείας, Βράτσας, Λεύκης, Κωνσταντίας, Λιτίτσης, Μεσημβρίας, Πρεσλάβας, Ροδοστόλου, Σαμακοβίου και Σωζοπόλεως.

Οι σημαντικές αυτές Μητροπόλεις υπήρξαν για τον πολλές φορές δοκιμαζόμενο ελληνισμό της Ανατολικής Θράκης και της Ρωμυλίας η ασπίδα προστασίας, αλλά και η μήτρα της προόδου σε όλα τα επίπεδα. Οι Μητροπολίτες και επίσκοποι που εκλέγονταν και απεστέλοντο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις επαρχίες αυτές, όπου χτυπούσε δυνατά η ελληνική καρδιά του γένους μας, μετέφεραν στους Θράκες προπάτορές μας τα νάματα της πίστεως, τη φλόγα της ρωμιοσύνης, την γνήσια και ανόθευτη συνείδηση ότι οι επαρχίες εκείνες ήταν πατριαρχικό έδαφος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποτελούσε την Μητέρα τους Εκκλησία.

Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι ω Μητροπολίτες και επίσκοποι στις εκκλησιαστικές επαρχίες της Ανατολικής Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας εκλέγονταν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο οι άριστοι, και μάλιστα πολλοί από αυτούς αργότερα εκλέγονταν και οικουμενικοί πατριάρχες (π.χ. Ιωακείμ Γ’, Φώτιος ο Β΄). Καθόλου τυχαίο επίσης δεν είναι το γεγονός ότι οι ανατολικοθρακιώτες και οι ανατολικορωμυλιώτες, όπως ομολογούσαν τόσο οι Βούλγαροι όσο και οι Οθωμανοί, ήταν οι πιο πιστοί και αφοσιωμένοι χριστιανοί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο λάτρευαν και ήταν περήφανοι που αποτελούσαν ποίμνιο της μαρτυρικής Μητέρας Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Σε πολλές μάλιστα ιδιαίτερα δύσκολες και επικίνδυνες περιόδους, αν και θα μπορούσαν να απαρνηθούν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και να σωθούν, εκείνοι παρέμεναν πεισματικά, γενναία και ακλόνητα πιστοί στην μάνα τους Εκκλησία και θυσιάζονταν. Και κοντά σ’ εκείνους οι παπάδες μας, οι Μητροπολίτες τους, οι καλόγεροί τους, εκ των οποίων πολλοί είναι Άγιοι της Εκκλησίας μας.

Σε πρώτη γραμμή για το Πατριαρχείο τα θέματα παιδείας και μορφώσεως

Το Πατριαρχείο όμως δεν μεριμνούσε μόνο να εκλέγει και να αποστέλει τους αρίστους επισκόπους και Μητροπολίτες στις Επαρχείες της Ανατολικής Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας, αλλά ως εθναρχούσα Εκκλησία μεριμνούσε να ιδρύονται εκκλησίες, μοναστήρια, ευαγή φιλανθρωπικά και κοινωφελή ιδρύματα και φυσικά νηπιαγωγεία, δημοτικά σχολεία, σχολαρχεία και λοιπά ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, διότι το Πατριαρχείο ζητούσε και με κίνδυνο πολλές φορές να πέσει στην δυσμένεια του Σουλτάνου, την άδεια για την ίδρυση και λειτουργία όλων των παραπάνω εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Και επιπλέον το Πατριαρχείο με τους διακεκριμένους φιλεκπαιδευτικούς και φιλοπρόοδους συλλόγους της Κωνσταντινουπόλεως φρόντιζε να αποστέλλονται διδάσκαλοι και διδασκάλισσες σε όλα τα σχολεία της Αν. Θράκης και Αν. Ρωμυλίας ώστε οι ελληνόπαιδες να γεύονται τα νάματα της ελληνορθόδοξης Παιδείας και παραδόσεως για να ανθίστανται στα σχέδια εκβουλγαρισμού και εκτουρκισμού τους.

Έτσι, από την μέριμνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου που ήταν και παραμένει το «Ιερό Κέντρο» του γένους μας, τα θέματα της παιδείας και της μορφώσεως ευρίσκοντο στην πρώτη γραμμή. Από το 1850 και εντεύθεν το Πατριαρχείο καθημερινώς και με επιμονή ζητούσε τις σχετικές άδειες από την Υψηλή Πύλη, τον Σουλτάνο και τα αρμόδια Οθωμανικά Υπουργεία, και σταδιακά άρχισαν να ιδρύονται σε όλες τις μεγάλες πόλεις, κωμοπόλεις και στα πλέον απομακρυσμένα χωριά της Ανατολικής Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας όλων των βαθμίδων σχολειά, παρθεναγωγεία, αρρεναγωγεία, τα λεγόμενα γραμματοδιδασκαλεία, σχολαρχεία, ημιγυμνάσια, γυμνάσια, ανώτερα και ανώτατα φροντιστήρια που δεν υπήρχαν στην κυρίως Ελλάδα. Ήδη από το 1848 στην Φιλιππούπολη λειτουργούσαν και δύο ιδιωτικά σχολεία, του Παπακωνσταντίνου και του Θεοφιλάκη. Παράλληλα, Βιβλιοθήκες με πολλά και σπάνια βιβλία, εργαστήρια φυσικής πειραματικής και Χημείας, τεχνικά εργαστήρια κ.α. υπήρχαν σε πολλές πόλεις της Ανατολικής Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας.

Τυπογραφεία και εκδοτικοί οίκοι τύπωναν εφημερίδες, περιοδικά και υψηλής εκδοτικής ποιότητας βιβλία. Οι μαθητές και μαθήτριες διδάσκονταν από σύγχρονα βιβλία όλα τα μαθήματα, την στιγμή που σ’ άλλες επαρχίες της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και στις επαρχίες της ελεύθερης Ελλάδος, δεν υπήρχαν εγχειρίδια ούτε για τους δασκάλους.
Το δε διδακτικό προσωπικό σε όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα ήταν υψηλότατου επιπέδου, αφού οι διδάσκαλοι, οι διδασκάλισσες και οι καθηγητές ήταν απόφοιτοι των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Φιλιππουπόλεως, της Σμύρνης, της Αδριανουπόλεως, της Τραπεζούντος και της Κωνσταντινουπόλεως. Αξίζει μάλιστα στο σημείο αυτό να υπογραμμιστεί ότι το επίπεδο της παρεχόμενης επιστημονικής γνώσεως ήταν τόσο υψηλό στα ανώτερα και ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Φιλιππουπόλεως, Αδριανουπόλεως, Ραιδεστού, Σαράντα Εκκλησιών, Βάρνας, Πύργου και Αγχιάλου, απ’ όπου αποφοιτούσαν νηπιαγωγοί, διδάσκαλοι και καθηγητές, ώστε οι Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου κυρίως της Βορείου Ελλάδος, Μακεδονίας και Θράκης πίεζαν τις ανώτατες σχολικές εφοροεπιτροπές των παραπάνω ανωτέρων και ανωτάτων εκπαιδευτηρίων να δεχθούν να φοιτήσουν σ’ αυτά οι απόφοιτοι άνδρες και γυναίκες από τις διάφορες επαρχίες για να αποφοιτήσουν νηπιαγωγοί και διδάσκαλοι για να επιστρέψουν και να διδάξουν στα διδασκαλεία και λοιπά εκπαιδευτικά ιδρύματα των περιοχών προελεύσεως και καταγωγής τους. Αυτή η διακαής επιθυμία να σπουδάσουν σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα την παιδαγωγική επιστήμη, εκδηλωνόταν κυρίως για τις παιδαγωγικές σχολές της Αδριανουπόλεως και Φιλιππουπόλεως που ήταν υψηλότατου επιπέδου και ασύγκριτες για την εποχή τους.

Λειτουργία συλλογικών φορέων

Παράλληλα σε όλες τις μεγάλες πόλεις, κωμοπόλεις και κεφαλοχώρια της Ανατολικής Θράκης και Αν. Ρωμυλίας λειτουργούσαν κεντρικοί, τοπικοί, περιφερειακοί, μικτοί (Έλληνες και άλλες εθνότητες), αμιγώς ελληνικοί σύλλογοι, λέσχες, σωματεία, ενώσεις, συντεχνίες, πολιτικές οργανώσεις, εμπορικά ισνάφια, (εμπορικοί συνδικαλιστικοί φορείς). Αυτοί οι συλλογικοί φορείς που ήταν πολυάριθμοι στην Ανατολική Θράκη και Ανατολική Ρωμυλία ήταν φιλεκπαιδευτικοί, φιλόμουσοι, καλλιτεχνικοί, κοινωφελείς, φιλανθρωπικοί, πολιτικοί και καθαρά συντεχνιακοί. Άξιοι μνείας είναι οι θεατρικοί, μουσικοί, γυμναστικοί, αθλητικοί, αγροτικοί ανδρών – γυναικών και δεσποινίδων, σύλλογοι – λέσχες και σωματεία που προσέφεραν υψηλού επιπέδου εκπαιδευτικό, εθνικό και κοινωνικό έργο, καθώς και ποιοτική ψυχαγωγία».

Πολλοί εξ αυτών και κυρίως οι φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι της Αδριανουπόλεως και της Φιλιππουπόλεως συνεργάζονταν με τους αντιστοίχους της Κωνσταντινουπόλεως αλλά και με τους συλλόγους του ευρυτέρου γεωγραφικού χώρου της Θράκης και της Μακεδονίας για την αναβάθμιση του προγράμματος σπουδών και του επιπέδου των παρεχόμενων γνώσεων των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Προς τους σκοπούς αυτούς οργάνωναν προς όλα τα σχολεία του ευρύτερου γεωγραφικού θρακικού χώρου και πέραν αυτού, αποστολές μαζικές σύγχρονων βιβλίων ποικίλου επιστημονικού περιεχομένου, καθώς επίσης προέβαιναν και στην αποστολή διδακτικού προσωπικού (νηπιαγωγοί, διδάσκαλοι, καθηγητές). Σε πολλές περιπτώσεις εξασφάλιζαν ακόμη και τα αναγκαία χρηματικά ποσά για την μισθοδοσία του διδακτικού προσωπικού, όταν οι ελληνορθόδοξες κοινότητες αδυνατούσαν να πληρώσουν τους διδασκάλους.
Τέτοιοι ποικίλου περιεχομένου σύλλογοι λειτουργούσαν και δραστηριοποιούνταν, ενδεικτικώς βέβαια αναφέρω, στη μεν Ανατολική Θράκη, στην Αδριανούπολη, Μακρά Γέφυρα (Ουζούν Κιοπρού), Ραιδεστό, Ηράκλεια, Τυρολόη, Σχολάσι, Σαράντα Εκκλησιές, Λουλέ Μπουργκάς (Αρκαδιούπολη), Βιζύη, Μήδεια, Σκοπό, Σαμακόβιο, Βουνάρ-Χισάρ (Κρύα Βρύση) κ.α. στην δε Ανατολική Ρωμυλία, στην Φιλιππούπολη, Στενήμαχο, Πύργο, Μεσημβρία, Αγχίαλο, Καριές, Σωζόπολη, Αγαθούπολη, και φυσικά στο Καβακλί (1896) υπό την επωνυμία «Αδελφότης Ομόνοια.

Θράκες ευεργέτες

Πολύ μεγάλη υπήρξε και η συμβολή των Θρακών ευεργετών του 19ου και 20ου αιώνα, οι οποίοι παράλληλα με τους μεγάλους και μικρότερους (τοπικούς) συλλόγους, έδωσαν μια ξεχωριστή ώθηση στην εκπαίδευση και γενικότερα στην πολιτιστική ανάπτυξη των περιοχών όπου έδρασαν ή γεννήθηκαν. Τέτοιοι Θράκες Μεγάλοι Ευεργέτες υπήρξαν: ο Γεώργιος Ζαρίφης που ίδρυσε, τα περίφημα «Ζαρίφεια Εκπαιδευτικά Ιδρύματα», ο Γρηγόριος Μαρασλής (από Φιλιππούπολη), στη Ραιδεστό οι Κωστάκης και Γεώργιος Θεοδωρίδης, οι Σταύρος και Πασχάλης Γεωργιάδης και ο Κωνσταντινίδης. Στους Επιβάτες ο Σαράντης Αρχιγένης, στην Σηλυβρία ο Σταύρος Σταυρίδης, στην Αίνο ο Μητροπολίτης Αίνου Σωφρόνιος, ο Κων/νος Κουτσουρέλης. Στην Αδριανούπολη ο Χρ. Παπαδόπουλος, ο Δημήτριος Δοδόπουλος, στις Σαράντα Εκκλησιές, ο Αντώνιος Κομιζόπουλος και Μιχαλάκης Γκιουμουσγκερδάνης στην Φιλιππούπολη, στην Βάρνα ο Παρασκευάς Νικολάου και ο Βασίλειος Σουλήνης. Εξέχουσα προσωπικότητα και η εθνεγέρτης του 1821 Δομνα Βισβίζη.

Θρακιώτες λόγιοι

Δίπλα στα σπουδαιότερα ονόματα Θρακών ευεργετών ξεχωριστή θέση κατέχουν και οι πολυάριθμοι Θρακιώτες Λόγιοι, οι οποίοι τίμησαν το γένος μας στον οθωμανικό και ευρωπαϊκό χώρο. Αυτοί ήταν: Ο Στέφανος και οι υιοί Αλέξανδρος και Κων/νος Καραθεοδωρή, Στέφανος Κουμανούδης, Σαράντης Αρχιγένης, Βλάσιος Σκορδέλης, Άνθιμος Αλεξούδης (Μητρ. Αμασείας), Αριστοτέλης Κουρτίδης, Μυρτίλος Αποστολίδης, Σταμάτιος Ψάλτης, Χρυσόστομος Παπαδόπουλος, Χρ. Τσούντας (Παν/κός – Αρχαιολόγος), Μητροπολίτης Θυατείρων και Μεγ. Βρετανίας Γερμανός Στρινόπουλος (Σηλυβρία), Αχιλλέας Σαμοθράκης, Βασ. Μυστακίδης και ο Άγιος Νεκτάριος Κεφαλάς (Σηλυβρία). Μεγάλοι εθνοϊερομάρτυρες υπήρξαν οι απαγχονισθέντες πρώην Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος ο Στ’ (+1821) και ο Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως Δωρόθεος Πρώιος (+1821)

Οικονομία

Οι κοινότητες στην Ανατολική Θράκη και Ανατολική Ρωμυλία ήταν οικονομικά ισχυρές και εύπορες και εν γένει η γεωγραφική θέση της Θράκης, την καθιστούσε μία από τις ευφορότερες και πλουσιότερες επαρχίες και της βυζαντινής και της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Πέρα από την στρατηγική της σπουδαιότητα η οικονομική σημασία της Θράκης υπήρξε τεράστια εφόσον αποτελούσε τον σιτοβολώνα της Κων/πόλεως απ’ όπου η Υψηλή Πύλη προμηθεύονταν δημητριακά, σταφύλια, κρασί, γαλακτοκομικά είδη και σφάγια. Φημισμένα ήταν τα μαλλιά, τα δέρματα, τα τυροκομικά, το σαπούνι, τα οπωρολαχανικά. Ιδιαίτερα ανεπτυγμένη ήταν η κτηνοτροφία και η καλλιέργεια του μεταξιού, της υφαντουργίας και της κεντητικής. Οι Ανατολικοθρακιώτες και Ανατολικορωμυλιώτες ήταν νοικοκυραίοι από τους λίγους. Άριστοι χορευτές, καλοί οργανοπαίκτες, ενώ οι γυναίκες τους ονομαστές υφάντρες, κεντήτρες και μαγείρισσες. Χοροί, τραγούδια, μουσική παράδοση, ενδυμασίες, φορεσιές, εργαστήρια χρυσοχοΐας, κατασκευή κοσμημάτων. Όλα αυτά αποδεικνύουν τον όλο πολιτισμό των Θρακών, την λαογραφία και την πλούσια παράδοσή τους».

Πανάρχαιες οι ρίζες των θρακικών τραγουδιών – χορών

Στη Θράκη έζησε με ασφάλεια η πηγή των αρχέγονων μελωδιών, η οποία ποτέ δεν γνώρισε διακοπή, όσο και να βαρβαροκρατήθηκε η χώρα. Λαός παλαιότατος οι Θράκες, πάντα τραγουδούσαν στις εκδηλώσεις της ψυχής τους. Έτσι, από τον μυθικό Ορφέα ως τα σήμερα ποτέ δεν έπαυσε ν’ ακούγεται το τραγούδι τους, άλλοτε ως βυζαντινός ψαλμός, άλλοτε ως αναστάσιμο ή πένθιμο τροπάρι, αλλά πάντα εκφραστικό των ανάλογων συναισθημάτων της ψυχής τους. Η μέχρι λατρείας αγάπη διέσωσε όλα τα ήθη και έθιμα και έτσι περισώθηκε το θρακικό τραγούδι επί αιώνες και χιλιετηρίδες μαζί με τα πανάρχαια μουσικά όργανά τους, τη «γκάιντα» και τη «λύρα».
Είναι παραδεκτό απ’ όλους σήμερα ότι οι λαοί, σ’ ολόκληρο τον κόσμο, εκδηλώνουν στα δημοτικά τους τραγούδια τους πόθους, τα συναισθήματα και κυρίως τα πιστεύματα και τις ιδέες τους. Στη Θράκη όμως η μουσική έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά των κατοίκων της. Από τα μυθικά ακόμη χρόνια η μουσική ήταν η «δεύτερη θρησκεία» γι’ αυτό και ο Στράβων αναφέρει ότι «η μουσική πάσα θρακία νενόμισται». Τα θρακιώτικα λοιπόν παραδοσιακά τραγούδια μοιάζουν καταπληκτικά στο πάθος και την εσωτερική έντασή τους σαν τροπάρια, κι αυτό γιατί οι πρόγονοί μας κατάφεραν να παντρέψουν την πανάρχαια μουσική των Μουσαίου, Λίνου και Ορφέα με την βυζαντινή – εκκλησιαστική Μουσική. Υπέροχα και θεσπέσια τέκνα αυτής της φιλόμουσης αριστοτεχνικής παντρειάς είναι τα σημερινά δημοτικά τραγούδια της Θράκης.

Τα λεγόμενα επομένως από ορισμένους κατ’ όνομα «ειδικούς» ότι η θρακιώτικη παραδοσιακή μουσική κατάγεται από την τουρκική ή την αραβική μουσική παράδοση είναι εκ του πονηρού και εξυπηρετούν αλλότριους και ανίερους σκοπούς. Αν όχι όλα, πάντως τα πλείστα εκ των τραγουδιών, ηθών και εθίμων της Θράκης έχουν πανάρχαιες – αρχέγονες ελληνικές ρίζες, όσο κι αν οι γείτονές μας Τούρκοι αλλά και οι ομόθρησκοί μας Βούλγαροι προσπαθούν ν’ αμφισβητήσουν την ελληνική καταγωγή των Θρακών. Ένα είναι βέβαια ότι το θρακικό γένος με όλο τον πολιτισμό του και σε όλες τις εκφάνσεις της διαχρονικής πορείας του μέσα στο διάβα των αιώνων ήταν και παραμένει ελληνικό».

Πλούσια η λαογραφία των Θρακών

«Πλούσια όμως, είναι η λαογραφία των Θρακών, στην οποία διατηρούνται και αναβιώνουν πλείστα όσα αρχαία έθιμα της Θράκης». Ενδεικτικά αναφέρω:

• Οι Θράκες πίστευαν ότι η πρώτη Μάρτη ήταν η απαρχή του νέου έτους, αλλά κυρίως ότι έχουμε την αρχή του καλοκαιριού. Η αντίληψη αυτή έχει τις ρίζες της στους χρόνους του Βυζαντίου, όπου το πολιτικό – κοσμικό έτος άρχιζε την 1η του Μάρτη, ενώ το Εκκλησιαστικό έτος την 1η Σεπτεμβρίου.

• Ένα άλλο χαρακτηριστικό έθιμο ήταν οι «Κούνιες» που κατασκευάζονταν και δένονταν στα δέντρα την δεύτερη μέρα του Πάσχα ή ανήμερα του Αγίου Γεωργίου. Το κούνημα σ’ αυτές τις «αιώρες» ήταν αρχαίο έθιμο των Αθηναίων που συμβόλιζε τον καθαρμό – εξαγνισμό από το κακό, τα πνεύματα του κακού.

• Η Πεντηκοστή ή διαφορετικά ψυχοσάββατο του Μάη έχει μεγάλο λαογραφικό ενδιαφέρον. Σύμφωνα με την παράδοση, οι ψυχές των νεκρών δεν το θέλουν καθόλου αυτό το ψυχοσάββατο διότι, ύστερα από σχεδόν 50 ημέρες, μετά την Ανάσταση του Χριστού μας, που ήταν ελεύθερες στον πάνω κόσμο και κόντρα στα πρόσωπα και τα μέρη που εν ζωή αγάπησαν, υποχρεώνονται να κλειστούν και πάλι στον «κάτω κόσμο». Αν μάλιστα βρεθεί κάποιος στα κοιμητήρια την ημέρα της Πεντηκοστής ακούει τον θρήνο τους καθώς δεν θέλουν να εγκαταλείψουν τον πάνω κόσμο

• Κορυφαίο έθιμο των Θρακών είναι οι φωτιές του Αϊ-Γιάννη του Κλήδονα, (24 Ιουνίου, Γενέθλιον Ιωάννου). «Κλείδων» σημαίνει μαντικός ψίθυρος, οιωνός (σημάδι), φωνή προφητική. Συνδέθηκε δε με τον Άγιο Ιωάννη, ο οποίος ως γνωστό προφήτευσε την γέννηση του Κυρίου μας. Το πήδημα πάνω από τις φλόγες ήταν για τους αρχαίους ένα έθιμο καθαρτήριο και «διαβατήριο». Με αυτό τον τρόπο καθαρίζονταν με την δύναμη της φωτιάς και εισήρχοντο στη νέα περίοδο που άρχιζε.

• Το έθιμο της «Βαρβάρας» κατά την εορτή της Αγίας Βαρβάρας (4/12). Πρόκειται για ένα είδος γλυκιάς σιταρόσουπας που γίνεται προς τιμήν της Αγίας. Κατά τους αρχαίους Έλληνες στην θεά Εκάτη προσφερόταν ανάλογο γεύμα που ονομαζόταν «Εκαταία» ή «Εκάτης δείπνον». Την προσφέρουν αυτή την σιταρόσουπα διότι η αγία Βαρβάρα θεωρείται προστάτιδα των παίδων από την «ευλογιά» αλλά και επειδή «βαρβαρώνει» (δυναμώνει) τον σπόρο των σιτηρών που σπείρεται την περίοδο αυτή, σύμφωνα με τον στίχο: «Βαρβάρα Βαρβαρών, Σάββας σαβανών, Νικόλας Παραχών).

• Τέλος, γνωστό είναι το έθιμο των «αλεκτοροθυσιών» (το σφάξιμο δηλαδή των πετεινών) κατά το βράδυ της παραμονής των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ (7/11). Είναι γνωστό ότι ο Αρχάγγελος Μιχαήλ λαμβάνει τις ψυχές των ανθρώπων κατά την ώρα της Εκδημίας τους εις Κύριον. Για να τον καλοπιάσουν λοιπόν οι συμπατριώτες μας, οι Θρακιώτες τι έκαναν; Το βράδυ της παραμονής της εορτής, των Αρχαγγέλων, όλοι οι γέροντες πήγαιναν σε καθορισμένο μέρος, όπου ένας εξ αυτών (πάντα ο ίδιος) έσφαζε τους πετεινούς που έφερναν μαζί τους υπό το φως των κεριών. Έτσι καλόπιαναν τον Αρχάγγελο Μιχαήλ για να μη τους πάρει την ψυχή.

• Και ένα άλλο έθιμο που σχετίζεται με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ αναφέρει ότι ως γνωστόν οι Θρακιώτες συνήθιζαν ν’ αφήνουν τα παπούτσια τους μπροστά στην εξώπορτα του σπιτιού τους. Στις 8 Νοεμβρίου όμως, ανήμερα της εορτής των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ, έβαζαν τα παπούτσια μέσα στο σπίτι για να μην τα δει το βράδυ εκείνο που διήρχετο ο Αρχ. Μιχαήλ και θυμηθεί να πάρει τις ψυχές τους.

Ακατάλυτοι και ακλόνητοι οι δεσμοί της Αν.Θράκης και Ανατολικής Ρωμυλίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Θα κλείσω όπως ξεκίνησα, καταδεικνύοντας δηλαδή τους ακατάλυτους και ακλόνητους μέχρι και σήμερα ιστορικούς, εκκλησιαστικούς και πνευματικούς δεσμούς που διατηρούν οι ανατολικοθρακιώτες και ανατολικορωμυλιώτες απόγονοί μας με το μαρτυρικό και εσταυρωμένο Οικουμενικό μας Πατριαρείο, την Μητέρα μας Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Ειδικά δε για να καταδείξω το πόσο πιστά και αφοσιωμένα τέκνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπήρξαν οι πρόγονοί μας, αναφέρω ενδεικτικά το παρακάτω ιστορικό γεγονός εκ του Μακεδονικού Αγώνος:

«Ο Έλληνας Πρόξενος στις Σέρρες Αντώνιος Σαχτούρης σε έκθεσή του προς το ΥΠΕΞ έγραφε ότι λίγες ημέρες μετά το θάνατο του Παύλου Μελά, σε χωριό ευρισκόμενο κοντά στο Καβακλί, οι σχιματικοί βουλγαροεξαρχικοί κομιτατζήδες σύναξαν στην πλατεία του χωρικούς και τους επέβαλαν να φωνάξουν: «Κάτω το Πατριαρχείο – Ζήτω η Βουλγαρική Εξαρχία». Όλοι παρέμειναν σιωπηλοί και ακίνητοι. Τότε σηκώθηκε ο γέροντας παπάς του χωριού και με αγέρωχη φωνή βροντοφώναξε: «Αδελφοί μου, εκατό φορές πεθαμένοι και πιστοί στο Πατριαρχείο μας, παρά ζωντανοί και προδότες του Πατριάρχου μας». Όλοι τους τουφεκίστηκαν, αλλά προδότες του Πατριαρχείου, της Μητέρας τους Εκκλησίας, δεν έγιναν. Το παράδειγμά τους ας μας καθοδηγεί…*

 

Η πνευματική κίνηση στο Καβακλί

 

Ειδικότερα για το Καβακλί θα λέγαμε τα παρακάτω:

Στο Καβακλί η αδελφότητα «Ομόνοια» 1896 στο πλαίσιο της φιλεκπαιδευτικής δράσεως και του προγράμματός της περιλάμβανε την ενίσχυση των τοπικών ελληνικών σχολείων και την τέλεια μόρφωση των δημοδιδασκάλων στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία. Η επιλογή των υποψηφίων δημοδιδασκάλων έπρεπε να γίνει με διαγωνισμό και κλήρο από ειδική επιτροπή, που καθόριζε ο Πρόεδρος της Αδελφότητος και ενέκρινε το διοικητικό της συμβούλιο. Στην ίδια πόλη, στο Καβακλί, έδρασαν επίσης το «Ελληνικόν Αναγνωστήριον Πρόοδος» και η «Ελπίς». Η παρουσία τριών τέτοιων αξιόλογων συλλογικών φορέων στο Καβακλί ερμηνεύεται εκ του γεγονότος ότι στην κωμόπολη αυτή κατοικούσε συμπαγέστατος και οικονομικά ευπορότερος ελληνικός πληθυσμός. Το 1903 ζούσαν σ’ αυτό 8640 Έλληνες. Σημειωτέον ότι η φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα «Ομόνοια» συνεργαζόταν στενά και με τον «φιλεκπαιδευτικό σύλλογο Αδριανουπόλεως» ο οποίος σταθερά και ποικιλοτρόπως ενίσχυε (διδακτικό προσωπικό) τα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Καβακλίου.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός, ότι στην περιοχή όπου βρισκόταν το Καβακλί (σημερινό Τοπόλβγκραντ) υπήρχε η ονομασία «Μικρή Ελλάδα» όπως ονόμαζαν ακόμη και οι Βούλγαροι την όλη περιοχή, όπου μέχρι το 1906 διατηρούνταν ανθηρές Ελληνικές κοινότητες με πολυάριθμα ελληνικά χωριά και κωμοπόλεις.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει για την πολιτιστική ακτινοβολία που είχε το Καβακλί αλλά και για την πλούσια εκπαιδευτική δράση του εντόπιου ελληνισμού. Μέχρι το 1906 υπήρχαν στο Καβακλί πολυάριθμα νηπιαγωγεία και επτατάξια Αστική σχολή με 400 μαθητές και 8 διδασκάλους. Η Αστική Σχολή Καβακλί ήταν φημισμένη σε ολόκληρη την γύρω περιοχή και διέθετε ικανότατους διευθυντές, όπως του Κωνσταντίνο Περιστεράκη (1886-1887), Ιωάννη Αργυριάδη, Δημήτριο Λαζαρίδη, Χρήστο Νικολαϊδη και άλλους, καθώς και ικανότατους διδασκάλους. Τελευταίος διευθυντής του σχολείου διετέλεσε ο Φιλιππουπολίτης Γεώργιος Βαφέας, απόφοιτος των Ζαρίφειων Εκπαιδευτηρίων. Τόσο έντονος ήταν ο ελληνικός χαρακτήρας της Αστικής Σχολής στο Καβακλί, ώστε διατηρούνταν αναλλοίωτος ακόμη και μετά την βουλγαρική κατοχή και την διεξαγωγή της διδασκαλίας στα βουλγαρικά.

 

Το ανατολικοθρακιώτικο τραγούδι που διέσωσε ο Ιωάννης Σιδηράς του Θελόγου

Τέλος αξίζει τον κόπο να αναφέρω ότι ο αείμνηστος πάππος μου, Ιωάννης Σιδηράς του Θελόγου, γεννηθείς το 1893 στην Κοινότητα Κρύα Βρύση της επαρχίας Σαράντα Εκκλησιών, απόφοιτος του Σχολαρχείου (εκτατάξια Σχολή Αρρένων) και του Ημιγυμνασίου Σαράντα Εκκλησιών, διασώζει στο προσωπικό του Ημερολόγιο ένα γνήσιο ανατολικοθρακιώτικο τραγούδι, το οποίο τραγουδούσαν οι νέοι το 1910. Το τραγούδι αυτό είναι το παρακάτω:

«Πότε θε νάρθει η άνοιξη
νάρθει το καλοκαίρι,
όπου ανθίζουν τα βουνά
και πρασινίζει ο κάμπος.
Να βάλω τα ποδήματα,
να βάλω τα τσαρούχια.
Να πάρω το τουφέκι μου,
να βάλω το σπαθί μου.
Να πάρω δίπλα τα βουνά,
της Στράντζας τα Μπαλκάνια.
Και να σφυρίξω κλέφτηκα,
να μαζωχτούν οι κλέφτες.
Να διώξω όλους τους εχθρούς
ελεύθερα να ζήσω.
Να δω ελληνικό φυτό
κι ύστερα ας πεθάνω».

 

Από την αλληλογραφία του ευεργέτη Μιχαλάκη Γκιουμεσγκερδάνη

 

1855. Συστημένη προγραμματοσημική, αναδιπλούμενο (χωρίς φάκελο) επιστολή, η οποία φέρει αραβικές σφραγίδες. Εστάλη στις 18 Απριλίου 1855 από την Κωνσταντινούπολη στη Φιλιππούπολη. Απευθύνεται στους ευεργέτες αδελφούς Μιχαλάκη και Δημήτριο Γκιουμουσγκερδάνη. Την επιστολή προς τους αδεφούς Γκιουμουσγκερδάνη υπογράφει ο Αθ. Θωμάς. Από το λεύκωμα του Ελευθέριου Τσινταράκη «Ιστορικό Φιλοτελικό Λεύκωμα Θράκης, 180-1923», Παρατηρητής της Θράκης, Κομοτηνή 2010

 

ΘΕΜΑ  24
Στον πίνακα αυτό παραθέτουμε στοιχεία της επιτροπής αποκατάστασης
 Προσφύγων στη Δυτική Θράκη κατά την ανταλλαγή των Πληθυσμών
                                          1922-24.

ΘΕΜΑ  25

Ο ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΘΡΑΚΩΝ ΠΑΝΑΡΧΑΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ[1]

*Σάτυρος και Μαινάδα σε ερωτική περίπτυξη. Θρακικό νόμισμα του 6ου π.Χ. αιώνα. Βρίσκεται σε Βουλγαρικό Μουσείο.
*Θεσμοθετημένη πολυγαμία.
*Οργιαστικές τελετές, που αφηγούνται οι αρχαίοι συγγραφείς.
*Διόνυσος, Βενδίς, Κοττυτώ και σύγχρονα καρναβάλια.
*Ο «παρεξηγημένος» Γιάννης Δήμαρχος, με τις πολλές γυναίκες.
*Τι μαρτυρούν τα δημοτικά τραγούδια.
*Ο ερωτισμός των Πομάκων.
Σελίδες από το βιβλίο
του Παντελή Στεφ. Αθανασιάδη
«Ψηφίδες από τη Θράκη του χτες».
          Ο ερωτισμός, ήταν στοιχείο συνοδευτικό της φήμης, της μυθολογίας και της ιστορίας των Θρακών και μάλιστα διαχρονικά. Στην εικόνα αυτή, συνέβαλε βασικά η πολυγαμία των αρχαίων Θρακών, αλλά και η διαδεδομένη λατρεία θεοτήτων, που σχετίζονταν με οργιαστικές τελετές και άλλα στοιχεία, στα οποία σήμερα δίδεται διάθεση ερωτική, αλλά και καθαρά σεξιστική.
          Άλλωστε , στις μέρες μας, ένα από τα χαριτολογήματα του ανδρικού πληθυσμού του νομού Έβρου, ήταν ότι «εμείς καταγόμαστε από τον μοναδικό αρσενικό νομό της Ελλάδας». Ένα χαριτολόγημα που αργότερα, το διεκδίκησε και ο έτερος ιστορικά νεόκοπος νομός, ο νομός του Πειραιά!!!
          Συνώνυμη του χαρακτηριστικού ερωτισμού των Θρακών, ήταν η λατρεία του Διονύσου. Πιθανολογείται, ότι από τους χρόνους των Πελασγών, λατρεύονταν στη Θράκη ο θεός του κρασιού και της γονιμότητας. Ο Διόνυσος, ο γιος της Σεμέλης, ανατράφηκε από νύμφες στα Θρακικά βουνά κατά την Ελληνική Μυθολογία.
          Οι αρχαίοι Έλληνες, όπως είναι γνωστό, πήραν από τους Θράκες τη λατρεία των Μουσών, την καλλιέργεια της γης, αλλά και ορισμένους κανόνες και τεχνικές της πολεμικής τέχνης. Άλλωστε κατά την Μυθολογία ο Διόνυσος εισήγαγε την άμπελο στη Θράκη και δώρισε από εκεί στους ανθρώπους τον οίνο.
          Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι λειτουργούσε Μαντείο του Διονύσου στις ψηλές κορφές της Ροδόπης. Αργότερα το Μαντείο αυτό είχε επισκεφθεί ο Μέγας Αλέξανδρος και ο πατέρας του Οκταβιανού Αυγούστου.
          Στα Άβδηρα υπήρχε ναός του Διονύσου και ετελούντο αγώνες τα «Διονύσια».
          Αγαπημένο θέμα των ψηφιδωτών στα κτίριά τους ήταν η άκρως ερωτική μυθολογική σκηνή της συνεύρεσης της Λήδας με το Δία, ο οποίος είχε μεταμφιεσθεί σε κύκνο. Ένα τέτοιο μισοκατεστραμμένο ψηφιδωτό του 2ου  μ. Χ. βρέθηκε στην Πλωτινούπολη, δίπλα στο Διδυμότειχο. Σ’ αυτό η Λήδα εικονίζεται γυμνή και ανάμεσα στα πόδια της εικονίζεται ο κύκνος. Οι διαστάσεις του δαπέδου είναι 3,14Χ3,10 μ.
Τα Διονυσιακά όργια
*O Διόνυσος. Λεπτομέρεια από τον κρατήρα του Δερβενίου.(Μουσείο Θεσσαλονίκης)
          Μιλώντας με σημερινούς όρους και σημασίες, συνήθως δίνουμε διαστρεβλωτικές έννοιες, σε όσα οι Αρχαίοι εννοούσαν όταν χρησιμοποιούσαν τις ίδιες ακριβώς λέξεις. Έτσι θα πρέπει θα πρέπει να διευκρινίσουμε εδώ, ότι οι όροι «μυστηριακές τελετές» ή «οργιαστικές τελετές» δεν έχουν το ίδιο ακριβώς νόημα με τη σημερινή χρήση τους. Βασικά η λέξη «μυστηριακός» προέρχεται από το αρχαίο ρήμα μυώ , που σημαίνει κλείνω τους οφθαλμούς. Όταν αναφερόμαστε σε θρησκευτικές τελετουργίες η λέξη «μυώ», σημαίνει ότι οδηγώ κάποιον στα απόκρυφα πράγματα μιας θρησκείας. Αυτό σημαίνει ότι «μύστης» είναι αυτός που συμμετέχει από κοινού με τα μέλη μιας μυστηριακής κοινότητας, σε κοινές δοξασίες, κοινές τελετές, κοινά συμπόσια και σε ό,τι άλλο περιλαμβάνεται σε κάθε περίπτωση, που μπορεί να είναι οινοποσία, χορός, γλέντι και ό,τι άλλη ήθελε προκύψει.
          Η λέξη «όργιο» εξάλλου στην αρχαία σημασία της, καθώς τη συναντούμε σε όλες τις μυστηριακές θρησκείες, δεν σημαίνει απαραιτήτως σεξουαλικό όργιο ή άλλες πράξεις ακολασίας. Αντίθετα είχε τη σημασία της συμμετοχής σε πράξεις κάθαρσης της ψυχής και σώματος.
          Ταυτόσημος του ασυγκράτητου ερωτισμού και των οργίων, είναι ο θεός Διόνυσος, οι τελετές του, αλλά και όσοι τον ακολουθούσαν.
          Στα Άβδηρα υπήρχε ναός του Διονύσου αλλά και θρησκευτική οργάνωση, η οποία τελούσε τα περιώνυμα μυστήρια με τα μέλη της τους «συμμύστες» και τον επικεφαλής «αρχιβουκόλο». Ο τόπος που τελούνταν τα μυστήρια αυτά, ονομάζονταν «μάγαρον».
Άλλες οργιαστικές λατρείες
*Καλύβα Ξάνθης, φρούριο. Ανάγλυφο Πριάπου, 2ος π.Χ. αι. (Από τον τόμο Θράκη της Γεν. Γραμματείας ΠΑΜΘ, 1994)
          Στη Θράκη λατρεύτηκε επίσης η σεληνιακή θεότητα Βενδίς ή Βένδις. Η λατρεία αυτής της θρακικής θεότητας, γίνονταν σε βαθιές σπηλιές. Οι γιορτές της είχαν οργιαστικό περιεχόμενο, χωρίς να αποκλείεται ακόμα και η θυσία νεανίδων προς τιμή της. Έμοιαζαν με τις αντίστοιχες γιορτές της Φρυγίας προς τιμήν του θεού Σάβαζου. Σε ορισμένα αγάλματα η Βενδίς, παριστάνετο ως ανδρογυναίκα, που κρατάει δύο λόγχες.
          Οι Θράκες που κατοικούσαν κατά τους κλασσικούς χρόνους στον Πειραιά είχαν ιδρύσει ιερό της,  που ονομάζονταν «Βενδίδειο» και στις 19 και 20 του μηνός Θαργιλιώνος οργάνωναν θεαματικές γιορτές με λαμπαδηφορίες εφίππων. Αυτές τις γιορτές είχε παρακολουθήσει και ο Σωκράτης, ο οποίος κατεβαίνοντας στον Πειραιά για το σκοπό αυτό είχε μείνει στο σπίτι του αδελφού του ρήτορα Λυσία, του Πολέμαρχου.
          Αλλά και η θεά του έρωτα η Αφροδίτη, λατρεύονταν στη Θράκη με την επωνυμία Μορφώ. Στην Αίνο, παραθαλάσσια πόλη υπήρχε ναός της στην τοποθεσία Ζήρυνθος, όπου θυσιάζονταν σκύλοι προς τιμήν της.
Οι παρενδυματολογικοί Βάπτες
          Οργιαστική και ιδιαίτερα θορυβώδης ήταν και η λατρεία της Θρακικής θεότητα της Κοττυτώς. Οι ιερείς της ονομάζονταν Βάπτες, γιατί όταν γίνονταν η τελετή της μύησης, τους εμβάπτιζαν μέσα σε νερό για καθαρμό ψυχής και σώματος.
          Οι τελετές που οργάνωναν οι Βάπτες έμειναν στη ιστορία για την ακολασία τους και την ανηθικότητά που επικρατούσε. Άνδρες ντυμένοι γυναικεία, χόρευαν κάτω από τους ήχους έντονης και οργιαστικής μουσικής.
          Στην Αθήνα, όπου υπήρχαν οπαδοί της Κοττυτώς, οι οργιαστικές τελετές τους θεωρούνταν ξενόφερτες και πολλές φορές προκαλούσαν το δημόσιο αίσθημα εξαιτίας της ελευθεριότητάς τους, των νυκτερινών οργίων και του επιτρεπτού κάθε ακολασίας.
          Οι κωμικοί ποιητές πολλές φορές διέσυραν τους ιδιόρρυθμους Βάπτες, από σκηνής.
          Ιδιαίτερα μάλιστα ο κωμικός Εύπολις στην κωμωδία του «Βάπται» τα… είχε σούρει κατά το κοινώς λεγόμενο στον Αλκιβιάδη, ο οποίος όπως είναι γνωστό κατηγορήθηκε για ποικίλες παρεκκλίσεις, και για τον οποίο  υπήρχαν ενδείξεις, ότι ήταν Βάπτης. Ο Αλκιβιάδης, εξοργισμένος για το διασυρμό, εκδικήθηκε αργότερα τον Εύπολι, που τον έριξε στη θάλασσα κατά τη διάρκεια της εκστρατείας των Αθηναίων εναντίον της Σικελίας.
          Τους Βάπτες είχε διακωμωδήσει και ο Αριστοφάνης, ενώ για την ύπαρξη τους έκανε λόγο και ο Αισχύλος στο χαμένο έργο του για τους «Ηδωνούς».
Σύζυγοι στην πυρά…
          Ο Ηρόδοτος, περιγράφει και ανθρωποθυσίες που έκαναν οι αρχαίοι πολυγαμικοί Θράκες.
          Όταν δηλαδή πέθαινε κάποιος, γίνονταν ένα συμβούλιο φίλων και συγγενών, οι οποίοι αποφάσιζαν ποια από τις συζύγους του τον αγαπούσε περισσότερο όσο ζούσε. Η… τυχερή σφαγιάζονταν από τον πλησιέστερο συγγενή και ενταφιάζονταν με το σύζυγό της. Οι υπόλοιπες ζούσαν… δυστυχισμένες, γιατί εθεωρείτο όνειδος να αγαπούν λιγότερο το σύζυγό τους!
          Ας μη νομισθεί όμως ότι ανθρωποθυσίες έκαναν μόνο οι αρχαίοι Θράκες. Η θυσία της Ιφιγένειας στην Αυλίδα ήταν κανονικότατη ανθρωποθυσία. Αλλά και ο Αχιλλέας στην κηδεία του φίλου του Πάτροκλου δεν δίστασε να διατάξει να σφαγιασθούν επί της πυράς, που θα κατέκαιε τη σορό του αγαπημένου του φίλου και δέκα νέοι Τρώες, πολεμιστές, γιοι διακεκριμένων αντιπάλων του.
Πολυγαμικοί…
          Η πολυγαμία των Θρακών, στοιχείο του υπερβάλλοντος ερωτισμού, αναφέρεται από πολλούς αρχαίους συγγραφείς.
          Ο Ηρόδοτος κάνει λόγο για την πολυγαμία του θρακικού φύλου των Τραυσών.
          Ο Αρριανός αναφέρει ότι η πολυγαμία τους είχε σκοπό την απόκτηση πολλών παιδιών. «Έθος ήν Θραξί πολλάς έχειν γυναίκας, ως αν εκ πολλών πολλούς έχοιεν παίδας και το έθος αυτοίς γενέσθαι από του βασιλέως αυτών Δολόγγου…».
          Την πολυγαμία των Θρακών περιγράφει και ο κωμικός Μένανδρος, γράφοντας, όπως διέσωσε ο Στράβων (Ζ΄ 296):
          «Πάντες οι Θράκες, μάλιστα δ’ οι Γέται, ου σφόδρα εγκρατείς εσμέν. Γαμεί γαρ ημών ουδέ είς, ει μη δέκ’ ή ένδεκα γυναίκας, δώδεκα τε ή πλείους τινάς. Αν δε τις τέτταρας ή πέντε γεγαμηκώς τύχη, καταστρέφη τις, ανυμέναιος, άθλιος, άνυμφος ούτος επικαλείτ’ εν τοις εκεί».
          Με άλλα λόγια, οι Θράκες και πολύ περισσότερο η φυλή των Γετών, δεν ήταν καθόλου εγκρατείς. Έπαιρναν  δέκα ή ένδεκα συζύγους και μερικοί περισσότερες. Αν κάποιος τύχαινε να νυμφευθεί με τέσσερις ή πέντε, εθεωρείτο παρακατιανός και ουσιαστικά άνυμφος!!!
          Ο τραγικός Ευριπίδης βάζει στο στόμα της Ανδρομάχης στην ομώνυμη τραγωδία του να λέει στη θυγατέρα της Ερμιόνη, ότι στη Θράκη «το λέχος δίδωσι πολλαίς, είς ανήρ κινούμενος».
          Ο Ηρακλείδης ο Ποντικός ανεβάζει τον αριθμό των γυναικών που έπαιρναν οι Θράκες, ακόμα και σε 30!!!  «Γαμεί έκαστος τρεις και τέσσαρας, εισί δε οί και τριάκοντα»!!!
          Η  εξήγηση που δίνει ο Ηρόδοτος για την πολυγαμία των Θρακών, είναι, ότι το φαινόμενο αυτό συνέβαινε διότι οι Θράκες πουλούσαν τα παιδιά τους. «Πωλέουσι τα τέκνα  επ’ εξαγωγή». Επιπλέον λόγο της πολεμικής ζωής τους και των ασθενειών, που οδηγούσαν στο θάνατο πολλά μικρά παιδιά, τους έστρεψαν στην πολυγαμία και στη συνακόλουθη παιδοποιία.
          Αυτές οι πωλήσεις, αλλά και οι ακούσιοι εξανδραποδισμοί Θρακών, για να διαθέτει η Αθήνα δούλους, γονιμοποίησαν σε βάθος χρόνου βιολογικά τους Αθηναίους. Στην Αθήνα των κλασσικών χρόνων υπήρχαν πολλές γυναίκες από τη Θράκη, τις οποίες οι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν και σαν παλλακίδες, αφού το επέτρεπε ο νόμος. Υπήρχαν επίσης πολλές που ήρθαν στην Αθήνα ως νύφες. Η Θράκη, επειδή ήταν ο σιτοβολώνας της Αρχαίας Αθήνας, πολλοί επιφανείς Αθηναίοι συγγένευαν με θρακικούς βασιλικούς οίκους, με γάμους. Έτσι όμως γεννήθηκαν πολλοί επιφανείς Αθηναίοι.
          Ο Πλούταρχος (Βίος Θεμιστοκλή 1) γράφει: «Αβρότονον, Θρήϊσσα γυνή, αλλά τέκεσθαι τον μέγαν Έλλησι, φημί, Θεμιστοκλέα».
          Η μητέρα του Κίμωνα η Ηγησιπύλη, σύζυγος του Μιλτιάδη, είχε επίσης Θρακική καταγωγή.
          Ο στρατηγός των Αθηναίων Τιμόθεος, ήταν γιος μιας Θράσσας εταίρας, που μετά το γάμο της έγινε «σεμνή». Αλλά και ο στρατηγός Ιφικράτης είχε μητέρα Θράσσα, αλλά και σύζυγο. Επίσης και ο κωμικός Αντισθένης είχε μητέρα Θράσσα.
          Γενικά οι αρχαίοι Θράκες είχαν φιλελεύθερο πνεύμα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι τις θυγατέρες τους δεν τις πρόσεχαν και τις άφηναν να έχουν σχέσεις με όσους άνδρες ήθελαν αυτές. Τις γυναίκες τους όμως τις φύλαγαν προσεκτικά.
          Πάντως παρά την έντονη λατρεία του Διονύσου στη Θράκη λατρεύονταν και η θεά Άρτεμις, σύμβολο της απόλυτης παρθενίας.
Τα Καβείρια Μυστήρια
          Τα Καβείρια Μυστήρια, που ετελούντο στη Σαμοθράκη, το μοναδικό νησί της Θράκης, αποτελούν μια άλλη περίπτωση, με έντονο και το ερωτικό στοιχείο.
          Χωρίς να είναι γνωστά πολλά πράγματα για το περιεχόμενο των Καβειρίων Μυστηρίων, επικρατεί η άποψη ότι εκτός του μυστηριακού χαρακτήρα τους, είχαν και έντονο το ερωτικό στοιχείο. Ο Όμηρος γράφει στην Ιλιάδα: «Ζαθέη Σαμοθράκη ένθα και όργια φρικτά θεών και άρρητα βροτοίσιν» (Σεπτή Σαμοθράκη, όπου τελετές προκαλούν ρίγη φόβου, οι οποίες τελούνται προ χάρη των θεών και είναι απόρρητες στους ανθρώπους).
          Από τον Ηρόδοτο επίσης («Ευτέρπη») γνωρίζουμε ότι στη Σαμοθράκη οι Κάβειροι τελούσαν μεταξύ άλλων τη Θυσία του Φαλλού. Επρόκειτο για ένα μεγάλο ομοίωμα του ανδρικού μορίου, το οποίο, συμβολίζοντας τη δύναμη της φύσης να γονιμοποιεί και να αναπαράγει αενάως, το περιέφεραν κατά τρόπο πανηγυρικό στις εορταστικές τελετές  προς τιμή του Διονύσου.
          Η παράδοση αναφέρει, ότι στη Σαμοθράκη κατά τη διάρκεια  των Καβειρίων Μυστηρίων, γνωρίστηκαν και συνδέθηκαν ερωτικά ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος με την Ολυμπιάδα και από αυτή τη γνωριμία και το γάμο, γεννήθηκε ο Μέγας Αλέξανδρος.
Ορφέας και Ευρυδίκη: Υπόδειγμα συζυγικής πίστης

*Έργο του Θρακιώτη ζωγράφου Γιάννη Μητράκα. Ορφέας και Ευρυδίκη στη χώρα του Άδη, 1997, χρώματα αυγού, 97×158 εκ.

          Πάντως για να μην θεωρηθεί ότι αποδίδουμε στους Θράκες αχαλίνωτο ερωτισμό, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο μύθος του Ορφέα, άνθισε στη Θράκη. Θραξ ήταν ο Ορφέας και αυτός είναι που αποτέλεσε και αποτελεί υπόδειγμα συζυγικής αγάπης, αφού κατά τον πασίγνωστο μύθο, και στην  Άδη κατέβηκε για να σώσει τη γυναίκα Ευρυδίκη.
          Ο Ορφέας γιος του Οίαγρου και της Μούσας Καλλιόπης, υπήρξε ο μεγαλύτερος μουσικός της Ελληνικής Μυθολογίας. Με τη μουσική του εξημέρωνε ακόμα και τα άγρια ζώα. Το όνομά του συνδέθηκε τις μυστηριακές τελετές, τα Ορφικά.
          Σύμφωνα με το μύθο η σύζυγός του Ευρυδίκη πέθανε όταν την δάγκωσε ένα φίδι. Απελπισμένος από το χαμό της ο Ορφέας αποφάσισε να κατεβεί στον Άδη. Εκεί παίζοντας την υπέροχη λύρα του γοήτευσε τους θεούς και τα τέρατα του Κάτω Κόσμου, που του επέτρεψαν να πάρει πίσω στον κόσμο των ζωντανών τη σύζυγό του Ευρυδίκη. Του έβαλαν όμως έναν απαράβατο όρο. Να μην γυρίσει να την κοιτάξει πριν αντικρίσουν το φως του ήλιου. Ο Ορφέας, δεν άντεξε να τη σέρνει πίσω του. Γύρισε να τη δει. Τότε εκείνη εξαφανίσθηκε δια παντός.
          Ο Ορφέας καταλυπημένος από τον οριστικό χαμό της γυναίκας του, έγινε ακόμα και μισογύνης
          Τελικά, οι Βιστωνίδες γυναίκες που ήταν μαινάδες, οι οποίες ζούσαν γύρω από τη λίμνη Βιστωνίδα, σκότωσαν τον Ορφέα και τεμάχισαν το πτώμα του. Για να μην ξεχασθεί το έγκλημά τους, τις σημάδευαν με τατουάζ.
Στο Βυζάντιο…
          Πληροφορίες για τα ερωτικά συμβαίνοντα στη Θράκη κατά τη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων, δεν διαθέτουμε. Είναι βέβαιο, ότι η επικράτηση του Χριστιανισμού , περιόρισε κάθε είδους μυστηριακές και οργιαστικές τελετές. Αλλά είναι εξίσου βέβαιο, πώς μέσα από το νέο κοινωνικό καθεστώς, όπως αυτό διαμορφώθηκε, διασώθηκαν- φυσικά σε μικρότερη έκταση- κάποιες δοξασίες, και τελετές, τόσο στη Θράκη, όσο και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Στοιχεία, που αργότερα άρχισαν να φαίνονται μέσα από τα λαϊκά δρώμενα και τα δημοτικά τραγούδια, που διασώθηκαν έως τις ημέρες μας.
          Ο έκλυτος βίος, ήταν στοιχείο της καθημερινότητας και στο Βυζάντιο και είναι λογικό να επηρέαζε την περιφέρεια της αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα τις περιοχές- όπως η Θράκη- που ήταν κοντά στην πρωτεύουσα.
Με οδηγό μας το δημοτικό τραγούδι
          Στους σχετικά νεώτερους χρόνους, όπου μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε σαν καθρέφτη των κοινωνικών δρωμένων τα δημοτικά τραγούδια, βλέπουμε ότι παρά πολλά από αυτά υμνούν, κάθε είδους ερωτική αταξία, από ένα απλό και αθώο φλερτ έως τον άνομο έρωτα προς την… κουμπάρα, θέμα κοινό και σε  δημοτικά τραγούδια άλλων περιοχών της χώρας. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο τραγούδι της περιοχής Σουφλίου, όπως το κατέγραψε, ο Λεωνίδας Τερζούδης.
          «Κάτω στην Αγιά Βαρβάρα,
          έκανα χρυσή κουμπάρα,
          κι έμαθα το μονοπάτι,
          πήγαινα και το βραδάκι.
          Και με πιάσαν μια βραδιά
          στης κουμπάρας τ’ν αγκαλιά.
          Δεν μου δώσαν και πολλές
          πεντακόσιες και καλές
          και μου τρύπ’σαν το κεφάλι
          σαν το τρύπιο το τσουκάλι…».
          Ο ερωτισμός, που ήταν διάχυτος από τις τρυφερές ηλικίες, τραγουδήθηκε πολλές φορές από το λαό της Θράκης, με στόχους πολλαπλούς, είτε της κοινωνικής κριτικής ( πολλές φορές τη λένε και… κουτσομπολιό οι σύγχρονοί συνέλληνες) είτε της διακωμώδησης. Ένα ενδεικτικό θρακικό δημοτικό τραγούδι είναι και το ακόλουθο:
          «Δώδεκα χρονώ κοράσιο,
          χήρα πάει στη μάνα της,
          τα στεφάνια στη ποδιά της
          κι έκλαιγε τον άνδρα της».
          Και η μάνα της, με τη γνώση και την εμπειρία που διέθετε, συμβούλευε απτόητη, την ανήλικη αλλά χήρα κόρη της.
          «Σώπα κόρη μ’ και μην κλαις,
          σώπα μην πικραίνεσαι,
          όμορφη κι αρχόντ’σα είσαι
          και ξαναπαντρεύεσαι».
          Έρωτες που υμνήθηκαν ήταν και αυτοί, που υπερέβαιναν τις φυλετικές προκαταλήψεις , τους κοινωνικούς διαχωρισμούς και αποκλεισμούς και τους θρησκευτικούς περιορισμούς. Και προς την  κατεύθυνση αυτή, η ερωτική διάθεση ήταν διάχυτη και… αντιρατσιστική, όπως μαρτυρεί το ακόλουθο δημοτικό τραγούδι που κατέγραψε ο Αυγερινός Μαυριώτης:
          «Αγάπησα μια τούρκισα και μιαν εβραιοπούλα,
          αγάπησα και μια ρωμιά της χήρας θυγατέρα.
          Η τούρκισα ήταν ζάχαρη, η οβριά ήταν μέλι
          και η ρωμιοπούλα κρύο νερό, που πίνουν οι αγγέλοι».
          Ένα σύγχρονο έντεχνο λαϊκό τραγούδι, που μπορεί να χαρακτηρισθεί ως… μνημείο ερωτισμού, είναι «Η Μαρία με τα κίτρινα» που ομολογεί ότι… από τον άντρα της αγαπά περισσότερο το γείτονα. Όμως η βάση, η μαγιά και αυτού του τραγουδιού, ανιχνεύεται στα δημοτικά τραγούδια της Θράκης. Ο στίχος του τραγουδιού είναι αποκαλυπτικός, όπως τον είχε καταγράψει ο Αυγερινός Μαυριώτης.
          Παπαδοπούλα του παπά
          ποιον αγαπάς καλύτερα,
          τον άντρα σου ή το γείτονα;
          Τον άντρα μου τον αγαπώ
          το γείτονα καλύτερα.
          Να γίνει ο άντρας μάρμαρο
          κι ο φίλος τριαντάφυλλο,
          για να πατώ στο μάρμαρο
          να κόβω το τριαντάφυλλο.
          Τον άντρα στα οργώματα
          το φίλο στα παπλώματα, κ.λπ.
Η περίπτωση του Γιάννη Δήμαρχου
          Αποκορύφωμα όμως του ερωτισμού των Θρακών, στα νεώτερα χρόνια, θεωρείται ένα από τα έσχατα παραδείγματα δημιουργίας δημοτικού τραγουδιού, το οποίο αναφέρεται στα ερωτικά κατορθώματα του Μπάρμπα Γιάννη, του Δημάρχου του χωριού Μεταξάδες. Το χωριό αυτό, που σήμερα είναι η έδρα του ομώνυμου καποδιστριακού Δήμου, βρίσκεται στα Δυτικά του Διδυμοτείχου, σχεδόν σε επαφή με τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ονομάζονταν Τοκμάκι και εξέλεγε δήμαρχο, που είχε τον τίτλο του Μουχτάρη.
*Ο περίφημος Γιάννης Δήμαρχος, η Βασιλ΄κούδα του τραγουδιού και ο εγγονός του Γιάννης, Μεταξάδες 1956-57.
(Από το δίσκο «Χρόνης Αηδονίδης-Τραγούδια και Σκοποί της Θράκης»)
          Ο Μπάρμπα Γιάννης, πρόσωπο υπαρκτό, αλλά ίσως… λίγο παρεξηγημένο από το φερώνυμο τραγούδι του, υμνήθηκε για τις επιδόσεις του στις γυναίκες, με ένα τραγούδι, ίσως το πιο γνωστό χορευτικό της Θράκης σε ρυθμό Ζωναράδικο.
          «Στο Τοκμάκι, στ’ς Μεταξάδις, Γιάννης Δήμαρχος.
          Γιάννης έχει τρεις γυναίκις κι άλλην αγαπάει.
          Θα χουρίσει τη Θοδώρα, θα πάρ’ τη Βασιλ’κή
          Μάνα της την ουρμηνεύει, την παρακαλεί.
          -Βασιλ’κούδα μ’ μην τον παίρνεις, του Γιάνν’ του χουβαρντά.
          -‘Γώ τουν Γιάννη σαν δεν πάρω, δεν παντρεύουμι.
          Γιάννης είν’, μανά μ’ σαρμπέζης, είνι Δήμαρχος.
          Στο Τοκμάκι, στ’ς Μεταξάδις, Γιάννης Δήμαρχος
          Άειντι Βασιλ’κούδα μ’ Γιάννης Δήμαρχος.
          Η πραγματική ιστορία του Γιάννη Δήμαρχου, που αποτελεί σύγχρονο σύμβολο ερωτισμού, όπως έχει περιγραφεί από τον Ν. Διονυσόπουλο σε συνοδευτικό κείμενο του δίσκου του φημισμένου τραγουδιστή  Χρόνη Αηδονίδη «Τραγούδια και Σκοποί της Θράκης» (συνεργασία των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης και του Δημοκρτίτειου Πανεπιστημίου Θράκης), είναι η ακόλουθη:
          Ο Ιωάννης Μαντάς ή Μαντούδης (1881-1962) διετέλεσε Μουχτάρης στα ύστερα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας και στις αρχές της ελληνικής διοίκησης στη Θράκη. Από τη θητεία του εκείνη έμεινε γνωστός με το προσωνύμιο Γιάννης Δήμαρχος, που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή.
          Αρχικά πήρε για σύζυγό του την Τριανταφυλλιά, που είχε γεννηθεί το 1884. Γρήγορα όμως αυτή πέθανε και ως χήρος ο Γιάννης Μαντάς, νυμφεύθηκε με την Δέσποινα, η οποία είχε γεννηθεί το 1882. Με τη Δέσποινα έκανε μια κόρη το 1910, τη Ζωή. Λίγο καρό αργότερα οι Τούρκοι τον επιστρατεύουν- προφανώς λόγω των Βαλκανικών Πολέμων- στην  Αδριανούπολη και ενδεχομένως και στην Κωνσταντινούπολη για μερικά χρόνια. Στη διάρκεια της απουσίας του και εξαιτίας μια επιδημίας στο χωριό, πεθαίνει και η γυναίκα του και η κόρη του. Όταν τελικά επιστρέφει, κάνει και τρίτο γάμο με την Μαρία Τσιακιρούδη, γεννημένη το 1886, γνωστή στο χωριό με το προσωνύμιο Θοδώρα ή Θοδωρούλα. Δεν έκανε όμως παιδιά μαζί της. Έτσι και όταν έληξε η θητεία του ως Μουχτάρη, αποφασίζει να χωρίσει τη Θοδώρα και να κάνει γάμο με τη Βασιλική Μπακαλούδη (1887- 1975). Η Εκκλησία, δεν νομιμοποίησε ποτέ τον τέταρτο γάμο του, αφού αυτό δεν επιτρέπονταν από τους Ιερούς Κανόνες. Ο Γιάννης Δήμαρχος όμως αγνοώντας τις αντιρρήσεις της Εκκλησίας, αλλά και την κριτική της τοπικής κοινωνίας έζησε με τη Βασιλική ή Βασιλ’κούδα του τραγουδιού κατά την τοπική προφορά, με την οποία έκανε τρία παιδιά. Το Χρήστο που γεννήθηκε το 1926, την Τριανταφυλλιά που γεννήθηκε το 1929 και τον Παναγιώτη που γεννήθηκε το 1932. Ήταν η τελευταία οικογένειά του, με την οποία έζησε ευτυχισμένος τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του.
          «Όπως είναι αυτονόητο- αναφέρεται στο συνοδευτικό κείμενο του δίσκου- το γεγονός σκανδάλισε τη συντηρητική κοινωνία του χωριού, με αποτέλεσμα η κοινωνική κριτική να ασκηθεί με τη μορφή τραγουδιού. Το τραγούδι μορφοποιήθηκε από το βιολάτορα Γιώργη Ταυρίδη ή Μπουγά, που ήταν κα συγγενής του Γιάννη Δήμαρχου. Αν και το τραγούδι αποδίδεται στον Μπουγά, δεν έχει διευκρινιστεί εάν και κατά πόσο βασίστηκε σε παλαιότερη μελωδία, ούτε είναι σαφές κατά πόσο συνέβαλαν οι δύο άλλοι μουσικοί της κομπανίας του (Βαΐτσης Καραγκιοζούδης, Δημήτρης Σαμπανίδης) καθώς και ο γιατρός των Μεταξάδων, που η παράδοση τον θέλει ως κύριο εμπνευστή των στίχων».  
Ο φόρος του… έγγαμου ταύρου!!!
          Πάντως κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, όταν το συνολικό φορολογικό σύστημα ήταν πολύ διαφορετικό από το σημερινό, υπήρχαν πολλές επιμέρους υποχρεώσεις φορολογικής μορφής των Χριστιανών υπόδουλων, με στόχο να ενισχύεται η Εθναρχούσα Εκκλησία και να μπορεί να παρέχεται Ελληνική Παιδεία στα παιδιά τους. Υποχρέωσή τους ήταν να καταβάλλουν ένα ετήσιο τέλος στη Μητρόπολη της κατοικίας τους. Ειδικά για τους έγγαμους υπήρχε και ένας άλλος φόρος, ο λεγόμενος φόρος εγγάμου συμβιώσεως, που επέζησε και καταργήθηκε από τον υπουργό Συντονισμού του στρατάρχη Παπάγου τον Σπύρο Μαρκεζίνη. Ο φόρος αυτός ειρωνικά απεκαλείτο στο Διδυμότειχο, έδρα Μητρόπολης, στην τουρκική γλώσσα «μπουγά παρασί» δηλαδή… τα χρήματα του ταύρου!!! Και ο νοών νοείτω…
          Πάντως τα αποκριάτικα έθιμα της Θράκης, όπως αυτά διαμορφώθηκαν μέσα στην Τουρκοκρατία, συνήθως έχουν διττή σημασία. Αφενός μεν την διακωμώδηση του Οθωμανού δυνάστη μέσα από την καρναβαλική καρικατούρα του αρχικαρνάβαλου που στη  Θράκη ονομάζεται Κιοπέκ Μπέης (Ο Μπέης των σκύλων) και αφετέρου την ελεύθερη έκφραση μια φορά το χρόνο, με όλα τα υπονοούμενα, ερωτικών και άλλων απροκάλυπτων πολλές φορές, στοιχείων ερωτικής συμπεριφοράς. Στα καρναβάλια που συνοδεύουν τον Κιοπέκ Μπέη γίνονται πολλά ευτράπελα περιστατικά, με αυτονόητα υπονοούμενα και μιμητικές φαλικές πράξεις. Παράλληλα όλες αυτές οι αποκριάτικες εκδηλώσεις, αποτελούν στην πράξη σπονδές στην ιδέα της γονιμότητας, που συνδέεται στενά, με κάθε έννοια ερωτισμού και αποτελεί τη βάση και της λατρείας του Διονύσου στην αρχαιότητα.
H περίπτωση ανταλλαγής συντρόφων (;) 
των Μπεκτασήδων
          Στη Θράκη, κατοικούν και οι Πομάκοι, γηγενές Θρακικό φύλλο, που εξισλαμίσθηκε βίαια. Οι Πομάκοι στην πλειοψηφία τους ανήκουν στην μουσουλμανική αίρεση των μπεκτασήδων, μια αίρεση η οποία βασικά πρεσβεύει την ανεξιθρησκία και ακολουθεί  πολλές δοξασίες που μοιάζουν με τις ελληνικές, κάτι που είναι φυσικό, αφού οι Πομάκοι πριν εξισλαμισθούν ήταν Χριστιανοί.
          Για τους Μπεκτασήδες, υπάρχει μια διάχυτη φημολογία για μυστηριακές ερωτικές τελετές, που γίνονταν τα παλαιότερα χρόνια και σχετίζονται με μια ιδιότυπα θεσμοθετημένη ανταλλαγή ερωτικών συντρόφων μια φορά το χρόνο!
          Σύμφωνα με τα λεγόμενα, τα οποία διαψεύδουν οι Πομάκοι και τα αποδίδουν σε κακή προπαγάνδα των Σουνιτών  τουρκογενών, μια φορά το χρόνο, σε ημερομηνία που προσδιορίζεται από την κίνηση της Σελήνης, σε κάθε κοινότητα Μπεκτασήδων, συγκεντρώνονται όλα τα ερωτικώς ενεργά έγγαμα ζευγάρια σε ένα ιερό χώρο, συνήθως το τζαμί, όπου γίνεται κάποια θρησκευτική τελετή.
          Σε μια δεδομένη στιγμή, σβήνουν τα φώτα και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, οι άνδρες αναζητούν τις γυναίκες και όποια πιάσουν πρώτη, αυτή είναι η ερωτική του σύντροφος για τη συγκεκριμένη βραδιά.
          Τα αγόρια που γεννώνται εννέα μήνες ακριβώς μετά τη συγκεκριμένη βραδιά, προορίζονται για ηγέτες των τοπικών κοινωνιών και η μόρφωση και ανατροφή τους, αποτελεί κύριο μέλημα και φροντίδα όλων των μελών της κοινότητας, ώστε να μορφωθούν και να σφυρηλατηθεί  κατάλληλα ο χαρακτήρας τους, για να ανταποκριθούν σε μεγαλύτερα καθήκοντα είτε θρησκευτικά είτε αυτοδιοικητικά.
          Για το έθιμο αυτό δεν υπάρχουν γραπτές πηγές και ερευνητικές τεκμηριώσεις. Ωστόσο από τις διηγήσεις προκύπτει, ότι αν πράγματι συμβαίνει ένα τέτοιο γεγονός, κάλλιστα μπορεί να ερμηνευθεί ως διονυσιακό κατάλοιπο. Πολλοί ισχυρίζονται, ότι τέτοια έθιμα αναφέρονται και μεταξύ των (νεοπλατωνιστών) Αλεβήδων της Μικράς Ασίας.
          Οι Πομάκοι, παρά το συντηρητικό χαρακτήρα τους, και τις κλειστές και μικρές κοινωνίες στις οποίες ζουν, δεν παύουν να τραγουδάνε και ερωτικά τραγούδια, όπως το χαρακτηριστικό «Άμπρε μάλκο μόμε», που σύμφωνα με τη μετάφραση του εκπαιδευτικού και συγγραφέα Πέτρου Θεοχαρίδη λέει μεταξύ άλλων:
          Αχ μικρό κορίτσι
          εσύ αγάπη γλυκιά μου
          μη στέκεσαι μπροστά μου
          γιατί καίγομαι για σένα.
          Ας καίγεσαι αγάπη μου, ας καίγεσαι
          έτσι και εγώ καίγομαι.
          Δεν ξέρω τι να κάνω…
          Πάντως λόγω των κοινωνικών συνθηκών που επικρατούν στα χωριά των Πομάκων συνήθως τα νυχτέρια, οι νυχτερινές συνάξεις δηλαδή (ένα είδος βεγγέρας) που γίνονταν στα σπίτια για να κεντούν οι γυναίκες ή να κάνουν άλλες αγροτικές δουλειές, όπως το ξεφλούδισμα τω καλαμποκιών, το παστάλιασμα των καπνών, ή το γνέσιμο του μαλλιού, πλέκονταν τα παλαιότερα χρόνια τα ειδύλλια των νέων. Συνήθως τα αγόρια στέκονταν γύρω από τον κύκλο των γυναικών παρατηρώντας με τα μάτια τους τα κορίτσια. Αν ένας νεαρός Πομάκος ήθελε να δείξει την ερωτική του προτίμηση σε κάποιο συγκεκριμένο κορίτσι, έπαιρνε το θάρρος και της πετούσε ένα λουλούδι. Αν το κορίτσι δεχόταν να πάρει το λουλούδι, σήμαινε ότι… αποδέχεται και το παλικάρι. Έτσι άρχιζε το ειδύλλιο, που με την επιμέλεια των γονέων κατέληγε σε αρραβώνα και γάμο.
          Εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσουμε, ότι μια από τις πρώτες και σημαντικότερες συνέπειες του διάχυτου ερωτισμού, είναι και η αυξημένη τεκνογονία.
          Ένα τέτοιο φαινόμενο, μας παρουσίασε ο «ΧΡΟΝΟΣ» Κομοτηνής στις 14 Ιανουαρίου 2003. Σε ρεπορτάζ της Μαρίας Φανφάνη, αναφέρεται ότι στον απομακρυσμένο οικισμό Κύμη του Δήμου Οργάνης, που απέχει 200 μέτρα από την ελληνοβουλγαρική μεθόριο και κατοικείται από Πομάκους, κάθε οικογένεια έχει κατά μέσο όρο έξι παιδιά. Στην Κύμη της Ροδόπης, σ’ αυτό το «καρπερό χωριό» ζουν περίπου 100 οικογένειες. Οι γυναίκες ακολουθώντας τα παλαιά κοινωνικά πρότυπα, ακόμα και σήμερα δεν δέχονται να εξετασθούν από γιατρό, έστω και όταν κινδυνεύει η ζωή τους. Γεννούν μάλιστα όρθιες, έλκοντας ένα σκοινί, που είναι δεμένο στο ταβάνι του σπιτιού τους!!!.
Μαρτυρία Οδυσσέα Ελύτη
          Μια απρόσμενη επιβεβαίωση του διάχυτου και διαχρονικού ερωτισμού των Θρακών, μας δίνει ο νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης.
          Είναι γνωστό, ότι ο μεγάλος μας ποιητής, πήρε μέρος το 1940 στο μεγάλο αγώνα του Ελληνισμού ενάντια στον Ιταλικό φασισμό. Πολέμησε στα χιονισμένα Βορειοηπειρωτικά βουνά και καρπός των βιωμάτων και των εμπειριών του, είναι τα δύο αξεπέραστα ποιητικά αριστουργήματά του, το «Άξιον Εστί» με την παγκόσμια ακτινοβολία και το «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για το Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας».
          Ειδικά αυτό το δεύτερο ,ενδιαφέρει εμάς τους Θρακιώτες, αν και συνήθως το αγνοούμε ή το προσπερνάμε αδιάφοροι.
          Ο αδικοχαμένος ηρωικός ανθυπολοχαγός της Αλβανίας, παρά το γεγονός ότι δεν διασώζεται το όνομά του ή άλλα στοιχεία της πραγματικής ταυτότητάς του, είναι Θράξ.
          Και αυτό το επιβεβαιώνει ο Ελύτης, που συγκλονισμένος από τον ηρωικό θάνατο του, γράφει στο ΣΤ΄ κεφάλαιο του ποιήματός του, προσδιορίζοντας τουλάχιστον την καταγωγή του.
Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε
Σκύψανε το βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του.
Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Και το σηκώσαν  στου βοριά τα σπάργανα…
          Αυτός λοιπόν ο ηρωικός Θρακιώτης, ένας ημίθεος στα μάτια του ποιητή, ένας καθημερινός δικός μας άνθρωπος σαν όλους τους Θρακιώτες που έδωσαν δυναμικό παρών στο αντιφασιστικό αγώνα, κουβαλούσε μέσα του τα γονίδια του διαχρονικού και διάχυτου Θρακικού ερωτισμού. Και αυτό το έβλεπε από διαίσθηση ο ποιητής και δεν παρέλειψε να το περιλάβει στο αριστουργηματικό ελεγείο του, γράφοντας λίγο παρακάτω:
Ήταν γερό παιδί
Τις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήτανε τόσος ο Έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μές στα μαλλιά του
Η αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
Στη σέλα δύο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
Τις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν…
Ά τι θυμάρι δυνατό το γυμνό του στήθος
Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα…
Ήταν γενναίο παιδί
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
Με τον αγέρα στην περπατηξιά…
          Το ένστικτο του ποιητή, τον οδήγησε στον ιστορικά ορθό δρόμο, θέλοντας να περιγράψει τον ανθυπολοχαγό που έδωσε τη ζωή του μαχόμενος, στα χιονισμένα Βορειοηπειρωτικά βουνά.
Το σήμερα
          Τι γίνεται σήμερα; Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει και η κατάσταση δεν είναι ίδια, όπως την περιγράφουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Πώς μπορούσε άλλωστε να συμβεί αυτό; Πάντως, όπως μπορεί να διαπιστωθεί και από τη στατιστική, οι κοπέλες της Θράκης, κατ’ εξοχήν όμορφες, με ικανοποιητική μόρφωση και εξαιρετική κοινωνική συγκρότηση, αποτελούν το πρώτο στόχο των παρεπιδημούντων στα μέρη τους γαμπρών. Οι περισσότεροι των ανύπαντρων στρατιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων που υπηρετούν στη Θράκη, συνήθως παντρεύονται Θρακιωτοπούλες, εκτιμώντας φυσικά όχι μόνο τα ερωτικά, αλλά όλα τα άλλα προσόντα τους, αφού αυτοί, προχωρώντας σε γάμο, θεμελιώνουν το δικό τους μέλλον και το μέλλον των παιδιών τους, που θα γεννηθούν. Το ίδια συμβαίνει και με τα παλικάρια της Θράκης, που θεωρούνται περιζήτητοι γαμπροί σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας.
          Η ακριτική αυτή περιοχή σήμερα, παρουσιάζει λόγω… έρωτος, μεγάλη Διασπορά των παιδιών της, ίσως εφάμιλλη της Διασποράς που παρουσιάζει και λόγω της μετανάστευσης.
          Η Θράκη δεν έπαψε ποτέ, να είναι ερωτική…
Π. Σ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ
Πηγές- Βοηθήματα
-Οδυσσέας Ελύτης «Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» Εκδόσεις Ίκαρος 1945.
-Γ. Ευσταθίου «Η Θράκη από αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της υποταγής της εις τους Ρωμαίους» Θεσσαλονίκη 1966.
-Αυγερινού Μαυριώτη «Το θρακιώτικο δημοτικό τραγούδι στον Έβρο και τη Σαμοθράκη» 2000.
-Λεωνίδα Τερζούδη «Λαογραφικά Σουφλίου» 2001.
-Πέτρου Θεοχαρίδη «Πομάκοι. Οι μουσουλμάνοι της Ροδόπης. Ιστορία, καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία, λαογραφικά» Α΄ Έπαινος Ακαδημίας Αθηνών.
-Συλλογική εργασία «Θράκη» Έκδοση Γεν. Γραμματείας Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας- Θράκης.
ΘΕΜΑ 26

Οι Θρακιώτες πάντα, ήθελαν Ελλάδα!

*Το Διδυμότειχο με το κάστρο του Καλέ.

Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

          Παρουσιάζει ειδικό και αξιοσημείωτο ενδιαφέρον, η ζέση με την οποία οι υπόδουλοι Θράκες, σε κάθε περίπτωση διακήρυσσαν την επιθυμία του να ελευθερωθούν και να ενσωματωθούν στον ελληνικό εθνικό κορμό. Οι εκδηλώσεις αυτής της επιθυμίας τους, εντάθηκαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, όταν άρχισε η διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ο σχηματισμός εθνικών κρατών. Μερικά τέτοια χαρακτηριστικά παραδείγματα, θα δούμε σήμερα, με το κείμενο, που ακολουθεί:
          Οι κάτοικοι της περιοχής του Έβρου, με συγκινητικό ζήλο, όταν επήλθε η ρωσική κατοχή μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, του 1878, ζήτησαν με υπογραφές των προκρίτων, να μην υπαχθούν υπό Βουλγαρική διοίκηση, όταν διαπίστωσαν, ότι οι Ρώσοι με τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, επιχειρούν να αποκαταστήσουν τους Βουλγάρους, ως επικυρίαρχους της περιοχής.Οι εκκλήσεις τους έφθασαν έως και στο Συνέδριο του Βερολίνου, έστω και αν δεν είχαν άμεσα αποτελέσματα.
          Η Καλλιόπη Παπαθανάση- Μουσιοπούλου[1] έχει δημοσιεύσει έγγραφο εκπροσώπων 18 πόλεων, χωριών και κωμοπόλεων της περιοχής Διδυμοτείχου, οι οποίοι υπογράμμιζαν:
          «Ημείς οι κάτωθι υπογεγραμμένοι κάτοικοι των πόλεων,  κωμοπόλεων και χωρίων της Επαρχίας Διδυμοτείχου εκδηλούμεν δια της παρούσης ημών αναφοράς, ότι καθ’ ήν περίπτωσιν η χώρα αύτη εν ή οικούμεν ήθελεν υπαχθεί εις άλλην τινά διοίκησιν, ημείς καθ’ ό Έλληνες εις ουδεμίαν άλλην διοίκησιν επιθυμούμεν να υπαχθώμεν ή την Ελληνικήν.
Ο Κύριος Πρόξενος παρακαλείται όπως διαβιβάση την πάγκοινον ταύτην εθνικήν ημών αίτησιν όπου δει».
          Το έγγραφο αυτό, που έχει ως τόπο προέλευσης το Διδυμότειχο, έχει ημερομηνία 10 Μαΐου 1878. Δυστυχώς η αείμνηστη Παπαθανάση δεν παραθέτει άλλα στοιχεία για το φάκελο του Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών στον οποίο περιέχεται αυτό το έγγραφο και εγώ, παρά τις έρευνές μου δεν κατόρθωσα να το εντοπίσω για να έχουμε το ονόματα των ηρωικών Διδυμοτειχιτών, οι οποίοι με μια απροκάλυπτη πολιτική δήλωσή τους, ζητούσαν ευθέως να γίνει η Θράκη Ελλάδα, από τότε.
          Ωστόσο η ύπαρξη της ιστορικής αυτής αναφοράς, πιστοποιείται από άλλα δύο διπλωματικά έγγραφα, που διασώζονται στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου των Εξωτερικών.
          Το πρώτο είναι το έγγραφο της 14ης  Μαρτίου 1878 του προξένου της Αδριανούπολης Ν. Γεννάδη προσωπικά προς τον υπουργό Εξωτερικών Θεόδ. Δηληγιάννη[2]. Με το έγγραφο αυτό όπως έλεγε, έστελνε αναφορά των κατοίκων διαφόρων  χωριών της επαρχίας Διδυμοτείχου «δι’ ής δηλούσιν ότι Έλληνες όντες δεν στέργουν να υπαχθώσιν εις την μέλλουσαν Βουλγαρικήν ηγεμονίαν».
          Το ότι είναι η πρώτη γενναία και υποδειγματική αναφορά αυτή η συγκεκριμένη, φαίνεται από όσα γράφει στην ίδια έκθεσή του ο Γεννάδης: «Τοιαύτης φύσεως αναφοράς και εξ άλλων μερών της Θράκης ελπίζω ότι θα δυνηθώ να υποβάλω προσεχώς».
          Για τη συλλογή των υπογραφών, είχε εργασθεί με ζήλο ο ελληνικής υπηκοότητας Ευστράτιος Σδρόλλας κάτοικος Ορτάκιοϊ. Ο Γεννάδης υπεδείκνυε, ότι πρέπει να τιμηθεί ο Σδρόλλας. Στο Ιστορικό Αρχείο του υπουργείου Εξωτερικών, έχει διασωθεί ένα ιδιόγραφο σημείωμα απάντησης του υπουργού Θ. Δηληγιάννη, με αριθμό εμπιστευτικού πρωτοκόλλου 871 της 27ης Μαρτίου 1878, από το οποίο προκύπτει, ότι συμφωνούσε να μεταβιβασθούν οι ευχαριστίες του προς το Σδρόλλα. Στο περιθώριο του εγγράφου σημειώνει επίσης και μονογράφει: «Η αναφορά ής γίνεται μνεία εδόθη προς μετάφρασιν». Αυτό σημαίνει ότι η αναφορά των γενναίων κατοίκων της περιοχής Διδυμοτείχου, προωθήθηκε για χρήση στο Συνέδριο του Βερολίνου.
          Στον ίδιο φάκελο του Ιστορικού Αρχείου, υπάρχει και ένα άλλο έγγραφο του Γενικού Προξενείου της Θεσσαλονίκης με ημερομηνία 25 Απριλίου 1878, στο οποίο αναφέρεται ότι υπήρξαν αναφορές από Διδυμότειχο και Βάρνα που συνετάχθησαν από Έλληνες, υπηκόους της Υψηλής Πύλης με τις οποίες διαμαρτύρονταν «κατά πάσης μεταβολής της καταστάσεως αυτών».
Μετά το Διδυμότειχο και το Σουφλί…
          Παρά την αποτυχία μου να εντοπίσω το έγγραφο με τις υπογραφές των Διδυμοτειχιτών, μπόρεσα και εντόπισα άλλα μεγάλης ιστορικής αξίας έγραφα για τη Θράκη, με το ίδιο περιεχόμενο. Με την ίδια λαχτάρα των Θρακιωτών να δουν στα μέρη τους λευτεριά.
Μια άλλη εκδήλωση λοιπόν, με απελευθερωτικό περιεχόμενο, προέρχονταν λίγες μέρες αργότερα, από την περιοχή Σουφλίου
          Στις 5 Ιουνίου 1878[3] ο πρόξενος της Αδριανούπολης Ν. Γεννάδης στέλνει με συνοδευτικό του έγγραφο, με αριθμ. πρωτ. 87, στο υπουργείο Εξωτερικών μια «δήλωση» κατοίκων των «ελληνικών κωμοπόλεων Σουφλίου, Κορνωφωλιάς, Κιουπλίου (ΣΣ. Το Κιουπλή βρίσκεται στην Ανατολική Θράκη, στη δεξιά όχθη του Έβρου) και Δαδιάς υπαγομένων εις το διαμέρισμα Διδυμοτείχου, δι’ ής εκφράζωσι τους εθνικούς αυτών πόθους. Ως δ’ η Υ.Ε. παρατηρήση το έγγραφον αυτό είναι επικυρωμένον υπό των υπό των Ρώσσων συσταθέντων δημοτικών συμβουλίων εν τοις πολίσμασιν τούτοις, άπερ οικούνται αποκλειστικώς υφ’ Ελλήνων». 
          Με την μοναδικής ιστορικής αξίας αυτή δήλωση των κατοίκων, επιβεβαιώνεται, όχι μόνο η ελληνικότητα της περιοχής Σουφλίου, αλλά και η συνεχής και άσβεστη επιθυμία τους να ελευθερωθούν από κάθε ζυγό και να ενταχθούν στον εθνικό κορμό.
          Οι Έλληνες κάτοικοι απευθυνόμενοι προς τον πρόξενο της Αδριανούπολης, με την σημαδιακή ημερομηνία 29 Μαΐου 1878 ζητούν απερίφραστα να τεθούν υπό ελληνική ηγεμονία, θεωρώντας δίκαιο, αντίστοιχο αίτημα των Βουλγάρων και των Οθωμανών.
 
Σουφλί: Κουκουλόσπιτο
          Ακριβώς για την μέγιστη ιστορική αξία που έχει το κείμενο αυτό, δημοσιεύεται ολόκληρο, με τα ονόματα των γενναίων κατοίκων.
Εξοχώτατε Κύριε Πρόξενε!
          Οι ευσεβάστως υποφαινόμενοι κάτοικοι των κωμοπόλεων και κωμών της περιφερείας Διδυμοτείχου, παρακαλούμε την Υμετέραν Εξοχότητα ίνα ευαρεστηθή και διαβιβάση προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν τους πόθους ημών ειλικρινείς και δικαίους να εκπληρωθώσιν εκφραζομένους δε διά της παρούσης ημών αναφοράς.
          Η φορά των πραγμάτων αναγκάζει ημάς να άρωμεν την φωνήν επικαλούμενοι και την υπέρ ημών συμπάθειαν παντός πεπολιτισμένου κόσμου και ιδία της πεφωτισμένης Ελληνικής Κυβερνήσεως.
          Εάν Κύριε Πρόξενε, η ανθρωπότης έχει δικαιώματά τινα, άπερ ουδείς δύναται να τα αμφισβητήσει, αν δε και ημείς οι εν τη γωνία ταύτη της οικουμένης Έλληνες, ανήκωμεν εις αυτήν ταύτην την ανθρωπότητα, αξιούμεν να θεωρώνται και τα δικαιώματα ημών, ως δικαιώματα της ανθρωπότητος εν γένει. Εξηγούμεθα. Εάν οι αδελφοί ημών Βούλγαροι, διότι είναι Βούλγαροι πρόκειται να διοικηθώσιν υπό ηγεμόνος Βουλγάρου και οι συγκάτοικοι Οθωμανοί υπό ηγεμόνος Οθωμανού κ.τ.λ. και τούτο οι πάντες επιδοκιμάζουν και το θεωρούσι δίκαιον, διά τι ημείς μόνοι οι Έλληνες διότι είμεθα Έλληνες να στερώμεθα του κοινού τούτου δικαίου και να μη δικαιώμεθα να διοικηθώμεν και ημείς υπό Έλληνος ηγεμόνος αλλά να ώμεν καταδεδικασμένοι, παρά πάντα λόγον, εις πάσαν άλλην να υποκείμεθα διοίκησιν ή την ομογενή, ομόγλωσσον και ομόθρησκον Ελληνικήν διοίκησιν;
          Προς Θεού και προς αυτού του δικαίου της ανθρωπότητος, Κύριε Πρόξενε, ενεργήσατε παρακαλούμεν, ίνα φθάση η ασθενής ημών φωνή μέχρι των ακοών, των τα των Ελλήνων δίκαια διεκδικείν επιτετραμμένων, δια να τύχωμεν και ημείς ελαχίστης τουλάχιστον συμπαθείας του πεφωτισμένου και φιλανθρώπου Ευρωπαϊκού κόσμου.
          Διατελούμεν της Υμετέρας Εξοχότητος ειλικρινέστατοι ομογενείς και υπήκοοι του Βασιλέως απάντων των απανταχού Ελλήνων.
Σουφλί τη 29 Μαίου 1878
Οι από Σουφλί
Οικίαι 1.200, οικογένειαι καθαρώς ελληνικαί 1.500, ζώσαι ψυχαί 7.500.
Σ. Παπαδόπουλος, Χατζή Απόστολος Δαούλας, Α. Χαραμπάρας, Σ. Χαραμπάρας, Χρήστος Παπαπασχάλη, Χατζή Χρήστος Δαούλας, αθανάσιος αποστόλου, Γεώργιος Νικολάου, Γιώργους του Κώστα, Χατζ. γιάνις, γεόργης Χατζηπασχάλη, Ευστάθιος Χρίστου, Πούλιους Τριαντάφυλλη, δίμους διμιτριάδης, Δ. Βασιλειάδης. 
Οι  από Κορνοφωλέαν
Οικίαι 300, οικογένειαι καθαρώς Ελληνικαί 350, ζώσαι ψυχαί 1.500.
Αναγνώστης Ιωάννου, πολυχρόνι γεοργίου, Αθανάσιος Δημητρίου, Γιαννάκος Κυριάκου, θεόδωρος αποστόλου, Πασχάλης Π. Αποστόλου.
Χωρίου Κιουπλή
Οικίαι 400, οικογένειαι 700, 3.200 ψυχαί Ελληνικαί
Παπαθεολόγος, Γιαννούδι, Γιάννης Νικολάου, Θόδουρη Κοντουέ, Χατζηγιώργη, σταβράκης μαργαρίτη, ….. μουχτάρη, Κόστας Ιλία, μίτσους αργίρι, Γιόργις Κοσταντί, Τριαντάφυλλος Παρασκευά, κόστας γεοργίου. 
Οι από Δαδιά
Οικίαι 150, οικογένειαι καθαρώς ελληνικαί 180, ζώσαι ψυχαί 825
Δημήτρις γεοργίου, Νίκος Ιωάννου, Κυριάκης Ιωάννου, Αποστόλης Νίκου, Κων. Δημοσκί, Ιωάννης σταμάτη, Θεόδωρος αποστόλου, Δημήτρις …
«Σιμιτζήδες» στο Δεδέαγατς

Και το Δεδέαγατς…
          Ανάλογη κίνηση σημειώθηκε και στο Δεδέαγατς. Ο υποπρόξενος Γ. Καραγιαννόπουλος μόλις πήρε την αναφορά των Ελλήνων κατοίκων της πόλης, την έστειλε στις 4 Ιουνίου 1878 στο υπουργείο Εξωτερικών[4]. Η αναφορά έχει ημερομηνία 2 Μαΐου και απευθύνεται «Προς το Συγκροτηθησόμενον   Ευρωπαϊκόν Συνέδριον». Προφανώς η μεγάλη απόσταση των δύο ημερομηνιών οφείλεται, στη διαδικασία συγκέντρωσης μεγάλου αριθμού υπογραφών. Η αναφορά αυτή υπογράφεται από 123 Έλληνες του Δεδέαγατς. Έχει και αυτή μεγάλη ιστορική σημασία για το Θρακικό Ελληνισμό, που σε κάθε ευκαιρία επιζητούσε την εθνική απελευθέρωσή του. Γι’ αυτό δημοσιεύεται ολόκληρη. Στα ονόματα που τη συνοδεύουν διακρίνουμε την μεγάλη ποικιλία επαγγελμάτων, με πρωτοστατούντες τους εμπόρους.
Σεβαστοί Αντιπρόσωποι
          Οι υπογεγραμμένοι κάτοικοι της πόλεως Δεδέ- Αγάτς Έλληνες το γένος και υπήκοοι της Υψηλής Πύλης, ευσεβάστως υποβάλλομεν Υμίν τα ακόλουθα:
          Και η της Κωνσταντινουπόλεως Ευρωπαϊκή Συνδιάσκεψις και ο κατά της Τουρκίας Ρωσσικός πόλεμος ένα και μόνον ανεκήρυξαν σκοπόν, την κατά τας αρχάς της πολιτικής ελευθερίας διακυβέρνησιν των της Ευρωπαϊκής Τουρκίας Χριστιανών. Προϋποθέτει δε πάντοτε η πολιτική ελευθερία την προϋπαρξιν εκδεδηλουμένης θελήσεως του λαού. Ο λαός της ημετέρας πόλεως ανέπνευσε στιγμιαίως πολιτικής ελευθερίας αύραν επί τω ακούσματι της ανακηρυχθείσης τοιαύτης Ευρωπαϊκής προθέσεως και μεγάλα ήλπισεν, προσδοκών ανυπομόνως την ώραν, καθ’ ήν συνωδά ταις αρχαίς της πολιτικής ελευθερίας ήθελεν εξερευνηθεί η θέλησις των της Ευρωπαϊκής Τουρκίας λαών. Δυστυχώς όμως ο λαός κινδυνεύει να ίδη τας ελπίδας αυτού διαψευδομένας υπό των γεγονότων υπό των γεγονότων. Διότι και η εν Κωνσταντινουπόλει συνδιάσκεψις και ο Ρωσσικός πόλεμος την ημετέραν πολιτικήν ελευθερίαν ως σκοπόν ανεκήρυξαν, ουχ ήττον, ου μόνον ουδόλως η των ενδιαφερομένων λαών θέλησις ηρωτήθη, αλλά και πολιτική μεταβολή εκ διαμέτρου αντίθετος προς τους πόθους και τον εθνισμόν αυτών ωρίσθη.
          Ως εκ τούτου ο λαός της ημετέρας πόλεως αναγκάζεται εκ των προτέρων να ανενεχθή προς το συγκροτηθησόμενον Ευρωπαϊκόν Συνέδριον και να διακηρύξει α) Ότι η υπό των δύο τέως εμπολέμων κρατών διομολογηθείσα πολιτική μεταβολή ουδόλως εκπροσωπεί την θέλησιν οίς αύτη προώρισται.  β) ότι ο λαός της ημετέρας πόλεως υπό δύο μόνον κυβερνητικάς μορφάς δύναται να ζήση. Ή υπό την κυβερνητικήν μορφήν υφ’ ήν διετέλει ήτοι την Τουρκικήν διότι αύτη καίτοι εν πολλοίς επαχθής, εδείχθη ανίκανος να εξαλείψη την εθνικήν λαού τινός χροιάν και την παντελή να ανακόψη ημών πρόοδον ή υπό κυβερνητικήν μορφήν ούσαν απαύγασμα της θελήσεως του λαού, του εθνικού αυτού χαρακτήρος και των εθνικών αυτού πόθων.
          Διαμαρτύρεται δε και διαμαρτυρηθήσεται δι’ όλων των μέσων κατά πάσης πολιτικής μεταβολής, η οποία ήθελεν εφαρμοσθή επ’ αυτού πριν η διεθνής ελεγκτική επιτροπή εξερευνήσει τον εθνικό χαρακτήρα των της Ευρωπαϊκής Τουρκίας λαών και την θέλησιν αυτών.
          Ο εν Δεδέ Αγάτς υποπρόξενος της Αυτού Ελληνικής Μεγαλειότητος παρεκλήθη να διαβιβάση την παρούσαν εις τον προς οι όροι».  
          Μετά την παράθεση των υπογραφών, ακολουθούν και οι επικυρωτικές υπογραφές:
«Επικυρούται το γνήσιον
των άνω υπογραφών
Δεδέ αγάτζ τη 3/η Ιουνίου 1878
Ο εφημέριος
Παπά Νικόλαος
Επικυρούται το γνήσιον
της υπογραφής του εφημερίου της
πόλεως ταύτης Παπά Νικόλα
Δεδέ Αγάτς τη 3 Ιουνίου 1879
Ο υ/πρόξενος της Ελλάδος
Γ.Ν. Καραγιαννόπουλος»
          Αξίζει να αναφέρουμε, ότι στο περιθώριο του εγγράφου με το οποίο εστάλη η αναφορά των κατοίκων του Δεδέαγατς και η συνοδευτική έκθεση του υποπρόξενου Καραγιαννόπουλου, προς τον υπουργό Εξωτερικών Θεόδωρο Δηλιγιάννη που είχε μεταβεί στο Βερολίνο για το Συνέδριο, υπηρεσιακός παράγοντας του Υπουργείου των Εξωτερικών σημείωσε ιδιοχείρως: «Δεν είναι όλως ανώφελον να μεταφρασθώσι Γαλλιστί αι δύο συνημμέναι αναφοραί, διότι ενδέχεται να χρησιμεύσωσιν αν ερωτηθώμεν εις τα της διαρρυθμίσεως». Εννοώντας φυσικά τις επικείμενες διαρρυθμίσεις των συνόρων.
*Παλαιά σπίτια στη Σωζώπολη, η οποία σήμερα ανήκει στη Βουλγαρία
Και οι πόλεις της Ανατολικής Ρωμυλίας…
          Ανάλογο κοινό υπόμνημα προς την ελληνική αλλά και την αγγλική κυβέρνηση, είχαν υποβάλει στις 5 Μαΐου 1878 και οι κάτοικοι  Σωζόπολης και Αγαθούπολης[5] αναφέροντας μεταξύ άλλων:
          «… τας ευκταίας αιτήσεις ημών, πεπείσμεθα ότι η Σεβαστή Ελληνική Κυβέρνησις, και μήτηρ ημών, εν παντί αρμοδίω καιρώ και εν τω συγκροτηθησομένω Ευρωπαϊκώ Συνεδρίω τω προτιθεμένω την διακανόνισιν των της Ανατολής πραγμάτων, είποτε, ως ευχόμεθα αντιπροσωπεύσει εν αυτώ, τον Ελληνισμόν, θέλει υπερασπίσει  και προστατεύσει τα εθνικά ημών δίκαια».
          Τη γνησιότητα των πολλών υπογραφών που ακολουθούν, επιβεβαιώνει με τη σφραγίδα και την υπογραφή του ο μητροπολίτης Σωζοαγαθουπόλεως Θεόφιλος.
          Στο ίδιο κείμενο που είναι κολλημένο με κόλλα στο ίδιο χαρτί διατυπώνουν παρόμοιο αίτημα και οι κάτοικοι της κωμόπολης Κωστίου τονίζοντας:
          «… παρακαλούμεν της Σεβαστήν Ελληνικήν Κυβέρνησιν και μητέρα ημών Ελλάδα όπως υπερασπίση τα δίκαιά μας εν παντί αρμοδίω καιρώ».
          Ανάλογο αίτημα στο ίδιο πολύπτυχο κολλημένο χαρτί, διατυπώνουν και οι κάτοικοι της κωμόπολης Προβίδου.
          Τις αναφορές από τη Θράκη είχε μεταφράσει για να χρησιμοποιήσει στο Συνέδριο του Βερολίνου ο τότε υπουργός Εξωτερικών Θεόδωρος Δηλιγιάννης ώστε να υπερασπίσει αποτελεσματικότερα τα ελληνικά δίκαια. Η παρουσία της Ελάδας όμως εκεί, ήταν σχετικά περιορισμένη.
          Η φλόγα του Θρακικού Ελληνισμού για απελευθέρωση από τον Οθωμανικό ζυγό, και τον κίνδυνο ενός νέου ζυγού, του Βουλγαρικού, δεν είχε σβήσει ποτέ, στην ενιαία γεωγραφική και  ιστορική Θράκη.
          Άλλωστε η φλόγα αυτή φάνηκε και σε άλλες περιπτώσεις, όταν χρειάστηκε να επιδειχθεί ανιδιοτελής πατριωτισμός.
          Από αναφορά του προξένου της Αδριανούπολης Ι. Μεταξά με ημερομηνία 11 Απριλίου 1870, πληροφορούμαστε, ότι από συνεισφορές των Ελλήνων της περιοχής είχε συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια της θητείας του ποσό 5.000 δρχ. υπέρ των αγωνιζομένων Κρητών. Πρέπει να σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη όποιος ενίσχυε των αγώνα των Κρητών που επαναστατούσαν θεωρούνταν χωρίς άλλη συζήτηση εχθρός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με τις ανάλογες συνέπειες.
Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

[1] «Σελίδες Ιστορίας- Θράκη 1870-1886» Εκδόσεις Πιτσιλός σελ. 100
[2] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. ΑΑΚ/Η΄
[3] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. ΑΑΚ/ΙΗ΄
[4] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. ΑΑΚ/ΙΗ΄
[5] ΙΑΥΕ 1878 φάκ. 99/2
ΘΕΜΑ  27

24 Δεκεμβρίου 2012

H εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1922

 
*Ἡ γέφυρα στόν ποταμό Τούνζα πού ἑνώνει τήν Ἀδριανούπολη μέ τό Κάραγατς. Ἡ γέφυρα εἶχε ὀνομασθεῖ σέ «Γέφυρα Διαμάντη» κατά τή διάρκεια τῆς Ἑλληνικῆς Διοίκησης πρός τιμήν τοῦ λοχαγοῦ Διαμάντη, ὁ ὁποῖος ἔπεσε ἐκεῖ μαχόμενος τόν Ἰούνιο τοῦ 1920. Στό βάθος δεξιά διακρίνεται τό τέμενος Σελιμιέ. Φαίνονται καθαρά στή γέφυρα τά κάρα πού ἔρχονται πρός τό Κάραγατς καί τή δυτική ὄχθη τοῦ Ἕβρου καί αὐτά πού γυρίζουν πίσω ἄδεια. (Ἀρχές Ὀκτωβρίου 1922)

Γράφει ο κ. Δημ. Α. Μαυρίδης
          Η ασύλληπτης έκτασης, τρομερή Μικρασιατική Καταστροφή έχει απωθηθεί και παραμένει σήμερα ως ανοικτό τραύμα στο συλλογικό μας υποσυνείδητο. Λίγο γνωστά είναι τα δραματικά γεγονότα του Αυγούστου του 1922. Κυριολεκτικά άγνωστα παραμένουν, όμως, τα γεγονότα τα σχετικά με την εγκατάλειψη και εκκένωση της Ανατολικής Θράκης τον Οκτώβριο του 1922.
          Η Ανατολική Θράκη αποτελούσε την κύρια εστία του θρακικού Ελληνισμού και ήταν προαύλιο και ενδοχώρα της Κωνσταντινούπολης. Η Ανατολική Θράκη βρισκόταν υπό ελληνική διοίκηση από τον Ιούλιο του 1920 και είχε ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος από τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Σήμερα, η απώλεια της Ανατολικής Θράκης θεωρείται ότι συμπίπτει με τη Μικρασιατική Καταστροφή, στην πραγματικότητα όμως είναι αποτέλεσμα και επακόλουθό της.
          Ίσως είναι καιρός να μιλήσουμε και για τη Θρακική Καταστροφή, η οποία παραμένει άγνωστη, ανεξήγητη και ουσιαστικά αδικαιολόγητη. Είναι σκόπιμο να γνωρίζουμε τις συνθήκες και τις διεργασίες κάτω από τις οποίες συνέβησαν τα γεγονότα εκείνα. Και αυτό το εννοούμε με τη συναίσθηση ότι ανάλογες συνθήκες συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα. Πρόκειται για την άνιση διπλωματία που εφαρμόζεται στις ετεροβαρείς σχέσεις μας με τους ισχυρούς προστάτες, που είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητούμε.

*Μονάδες του Γ΄ Σώματος Στρατού αποβιβάζονται στην προβλήτα της Ραιδεστού 
τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου 1922.
          Οπωσδήποτε, αν η Μικρασιατική Καταστροφή οφείλεται σε δυσμενείς αντικειμενικές συνθήκες, αυτό δεν είναι βέβαιο ότι ισχύει για την αντίστοιχη καταστροφή στη Θράκη. Μπορούμε να απαριθμήσουμε τις δυσμενείς συνθήκες οι οποίες εμφανίσθηκαν κυρίως μετά το 1919 και οδήγησαν στην αποτυχία του Μικρασιατικού Εγχειρήματος, άλλά και επέβαλαν τότε διαφορετική στρατιωτική και πολιτική αντιμετώπιση. Οι δυσμενείς αυτές συνθήκες περιγράφονται, αλλά δεν περιορίζονται με εξελίξεις, όπως η ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού, ο αγγλογαλλικός ανταγωνισμός στην Εγγύς Ανατολή, το ενδιαφέρον της νεαρής τότε Σοβιετικής Ένωσης και η προσέγγισή της προς το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, η αντίθεση της Γαλλίας, της Ιταλίας και των ΗΠΑ στα σχέδια του Λόυδ Τζώρτζ για ενίσχυση των Ελλήνων ως εταίρων της Μεγάλης Βρετανίας και άλλα. Στοιχεία αρνητικά προς τη Μικρασιατική Επιχείρηση αποτέλεσαν επίσης η στάση πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων της Μεγάλης Βρετανίας, η τότε γεωπολιτική των πετρελαίων, οι πολιτικές εξελίξεις στην Υπερκαυκασία και η στάση του ευρύτερου μουσουλμανικού κόσμου, αλλά και τα περιορισμένα οικονομικά μέσα του ελληνικού κράτους και η έλλειψη οικονομικής υποστήριξης από μέρους της Μεγάλης Βρετανίας.
          Τη δραματική αυτή περίοδο της ιστορίας μας την διαχειρίστηκαν από την πλευρά μας ο ιεροφάντης της Μεγάλης Ιδέας Ελευθέριος Βενιζέλος και οι αντίπαλοι και διάδοχοί του. Απέτυχαν και οι δύο. Ο Βενιζέλος γιατί γνώριζε τις δυσμενείς αντικειμενικές συνθήκες και τις αγνόησε και οι διάδοχοί του γιατί δεν τις γνώριζαν, αλλά συνέχισαν την πολιτική του προκατόχου τους. Ένα από τα αίτια και συνέπεια, βέβαια, της αποτυχίας τους ήταν το να πολεμά κατά περίπτωση η μισή Ελλάδα σε κάθε φάση του αγώνα, που ήταν ο κρισιμότερος της σύγχρονης ιστορίας μας.
          Οι δυσμενείς συνθήκες στις οποίες αναφερθήκαμε δεν έχουν ερμηνευθεί ακόμη. Συντελούν έτσι, μαζί με άλλους παράγοντες, στο να στερούμεθα εθνικής συναίνεσης, ώστε να συνεχίζεται με κάποιες μορφές ο εθνικός διχασμός μέχρι τις μέρες μας. Η σύγχυση που συνεχίζει να επικρατεί δεν επιτρέπει στους Έλληνες να αξιολογήσουν τα γεγονότα, αλλά και να συνειδητοποιήσουν πραγματικότητες θεμελιώδεις για την ταυτότητα και την αυτογνωσία μας. Έτσι, παραμένουν άγνωστες οι πραγματικότητες της καθ’ ημάς Ανατολής, ενώ δεν μπορεί να αξιολογηθεί το ότι το νέο Ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε στις παρυφές του τότε Ελληνισμού και υιοθέτησε θεσμούς ξένους και αδοκίμαστους. Ανάλογη είναι και η άγνοια που επικρατεί σχετικά με την Τουρκία και τις μακροϊστορικές συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Δεν έχει γίνει κατανοητό ότι η Μικρασιατική Καταστροφή συνεχίζει με κάποιους τρόπους μέχρι τις μέρες μας. Ίσως μπορούμε σήμερα να χαρακτηρίσουμε ως «Τρίτη Άλωση» τη μετακίνηση τουρκικών πληθυσμιακών μαζών προς τις ακτές της Προποντίδας και του Αιγαίου, με αποτέλεσμα η Τουρκία να τείνει να γίνει μια χώρα του Αιγαίου. Πλήρης είναι σήμερα η αδιαφορία μας σχετικά με τη μετάλλαξη αυτή της Τουρκίας και την παράλληλη επιθυμία της να γίνει μέλος της ΕΕ, πράγματα που είναι αναγκαίο να μελετήσουμε για να χαράξουμε μια πολιτική.

 
*Χάρτης της Ανατολικής Θράκης με τις πορείες των προσφύγων και τα μέσα αναχώρησης. 
          Υπάρχει και η ιδεολογική μας σύγχυση. Ο εθνικοαπελευθερωτικός χαρακτήρας του αγώνα στη Μικρά Ασία δεν αναγνωρίζεται σήμερα, ενώ υπάρχει μια ακατανόητη άγνοια και απέχθεια προς τον Ανατολικό Ελληνισμό. Αυτά μπορούν καλύτερα να γίνουν κατανοητά με ένα παράδειγμα: Η Συνθήκη των Σεβρών θεωρείται σήμερα ως εκδήλωση ιμπεριαλιστικής βουλιμίας, και έτσι είναι σε ό,τι αφορά τα συμφέροντα των τότε συμμάχων μας, όχι όμως σε ό,τι αφορά εμάς. Αυτό γιατί, μία απλή ανάλυση των δεδομένων αρκεί για να δείξει ότι η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν μια μοιρασιά στην οποία οι Ρωμηοί της πάλαι ποτέ Ελληνικής Ανατολής εδικαιούντο και πήραν ένα μερίδιο. Το μερίδιο των Ρωμηών στη Συνθήκη των Σεβρών αντιστοιχούσε στο 7% των εδαφών της σημερινής Τουρκικής Δημοκρατίας, ενώ οι ίδιοι, με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς αποτελούσαν το 13% του συνολικού πληθυσμού. Αφήνω κατά μέρος το γεγονός ότι οι Ρωμηοί της Ανατολής έλεγχαν τεράστιο τμήμα του πλούτου. Τελικώς, βέβαια, δεν έλαβαν τίποτε και έγιναν πρόσφυγες.
 
*Τά φορτωμένα κάρα περνοῦν μέσα ἀπό τήν Ἀδριανούπολη (Ἀρχές Ὀκτωβρίου 1922)
Η Ανατολική Θράκη
          Η Ανατολική Θράκη αποτελεί σήμερα, μαζί με την Κωνσταντινούπολη, το ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκικής Δημοκρατίας. Ως κύριο τμήμα της ευρύτερης Θράκης και ως προαύλιο της Κωνσταντινούπολης η Ανατολική Θράκη εκατοικείτο ιστορικά κατά πλειονότητα από Έλληνες που ήταν και αστοί και χωρικοί. Η Ανατολική Θράκη αποτελούσε, μέχρι την έναρξη των μεγάλων διωγμών και των εθνικών εκκαθαρίσεων το 1914, την κύρια περιοχή της Θράκης, όπου η υπεροχή του ελληνικού στοιχείου ήταν καταφανής.
          Στις αρχές του 20ου αιώνα κατοικούσαν στην Ανατολική Θράκη 360.000 Ρωμηοί. Στην Κωνσταντινούπολη κατοικούσαν 300.000 Ρωμηοί. Ο υπόλοιπος πληθυσμός της Ανατολικής Θράκης, σχεδόν το μισό του συνολικού πληθυσμού, αποτελούσε ένα εθνοτικό αμάλγαμα από Τούρκους, Αλβανούς μουσουλμάνους, Βουλγάρους, Αρμένιους, Τσιγγάνους και Εβραίους.
          Οι Ρωμηοί κατοικούσαν στην Ανατολική Θράκη σε πόλεις όπως η Αδριανούπολη (εθνικό και εκπαιδευτικό κέντρο), οι Σαράντα Εκκλησιές με την αγροτική περιφέρειά της, τη γεμάτη αμπελώνες, η αρχαία εμπορική πόλη και λιμάνι της Ραιδεστού και τα πλησίον 28 χωριά των Γανοχώρων, πάνω και γύρω από το μοναστικό κέντρο του όρους Γάνος ή Ιερού Όρους, αλλά και σε μικρότερες πόλεις όπως η Μακρά Γέφυρα, η Βιζύη, η Χώρα και ο Γάνος, οι Επιβάτες, το Εξάστερο και η Σηλύβρια, οχυρό έρεισμα του ευρύτερου αμυντικού συστήματος της Κωνσταντινούπολης. Οι συμπαγείς και ακμαίοι ελληνικοί πληθυσμοί κυριαρχούσαν στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, στην ακτή της Προποντίδας, στην ανατολική ακτή του Εύξεινου, στο Ιερό Όρος και στην περιοχή των βουνών της Στράντζας. Αλλά και στον κόλπο του Σάρου, στις ακτές του Αιγαίου πλέον, και μέχρι τις εκβολές του Έβρου, όπου και η αρχαία πόλη της Αίνου, κατοικούσαν κατά πλειοψηφία Έλληνες.
          Η Θράκη βρίσκεται στο κέντρο περίπου ενός πολύ σημαντικού γεωγραφικού και πολιτισμικού χώρου, όπου συγκεντρώνεται μεγάλο τμήμα της ανθρώπινης ιστορίας και όπου υπάρχουν μερικές από τις διασημότερες τοποθεσίες της υφηλίου. Η Θράκη εκτείνεται κατά μήκος των τριών θαλασσών που είναι συμφυείς με την οικουμενικότητα της Ρωμηοσύνης: του Αιγαίου, της Προποντίδας και του Εύξεινου. Η σημασία της Θράκης για τον Νέο Ελληνισμό δεν είναι μόνο αυτή ενός συστατικού χώρου, αλλά και ενός χώρου αναπόσπαστου με την ταυτότητά του. Σύμφωνα με την παρομοίωση του Πλάτωνα οι Έλληνες μαζεύονται γύρω από τις θάλασσες, όπως τα βατράχια γύρω από τους λάκκους με το νερό μετά τη βροχή.
          Για δεκαέξι συνεχείς αιώνες η Κωνσταντινούπολη ήταν η μεγαλύτερη πόλη και πρωτεύουσα των Ελλήνων. Η Κωνσταντινούπολη η ίδια ξεπερνά, ως αυτοκρατορική πόλη, τη σημασία και τη βαρύτητα της Θράκης. Έχει προσφυώς λεχθεί ότι η Κωνσταντινούπολη μόνη της αξίζει όσο μια αυτοκρατορία. Αυτός που την κατέχει μπορεί να επιδιώξει την παγκόσμια κυριαρχία.
 
*Σ’ αυτό το τραπέζι παίχτηκε στα Μουδανιά η τύχη της Ανατολικής Θράκης
Οι Σύμμαχοι αποφασίζουν και οι Έλληνες αποδέχονται
          Η κατάρρευση του ελληνικού μετώπου στη Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922 δεν άφησε μόνο τους ελληνικούς πληθυσμούς απροστάτευτους. Η Μεγάλη Βρετανία, η άτυπη και διστακτική σύμμαχος των Ελλήνων, έμεινε τότε χωρίς την προστατευτική ασπίδα του Ελληνικού Στρατού. Αφού ο Ελληνικός Στρατός στη Μικρά Ασία κάλυπτε τα Στενά, την Κωνσταντινούπολη και την ουδέτερη ζώνη που κατείχαν οι Σύμμαχοι στις ακτές της Προποντίδας.
          Η άφιξη του Κεμάλ στη Σμύρνη, στις 31 Αυγούστου 1922, σήμανε και την εκδήλωση έντονης κρίσης μεταξύ της Τουρκίας και της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά και μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας. Την κρίση πυροδότησε η δήλωση του Κεμάλ ότι μόνο η παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία θα απέτρεπε τη σύγκρουσή της με τους Συμμάχους.
          Μετά την απαίτηση του Κεμάλ, η Μεγάλη Βρετανία φάνηκε να σχεδιάζει την ανασυγκρότηση του Ελληνικού Στρατού. Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση του Λόυδ Τζωρτζ, με πρωτοστατούντα τον Ουίνστον Τσόρτσιλ, ετοιμαζόταν για πολεμική σύγκρουση με την κεμαλική Τουρκία. Αντίθετα, οι Γάλλοι τους οποίους ανησυχούσε η ελληνοαγγλική συνεργασία στην Εγγύς Ανατολή, απέσυραν τα στρατεύματά τους από το ασιατικό τμήμα της ουδέτερης ζώνης την οποία απειλούσε ο Κεμάλ.
          Η Γαλλία διαχώρισε τη θέση της και υποστήριξε την απαίτηση των Τούρκων για προσάρτηση στην Τουρκία της Ανατολικής Θράκης και των Στενών, που οι Τούρκοι θα ουδετεροποιούσαν.
          Ωστόσο, η διάσταση στις γνώμες των Βρετανών ιθυνόντων και η απροθυμία της αγγλικής κοινής γνώμης και των αποικιών για πολεμική εμπλοκή με τους Τούρκους, ανάγκασαν την κυβέρνηση του Λόυδ Τζωρτζ να επιδιώξει συνεννόηση με την Τουρκία, μέσω της υποταγής της στις απαιτήσεις της Γαλλίας. Το τίμημα θα ήταν η Ανατολική Θράκη, και θα το πλήρωναν, οι σύμμαχοι της Μεγάλης Βρετανίας, Έλληνες, χωρίς βέβαια να ερωτηθούν. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση εκείνη έπαιξε η αφόρητη πίεση του Γάλλου Προέδρου Πουανκαρέ. Η θετική διάθεση ορισμένων Άγγλων προς τους Έλληνες δεν ενισχύθηκε από τη μαχητικότητα, την τόλμη και την αποφασιστικότητα των Ελλήνων που, δυστυχώς, δεν υπήρξαν. Οι Έλληνες βρισκόταν κάτω από την ψυχολογία της ήττας. Άλλωστε, τις μέρες εκείνες η Ελλάδα εστερείτο ουσιαστικά διπλωματικής αντιπροσώπευσης, ενώ το καθεστώς στην Αθήνα βρισκόταν υπό κατάρρευση.
          Η απόφαση των Συμμάχων για απόδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία, οδηγούσε και στην εγκατάλειψη της Κωνσταντινούπολης, των Στενών και της ουδέτερης ζώνης. Παρά την ταπείνωση των Συμμάχων, αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το ότι ήδη είχαν ικανοποιηθεί από τα κέρδη τους. Η Μεγάλη Βρετανία στη Μεσοποταμία, το Κουρδιστάν και τα πετρέλαια της Μοσούλης. Η Γαλλία, στη Συρία και τον Λίβανο και η Ιταλία, για την καταστροφή της Ελλάδας. Είχαν αποσπάσει την Τουρκία από την προσέγγισή της με τη Σοβιετική Ένωση. Προς μεγάλη, βέβαια, απογοήτευση του Λένιν και του Τρότσκυ, οι οποίοι ιδεοληπτικά φαντάζονταν την Τουρκία ως ηγέτιδα μιας παγκόσμιας αντιαποικιακής επανάστασης. Οι Σύμμαχοι ήθελαν τώρα την Τουρκία ως βασικό κρίκο στη ζώνη απομόνωσης που συγκροτούσαν γύρω από τη νεαρή Σοβιετική Ένωση. Επεδίωκαν την ενίσχυσή της για την αποφυγή της κομμουνιστικοποίησής της. Επιπλέον, είχαν επιλέξει την εθνικιστική Τουρκία ως θεματοφύλακα του Ανατολικού Ζητήματος. Η Ελλάδα δεν τους είχε πείσει ότι μπορούσε να είναι αξιόπιστος εταίρος, όπως είχαν σχεδιάσει ο Βενιζέλος και ο Λόυδ Τζώρτζ. Η ελληνική στρατιωτική πανωλεθρία, ο μικρόψυχος και κοντόφθαλμος ελληνικός διχασμός, όπως και η αλαζονική επιμονή του Κωνσταντίνου να ανακτήσει το θρόνο του, ήταν τα συμπτώματα της ελληνικής αναξιοπιστίας. Η εκχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία αποτελούσε την προίκα για τη στενή μελλοντική της σχέση με τους Συμμάχους.
          Η απόφαση για την εκκένωση της Θράκης πάρθηκε από τους Συμμάχους στις 9.9.1922 μετά από θυελλώδεις συσκέψεις τριών ημερών στο Παρίσι, μεταξύ του Γάλλου πρωθυπουργού Πουανκαρέ και του Άγγλου υπουργού εξωτερικών Λόρδου Κώρζον. Τις μέρες εκείνες δεν υπήρχε κυβέρνηση στην Αθήνα ικανή να αντιδράσει.

 
*H σημαία που δώρησε η κοινότητα των Σαράντα Εκκλησιών 
στον στρατηγό Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάνα (Εθνικό και Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα)
          Ωστόσο, δύο μέρες μετά, εκδηλώθηκε στη Χίο και στη Μυτιλήνη το επαναστατικό κίνημα του Πλαστήρα και του Γονατά. Στόχος τους ήταν η ανατροπή του Κωνσταντίνου και η σωτηρία της Ανατολικής Θράκης. Το σύνθημά τους ήταν «Ελλάς – Σωτηρία». Είναι προφανές ότι ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος των Ελλήνων, αφού οι αποφάσεις των Συμμάχων είχαν ήδη παρθεί. Άλλωστε, ο επαναστατημένος στρατός έπλευσε προς την Αττική, ενώ υπήρχε απόλυτη ανάγκη να κατευθυνθεί στη Θράκη. Είναι γνωστό όμως ότι ο Λόυδ Τζώρτζ στεναχωρήθηκε γιατί οι εξελίξεις στην Ελλάδα άργησαν μερικές ημέρες. Η επαναστατική επιτροπή διόρισε τον Ελ. Βενιζέλο που βρισκόταν στο Παρίσι για να χειρισθεί την ελληνική διπλωματία στο εξωτερικό. Περίμεναν δηλαδή από τον Βενιζέλο να ανατρέψει τα τετελεσμένα που είχαν ήδη δημιουργηθεί και πίστευαν στο άστρο του.
          Δυστυχώς, ο Βενιζέλος δεν ικανοποίησε τις προσδοκίες της νέας ελληνικής κυβέρνησης. Το γιατί, συζητείται μέχρι σήμερα.
          Στο εύλογο ερώτημα του Λόρδου Κώρζον: «Ποιός θα υποχρεώσει τους Έλληνες να εγκαταλείψουν την Ανατολική Θράκη;», απάντησαν οι ίδιοι οι Έλληνες. Η Ανατολική Θράκη εγκαταλείφθηκε εθελόδουλα, ώστε να μην βρεθεί η Μεγάλη Βρετανία στη δυσάρεστη θέση να συγκρουσθεί με την Τουρκία. Και αυτό παρά το ότι πολλοί πίστευαν ότι αρνούμενοι να εγκαταλείψουν την Ανατολική Θράκη τις μέρες εκείνες, οι Έλληνες δεν είχαν να χάσουν τίποτε και θα κέρδιζαν πολύτιμο χρόνο.

 
*Η πορεία των Θρακών με τις βοϊδάμαξες
          Αν υποθέσουμε ότι η Ελληνική Κυβέρνηση αρνείτο να συμμορφωθεί προς τις αποφάσεις του Συμμαχικού Διευθυντήριου. Τί θα γινόταν τότε;
          α) Είτε η Τουρκία θα επιτίθετο στην αγγλοκρατούμενη ζώνη στο Τσανάκ Καλέ. Στην περίπτωση αυτή η Αγγλία θα αναγκαζόταν να συγκρουστεί με την Τουρκία, προς μεγάλη ικανοποίηση του Ουίνστον Τσόρτσιλ και του Λόυδ Τζώρτζ, αλλά και όλων των Ελλήνων.
          β) Είτε η Τουρκία θα αναγκαζόταν να αποδεχθεί την κατάσταση, όπως είχε διαμορφωθεί. Η Ελλάδα πιθανότατα θα κρατούσε μεγάλο τμήμα της Ανατολικής Θράκης.
          γ) Ήταν επίσης ενδεχόμενο η Τουρκία να αποβιβάσει στρατεύματα στη θρακική ακτή της Μαύρης Θάλασσας ή μέσω του Βοσπόρου. Το ενδεχόμενο αυτό συζήτησε ο Ουίνστον Τσόρτσιλ και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι γραμμές επικοινωνίας των Τούρκων θα βρισκόταν στο έλεος των τηλεβόλων του στόλου.
          δ) Στην απίθανη περίπτωση που η Αγγλία θα ταπεινωνόταν τόσο, ώστε να επιτρέψει στα κεμαλικά στρατεύματα να παραβιάσουν την κατεχόμενη ζώνη για να βρεθούν σε επαφή με το ελληνικό μέτωπο, τότε ο τουρκικός στρατός θα έπρεπε να διαβεί τον Βόσπορο, τα Δαρδανέλια ή την Προποντίδα, πράγμα πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο.
          Σε κάθε περίπτωση, θα υπήρχε άφθονος χρόνος για την Ελλάδα να ανασυντάξει τη Στρατιά της Θράκης όπως και τελικά έγινε.
          Στη συνομιλία του με τον Κώρζον στις 19.9.1922 ο Ελ. Βενιζέλος αρνήθηκε τη δυνατότητα αποχώρησης του Ελληνικού Στρατού από την Ανατολική Θράκη πριν από τη Διάσκεψη της Ειρήνης. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα υπήρχε τίποτε προς διαπραγμάτευση. Ο Κώρζον αισθάνθηκε αμηχανία μπροστά στα επιχειρήματα του Βενιζέλου, που ήταν τα ίδια με αυτά που είχε ο ίδιος επικαλεσθεί όταν ο Πουανκαρέ του είχε ζητήσει ακριβώς το ίδιο πράγμα με αυτό που ζητούσε τώρα ο Κώρζον από τον Βενιζέλο. Κατά τον Κώρζον, η νύξη της παράδοσης της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία, έκανε τον Βενιζέλο ανίσχυρο να διατηρήσει τη συνηθισμένη του ψυχραιμία. Ωστόσο, μετά δύο μόνο μέρες, ο Βενιζέλος ανακοίνωσε στον Κώρζον ότι συνέστησε στην Ελληνική Κυβέρνηση να δεχθεί αμέσως την εκκένωση της Ανατολικής Θράκης. Δεν είναι γνωστό το τι μεσολάβησε. Όπως και δεν είναι γνωστά όλα τα παρασκήνια των αποφάσεων, αλλά και άλλες λεπτομέρειες, όπως π.χ. η μη ανταπόκριση του Λόυδ Τζώρτζ στις φορτικές εκκλήσεις για βοήθεια στους Έλληνες από τον Μπαζίλ Ζαχάρωφ.
          Είναι γνωστά τα τηλεγραφήματα του Βενιζέλου προς τη νέα επαναστατική κυβέρνηση της Αθήνας: «…Επήλθον ήδη καταστροφαί ανεπανόρθωτοι… Οι τρεις μεγάλαι και πρώην σύμμαχοι ημών Δυνάμεις απεφάσισαν την απόδωσιν ταύτης εις την Τουρκίαν. Ουδείς δε εχέφρων πολίτης δύναται να διανοηθεί την συνέχειαν του πολέμου προς την Τουρκίαν, με πλήρη ημών διπλωματικήν και στρατιωτικήν απομόνωσιν…» έγραφε και πρόσθετε ότι οι Τούρκοι θα απειλούσαν και τη Δυτική Θράκη. Τελείωνε δε με τη δήλωση ότι σε περίπτωση που η κυβέρνηση θα αποφάσιζε να κρατήσει την Ανατολική Θράκη τότε … «αι θερμαί ευχαί μου θα συνοδεύσουν τον αγώνα τούτον του Έθνους, αλλά ευρίσκομαι, εν τοιαύτη περιπτώσει, εις την θλιβεράν ανάγκην να αρνηθώ την αποδοχήν της τιμητικής εντολής, όπως αντιπροσωπεύσω την χώραν εις το εξωτερικόν». Πρόκειται για φράσεις που δεν θα περίμενε κανείς ότι θα τις έγραφε ο μέχρι τότε γνωστός Βενιζέλος.
          Δεν είναι απολύτως σαφής και γνωστή η στάση και το φρόνημα του Ελληνικού Στρατού τις τρομερές εκείνες ημέρες. Υπάρχουν ενδείξεις ότι ο νέος Έλληνας αρχιστράτηγος Νίδερ ζήτησε να παραβιάσει την ουδέτερη ζώνη στην Κωνσταντινούπολη και να βαδίσει ταχύτατα προς τον Βόσπορο. Πολλοί, στην ηγεσία της επανάστασης του 1922, είχαν παρόμοια στάση. Ωστόσο, είναι αμφίβολο το αν ο στρατηγός Νίδερ διέθετε στρατό με δυνατότητα προέλασης τον Σεπτέμβριο του 1922. Ο Ν. Πλαστήρας, που διαφώνησε με την απόφαση εκκένωσης, μεταπείστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

 
*Η Σμύρνη, όταν ήταν ελληνική
          Παραμένει το γεγονός ότι ο τουρκικός στρατός δεν ήταν σε θέση να διαπλεύσει την Προποντίδα και να επιτύχει την κατάληψη της Ανατολικής Θράκης. Οι Τούρκοι δεν διέθεταν ναυτική δύναμη και η δύναμη πυρός των ελληνικών θωρηκτών ήταν σημαντική με τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Γι’ αυτό οι Άγγλοι είχαν ζητήσει την έξοδο του ελληνικού στόλου από την Προποντίδα κατά τις ημέρες της κρίσης πριν τη Διάσκεψη Ανακωχής. Υπήρχε επίσης και μία στρατηγική συνιστώσα στο να αρνηθούν οι Έλληνες να εκκενώσουν την Ανατολική Θράκη. Μία τέτοια κατάσταση έφερνε αμέσως σε ευθεία αντιπαράθεση τους Συμμάχους με την Τουρκία και το λιγότερο που θα κέρδιζαν οι Έλληνες ήταν πολύτιμος χρόνος. Η διάβαση των Τούρκων από τον Βόσπορο η τον Ελλήσποντο, που κατείχαν με ασθενείς δυνάμεις οι Άγγλοι, σήμαινε Αγγλο-Τουρκική σύγκρουση, κάτι που εξυπηρετούσε τα στρατηγικά συμφέροντα της Ελλάδας. Βρισκόταν δηλαδή η νικημένη Ελλάδα σε θέση που της έδινε τη δυνατότητα να δημιουργήσει μία αγγλική ασπίδα και να αποφύγει νέα σύγκρουση με τους Τούρκους. Βέβαια, η ηττημένη χώρα δεν φαινόταν να έχει τις οικονομικές δυνατότητες για να συνεχίσει τον πόλεμο. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία μας διδάσκει ότι λαοί που είναι αποφασισμένοι και θέλουν να επιβιώσουν βρίσκουν τα μέσα για να αντισταθούν.
Η Διάσκεψη Ανακωχής των Μουδανιών.
          Η Διάσκεψη των Μουδανιών, οργανώθηκε από τους Συμμάχους για τη σύναψη της ανακωχής και κράτησε από τις 20 έως 28.9.22. Εκεί η Ελλάδα έπαιξε τον ρόλο βωβού παρατηρητή στον οποίο ανακοινώθηκαν οι εις βάρος του όροι. Ο σκοπός της διάσκεψης ανακωχής των Μουδανιών ήταν να υποχρεωθούν οι Έλληνες να αποσυρθούν από την Ανατολική Θράκη. Το αντάλλαγμα εκ μέρους των Τούρκων θα ήταν ο σεβασμός της ουδέτερης συμμαχικής ζώνης και των Στενών μέχρι την τελική Διάσκεψη Ειρήνης μεταξύ των Συμμάχων και των Τούρκων. Οι Έλληνες εκλήθησαν στα Μουδανιά για να αποδεχθούν τα σε βάρος τους τετελεσμένα γεγονότα. Και αυτό έκαναν. Έγινε δηλαδή εκεί, μία διευθέτηση των συμμαχικών σχέσεων με την Τουρκία, εξόδοις της Ελλάδας.
          Η διάσκεψη άρχισε χωρίς τους Έλληνες, που δεν είχαν ακόμη φθάσει, με κύριο θέμα τη γραμμή που θα αποσύρονταν οι Έλληνες. Πρόκειται δηλαδή για μια ιδιόρρυθμη διάσκεψη ανακωχής που προδικάζει τη Συνθήκη Ειρήνης. Για μια ανακωχή που υποχρεώνει τον έναν από τους δύο αντιπάλους να υποχωρήσει πολύ πέραν της γραμμής, την οποία κατείχε, και να παραχωρήσει μεγάλες εκτάσεις στον αντίπαλο. Κατά την αφήγηση του Ισμέτ Ινονού στον Σπύρο Μαρκεζίνη το 1972, δέχθηκαν όλοι την προτροπή του: «Ας φθάσουμε σε ένα αποτέλεσμα και οι Έλληνες θα υποχρεωθούν να το δεχθούν». Οι Έλληνες, απλώς προσήλθαν την επαύριο για να τους ζητηθεί να προσυπογράψουν ό,τι οι άλλοι αποφάσισαν εις βάρος τους. Δεν επέτρεψαν στους Έλληνες να παρακαθίσουν στην τράπεζα της Διάσκεψης ως ισότιμοί τους, αλλά τους καλούσαν για ενημέρωση σε κάποιο από τα συμμαχικά πλοία. Μία άλλη διαπίστωση ταπεινωτική για τους Έλληνες είναι ότι οι Γάλλοι και οι Ιταλοί φέρονταν ως σύμμαχοι της Τουρκίας. Μόνον οι απαυδισμένοι Άγγλοι διαπραγματεύονταν, παρεμπιπτόντως, τα συμφέροντα της Ελλάδας. Κατά τον Σπύρο Μαρκεζίνη «οι Έλληνες παρέμειναν βωβοί θεατές και οι Τούρκοι ήγειρον συνεχώς και νέας αξιώσεις». Ο στρατηγός Σαρπύ με την καθοδήγηση του Φρακλίν Μπουγιόν, δέχθηκε όλα τα αιτήματα των Τούρκων. Ακολούθησαν οι Ιταλοί και μετά οι διστακτικοί Άγγλοι. «Η Θράκη μας παραδόθηκε χωρίς να ριφθεί ούτε ένας πυροβολισμός», σχολίαζε μετά από πενήντα χρόνια ο Ισμέτ Ινονού.
 
*Η υποδοχή τους ελληνικού στρατού στις Σαράντα Εκκλησιές τον Ιούλιο του 1920.
Είναι η Μεραρχία Ξάνθης με διοικητή τον στρατηγό Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάνα.
Η εκκένωση της Ανατολικής Θράκης
          Στις 25.9.1922 ο Βενιζέλος τηλεγράφησε από το Παρίσι: «Ανατολική Θράκη απωλέσθη ατυχώς δι’ Ελλάδα», και: «ανάγκη Θράκες να εγκαταλείψωσι την γην, ην από τόσων αιώνων κατοικούσιν, αυτοί και πρόγονοί των». Ήταν ακόμη μία από τις εθνικές εκκαθαρίσεις του 20ου αιώνα. Η Συμφωνία Ανακωχής των Μουδανιών δεν επέβαλε και την αποχώρηση του ελληνικού πληθυσμού. Ωστόσο, οι γενοκτονικές πρακτικές των Τούρκων είχαν δημιουργήσει ένα κλίμα πανικού και φόβου που ανάγκασαν σύσσωμο τον χριστιανικό πληθυσμό να αποχωρήσει ακολουθώντας τον Ελληνικό Στρατό.
          Η εκκένωση της Ανατολικής Θράκης σήμαινε τη μετακίνηση των 260.000 Θρακών προσφύγων με την οικοσκευή τους και μέρος της σοδειάς τους, όπως και την αποχώρηση δεκάδων χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία, οι οποίοι τον προηγούμενο μήνα, με την κατάρρευση του μετώπου της Μικράς Ασίας, είχαν καταφύγει στη Θράκη. Μετακινήθηκαν επίσης Αρμένιοι, Κιρκάσιοι και Τούρκοι αντικεμαλικοί των οποίων ο αριθμός δεν είναι γνωστός. Τη μετακίνηση συμπλήρωσε η αποχώρηση 70.000 περίπου στρατιωτών της Στρατιάς Θράκης, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν δυτικά του Έβρου. Μαζί, και τελευταίοι, αποχώρησαν οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι και η ελληνική χωροφυλακή. Κατά τις είκοσι ημέρες της εκκένωσης της Θράκης δηλαδή, μετακινήθηκαν προς δυτικά πάνω από 450.000 άτομα. Οι μετακινήσεις έγιναν με τραίνα, με πλοία και οδικώς με κάρα, τα οποία ήταν τότε διαθέσιμα στη Θράκη. Η εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης είχε ολοκληρωθεί το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του 1922.
Γιατί οι Έλληνες δεν αντιστάθηκαν;
          Δεν μας είναι γνωστό κάτω από ποιές συνθήκες οδηγήθηκε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο να επιμείνει στην αποδοχή της εκκένωσης της Ανατολικής Θράκης και να αποδεχθεί τα τετελεσμένα. Ίσως, ο κυκλοθυμικός χαρακτήρας του επηρεάστηκε από τα καταστροφικά αποτελέσματα της μικρασιατικής του περιπέτειας. Νόμιζε ότι δεν ευθυνόταν για την καταστροφή και ότι προφύλασσε το έθνος από άλλες καταστροφές. Υπάρχει βέβαια και το στοιχείο της ρεαλιστικής αντιμετώπισης μιας κατάστασης που όπως φαινόταν τότε ήταν εξαιρετικά δύσκολη: η χώρα είχε ηττηθεί, ο Στρατός είχε διαλυθεί και εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες στερούνταν στέγης και τροφής. Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε τον Βενιζέλο για τη μικρασιατική του πολιτική. Ήταν εμφανής η διάθεση και η κατεύθυνση των Νεότουρκων για τη γενοκτονική εξόντωση του Μείζονος Ελληνισμού της Ανατολής. Οι προθέσεις των Νεότουρκων για πλήρες ξερίζωμα η εξόντωση των μη μουσουλμανικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και τη Θράκη, φάνηκαν αμέσως μετά την επικράτησή τους. Λίγο μετά, υποστηρίχθηκαν θερμά από τους Γερμανούς συμμάχους τους.
          Η μεγάλης κλίμακας ανατολική πολιτική του Βενιζέλου τελειώνει με τις μοιραίες εκλογές της 1.11.1920, όπως τελειώνει και η ιστορικών διαστάσεων πολιτική του παρουσία. Έκτοτε, δεν υπάρχει ανατολική πολιτική στην Ελλάδα. Κατά το Λόυδ Τζωρτζ οι εκλογές της 1.11.1920 συγκρίνονταν με την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Δεν φανταζόταν τότε, ότι αυτό που θα επακολουθούσε θα ήταν ακόμη τρομερότερο. Η μομφή για τον Βενιζέλο μπορεί να δοθεί για τη ανεξήγητη απόφαση των εκλογών εκείνων, όπως και για την έλλειψη τόλμης τον Σεπτέμβριο του 1922. Βέβαια, η μομφή απευθύνεται στον Βενιζέλο, γιατί οι πολιτικοί αντίπαλοί του, παρά τον πατριωτισμό τους, διέπραξαν τεράστια σφάλματα και ήταν σαφώς ανίκανοι να δώσουν λύση στη μικρασιατική εμπλοκή την οποία ο ίδιος ο Βενιζέλος είχε δημιουργήσει. Ο Βενιζέλος ήταν ο μόνος που διέθετε την τόλμη, το διεθνές κύρος και τις ικανότητες που ήταν απαραίτητες για την απεμπλοκή από τη Μικρά Ασία, όταν ήταν πια φανερό το αδιέξοδο και οι διεθνείς συγκυρίες ήταν πια δυσμενείς. Υπήρχε χρόνος κατά τον οποίο ήταν ακόμη δυνατό να διασωθεί ο Ελληνισμός της Ανατολής, η Ανατολική Θράκη και ίσως και η Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, Βενιζέλος του 1922 δεν είναι ο Βενιζέλος του 1915 ή του 1919. Για πρώτη φορά φαίνεται να τον διακρίνει κάποια απαισιοδοξία και παραίτηση. Έχει απορρίψει τη Μεγάλη Ιδέα και πιστεύει πλέον ότι τα όρια του Ελληνισμού βρίσκονται στον Έβρο. Η έλλειψη ενδιαφέροντος του Βενιζέλου για την Ανατολική Θράκη μας φαίνεται σήμερα αδικαιολόγητη, όπως και η σύνταξή του με το κλίμα της απογοήτευσης και της παραίτησης. Οπωσδήποτε, η αντίληψη του Βενιζέλου για το Ανατολικό Ζήτημα δεν απέδιδε μεγάλη σημασία στη Θράκη, αφού η πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας ήταν γι’ αυτόν αδύνατη χωρίς ελληνική παρουσία στην ασιατική πλευρά του Αιγαίου.
          H απόφαση για την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης χωρίς αντίσταση, ο πανικός και η αδυναμία συνεννόησης δεν μπορούν να εξηγηθούν μόνο από την κόπωση και το βάρος της ήττας που πίεζε τους Έλληνες τις μέρες εκείνες. Η ελληνική νευρικότητα και απογοήτευση μπορούν ίσως να ανιχνευθούν σε ό,τι οι αλλεπάλληλες καταστροφές και συμφορές έχουν συσσωρεύσει στο συλλογικό ελληνικό υποσυνείδητο.
          Εκείνο που πρέπει να παρατηρήσουμε αφορά τη νοοτροπία της εξάρτησης που χαρακτηρίζει τη χώρα μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους. Δηλαδή, την τυφλή πίστη στην παντοδυναμία και τη στήριξη των υποτιθέμενων ξένων συμμάχων μας. Κατά τις δραματικές μέρες πριν από τον Αύγουστο του 1922, κυριαρχούσε η εντύπωση ότι οι Άγγλοι δεν θα επέτρεπαν νίκη των Τούρκων. Μετά την καταστροφή, όλοι, με λίγους διαφωνούντες, που οι διαφωνίες τους πνίγηκαν μέσα στη γενική επιθυμία υποταγής στις συμμαχικές υποδείξεις, ήταν τυφλά πρόθυμοι να πράξουν ό,τι θα επέβαλε το συμμαχικό διευθυντήριο. Ο ίδιος ο Βενιζέλος υποδείκνυε τη συμμόρφωση σε ό,τι επιθυμούσαν οι Άγγλοι. Ζούσε ακόμη στο κλίμα των καλών ημερών. Οι Σύμμαχοι, όμως, δεν νοιάζονταν για τίποτε άλλο από τα συμφέροντά τους και αυτά δεν ήταν τότε ίδια με τα συμφέροντα της Ελλάδας.
          Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι οι Πλαστήρας – Γονατάς ζήτησαν από τον Άγγλο Πρέσβη στην Αθήνα να υποδείξει ο ίδιος τη σύνθεση της Κυβέρνησής τους. Ακόμη και ο Ελ. Βενιζέλος πρόσεχε να είναι πάντα αρεστός στη Μεγάλη Βρετανία. Είναι αντιπροσωπευτικός ο τρόπος με τον οποίο αρχίζει την επιστολή του προς τον Στρατηγό Νίδερ, Διοικητή της Στρατιάς Θράκης την 2.11.1922, αμέσως μετά την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης. Γράφει ο Βενιζέλος:
          «Φίλτατε στρατηγέ,
          Επιθυμώ να σας συγχαρώ διά την επιτυχίαν μεθ’ης εξετελέσατε την θλιβεράν εντολήν της εκκενώσεως της Αν.Θράκης. θέλω να σας είπω πόσην αληθή υπερηφάνειαν ησθάνθην, όταν εις το υπουργείον των Εξωτερικών εν Αγγλία μου ανεκοίνωσαν σχετικόν τηλεγράφημα του στρατηγου Χάριγκτον, εκφράζοντος την εκτίμησίν του διά τον τρόπον καθ΄ όν έγινε η εκκένωσις….»
          Μας είναι, πράγματι, οδυνηρό το να παρακολουθούμε τον ιδιοφυή πολιτικό, που πριν δύο χρόνια πρωταγωνιστούσε στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στην εκδίωξη των Τούρκων από την Ευρώπη, να αισθάνεται τώρα υπερήφανος με τον αμφίβολο έπαινο ενός ασήμαντου στρατηγού, που δεν έτρεφε καμία εκτίμηση για τους Έλληνες. Και τί έπαινο! Έπαινο γιατί οι Έλληνες οργάνωσαν αποτελεσματικά την ταφική πομπή του Ελληνισμού της Θράκης.
          Δυστυχώς στην πολιτική που ασκήθηκε από μέρους των Ελλήνων κυριάρχησε η φροντίδα να εξυπηρετηθεί πρώτα η Μεγάλη Βρετανία, ώστε ανεπαισθήτως παραμερίστηκαν τα ελληνικά συμφέροντα.
Τα επακόλουθα
          Η εξαγορά της Τουρκίας με την εκχώρηση της Ανατολικής Θράκης δημιούργησε δυσμενή κατάσταση για τη χώρα μας, η οποία έχασε τη θέση του στρατηγικού εταίρου της Μεγάλης Βρετανίας. Έκτοτε η Τουρκία παραμένει στο στρατόπεδο στο οποίο ανήκει και η Ελλάδα και όπου πάντα η Τουρκία βαρύνει περισσότερο από μας. Εκτός από τη διατήρηση της Ανατολικής Θράκης, κύριος σκοπός της διπλωματίας μας το 1922 θα έπρεπε να είναι και η ματαίωση της προσέγγισης Μεγάλης Βρετανίας – Τουρκίας. Η παραμονή μας στην Ανατολική Θράκη εξυπηρετούσε αμφότερους τους στόχους.
          Με την εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες οι Τούρκοι επιστρέφουν στην Ευρώπη και θέτουν μια υποθήκη που σήμερα ονομάζεται: «Ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Τουρκίας». Χωρίς την παρουσία της στην Ανατολική Θράκη και την Κωνσταντινούπολη, η Τουρκία γίνεται αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή μία χώρα της Ασίας με σαφή ασιατική ταυτότητα. Η μικρασιατική ήττα της Ελλάδας και το ιστορικά πρωτοφανές γεγονός της συγκέντρωσης όλων των Ελλήνων στην ευρωπαϊκή τους κοιτίδα δημιουργούν συνθήκες που τροφοδοτούν μια κρίση ταυτότητας και στις δύο χώρες. Στην Τουρκία, με το να παραμένει μετέωρη σαν τις κρεμαστές γέφυρες του Βοσπόρου ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία και ανάμεσα σε ένα ψευδεπίγραφο δυτικό προσανατολισμό και σε μια ασιατική ταυτότητα. Στην Ελλάδα με το να προσπαθεί να ενταχθεί στο δυτικό ευρωπαϊκό σύστημα, αφού έχει χάσει την οικουμενική της διάσταση και τον μείζονα Ελληνισμό της καθ’ ημάς Ανατολής.
          Η ελληνική γεωπολιτική σκέψη δεν έχει ακόμη κατορθώσει να εκτιμήσει σωστά το μέγεθος και τη σημασία των γεγονότων. Και αυτό είναι αναγκαίο, γιατί ίσως δεν απέχουμε πολύ από την εποχή κατά την οποία η Τουρκία θα αναδειχθεί και πάλι ως ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα. Ίσως τότε η Μικρασιατική Καταστροφή αποκτήσει τις διαστάσεις μιας ήττας ολόκληρης της Ευρώπης, αλλά και ίσως η εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες θα αναγνωρισθεί ως ένα ασύγγνωστο σφάλμα.

 
*Οι πρόσφυγες της περιφέρειας της Ραιδεστού περιμένουν τα πλοία κατασκηνωμένοι στην αποβάθρα της Ραιδεστού ( Αρχές Οκτωβρίου 1922 ).
          Παραθέτουμε, τέλος, τη μαρτυρία του Αλέξανδρου Μαζαράκη-Αινιάνος, από το βιβλίο του «Απομνημονεύματα», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1948. Ο στρατηγός Μαζαράκης, ένας από τους πρωταγωνιστές της απελευθέρωσης της Θράκης το 1920, ήταν επί κεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπίας στη Διάσκεψη Ανακωχής των Μουδανιών τον Σεπτέμβριο του 1922.
          «… Τον Σεπτέμβριον του 1922 εκλήθην εις το Υπουργείον των Εξωτερικών, όπου μου ανέθεσαν να αντιπροσωπεύσω την Ελλάδα εις την μέλλουσαν να συνέλθη την 20 Σεπτεμβρίου εις Μουδανιά διάσκεψιν στρατιωτικών αντιπροσώπων της Ελλάδος, της Τουρκίας, της Γαλλίας, της Αγγλίας και Ιταλίας, προς σύναψιν ανακωχής. …
»Σημειωτέον ότι και εγώ και η κυβέρνησις ενομίζαμε ότι επρόκειτο μόνον περί ανακωχής, περί των γραμμών δηλαδή όπισθεν των οποίων θα έμενεν ο ελληνικός και ο τουρκικός στρατός μέχρι της συνθήκης της ειρήνης, ως άλλως εξήγετο και από την διακοίνωσιν των δυνάμεων.
»Της επιτροπής μετείχον εκ μέρους της Αγγλίας ο στρατηγός Χάριγκτον, της Γαλλίας ο στρατηγός Σαρπύ, της Ιταλίας ο στρατηγός Μομπέλλι, της Τουρκίας (τον οποίον διόλου δεν συνήντησα) ο στρατηγός Ισμέτ Πασσάς. Ούτοι δεν ανέμενον την άφιξίν μας αλλά συνεδριάσαντες την 20–21 είχον ήδη παρασκευάσει το κείμενον της ανακωχής το οποίον και μας παρουσίασαν προς αποδοχήν την 22αν. Εις την πρώτην συνεδρίασιν της 22ας Σεπτεμβρίου, γενομένην επί αγγλικού θωρηκτού, μας επέδειξαν κείμενον έτοιμον της συνθήκης της ανακωχής εις το οποίον είχον μείνει σύμφωνοι οι Τούρκοι και οι τέως σύμμαχοί μας, χωρίς καν να μας ερωτήσουν. Δια τούτο ωρίζετο η άμεσος εκκένωσις της Θράκης υπό του ελληνικού στρατού μέχρι τον Έβρον και ότι επρόκειτο μόνον να συζητηθούν αι λεπτομέρειαι της εκτελέσεως. Εδήλωσα αμέσως ότι το κείμενον τούτο προδικάζει την συνθήκην της ειρήνης, ότι εγώ ήλθον δια να συζητήσω περί ανακωχής και όχι δια να ακούσω την άμεσον κατάληψιν της Θράκης υπό των Τούρκων και ότι υπό τοιούτους όρους θεωρώ τούτο απαράδεκτον και ούτε οδηγίας τοιαύτας έχω, ούτε καν θέλω να λάβω γνώσιν. Κατά την διεξαχθείσαν συζήτησιν ο Γάλλος αντιπρόσωπος στρατηγός Σαρπύ εζήτει με νευρικότητα και εκβιαστικώς να μας πιέση εις άμεσον αποδοχήν των πάντων, επισείων τους κινδύνους της παρελκύσεως, αφού δήθεν οι σύμμαχοι ανέλαβον να πείσουν τον Κεμάλ να μη διαπεραιωθή εις Ευρώπην και μας καταδιώξη και παρεχώρησαν εις αυτόν την Θράκην, η οποία παραχώρησις είναι οριστική. …
»Υπό τας συνθήκας ταύτας μετέβην εις την επί του αντιτορπιλλικού σύσκεψιν όπου ευθύς αμέσως εδήλωσα ότι μη γενομένης δεκτής ουδεμιάς ημετέρας προτάσεως δεν δύναμαι να υπογράψω. …
»Αλλά θα ήτο η ιδία η στάσις της Αγγλίας εάν έβλεπε μετ’ ολίγας ημέρας, μετά ένα μήνα, σημαντικήν εις τη Θράκην ελληνικήν δύναμιν με την στερράν απόφασιν να κρατήση και να αμυνθή αυτής; Θα ήτο διατεθειμένη τότε να συμμετάσχη με τας δύο άλλας δυνάμεις εις εκβιαστικά εναντίον της Ελλάδος μέτρα; Και επί πλέον, εάν αφιέμεθα μόνοι απέναντι των Τούρκων, θα ηδύναντο αυτοί, ενόσω με τον στόλον μας είμεθα κύριοι της Προποντίδος, να διαπεραιώσουν σημαντικάς δυνάμεις εξ Ασίας εις Θράκην; Βεβαίως όχι. Υπάρχει λοιπόν βάσιμος ελπίς ότι εάν παρετείναμεν την εκκρεμότητα, μη δεχόμενοι την εκκένωσιν της Θράκης και εν τω μεταξύ συντόνως ενισχύαμεν και ωργανούμεν τας εκεί στρατιωτικάς δυνάμεις μας, η μεν Ευρώπη δεν θα ήτο ηνωμένη δια να επέμβη, οι δε Τούρκοι δεν θα είχον εις χείρας των κανέν όπλον δια να εκβιάσουν και ημάς και την Ευρώπην.
»Προκειμένου, επαναλαμβάνω, δια τόσον μεγάλον έπαθλον όπως η Θράκη, ήξιζε τον κόπον να μεταχειρισθή η Ελλάς όλα τα μέσα δια να την κρατήση, φθάνουσα μέχρι του τελευταίου σημείου, όπου θα έβλεπε πλέον ότι η αντίστασίς της ήτο άσκοπος και εγέννα δεινοτέρους κινδύνους.
»Νομίζω λοιπόν ότι και ο Βενιζέλος εν Παρισίοις και η επανάστασις εν Αθήναις έσπευσαν πολύ, χάσαντες απ’ αρχής κάθε ελπίδα, να αποδεχθούν την εκκένωσιν της Ανατολικής Θράκης….».
 
*Ευαγγέλιο από την Ανατολική Θράκη, που διασώθηκε κατά την εκκένωση και παραδόθηκε στον Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Πολύκαρπο Βαρβάκη
Παράρτημα
          Χρονολογικός πίνακας γεγονότων. Οι ημερομηνίες είναι στο παλιό Γρηγοριανό ημερολόγιο, το οποίο ίσχυε τότε στην Ελλάδα. Το νέο Ιουλιανό ημερολόγιο, το οποίο ίσχυε τότε στην Ευρώπη προκύπτει με την πρόσθεση 13 ημερών. Το Ιουλιανό ημερολόγιο εφαρμόσθηκε στην Ελλάδα το 1923.
13.08.1922 Τουρκική επίθεση στο Αφιόν Καραχισάρ
14.08.1922 Διάσπαση του ελληνικού μετώπου στο Αφιόν Καραχισάρ
21.08.1922 Διάταγμα αποστράτευσης των προ του 1918 κλάσεων του Ελληνικού Στρατού
27.08.1922 Είσοδος των Τούρκων στη Σμύρνη
29.08.1922 Οι Άγγλοι αρχίζουν να οχυρώνουν το Τσανάκ Καλέ και να συγκεντρώνουν δυνάμεις
31.08.1922 Ο Κεμάλ στη Σμύρνη. Δήλωσή του ότι μόνο η παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία θα απέτρεπε τη σύγκρουσή του με τους Συμμάχους
02.09.1922 Το αγγλικό υπουργικό συμβούλιο αποφασίζει να αντιμετωπίσει ένοπλα απόπειρα παραβίασης της ουδέτερης ζώνης στο Τσανάκ Καλέ από τους Τούρκους
02.09.1922 Έκκληση των Άγγλων προς τις αποικίες για στρατιωτική ενίσχυση κατά της Τουρκίας
03.09.1922 Άρνηση των αποικιών, εκτός της Νέας Ζηλανδίας, για αποστολή στρατευμάτων στα Δαρδανέλλια.
03.09.1922 Ανακοίνωση της αγγλικής κυβέρνησης ότι θα αντιμετωπισθεί με πόλεμο η παραβίαση της ουδέτερης ζώνης από την Τουρκία
03.09.1922 Άφιξη του Πλαστήρα στη Χίο. Αμέσως αρχίζει την προετοιμασία κινήματος
04.09.1922 Αποχώρηση των γαλλικών και ιταλικών στρατευμάτων από το Τσανάκ Καλέ
05.09.1922 Τουρκικά στρατεύματα εισέρχονται στην ουδέτερη ζώνη στην περιοχή του Τσανάκ Καλέ. Αμφότεροι Τούρκοι και Άγγλοι δεν ανοίγουν πυρ
06.09.1922 Οι τελευταίοι Έλληνες στρατιώτες αποχωρούν από τη Μικρά Ασία
06.09.1922 Άφιξη του Λόρδου Κώρζον στο Παρίσι. Αγγλογαλλική ρήξη
07.09.1922 Αποχώρηση των γαλλικών και ιταλικών στρατευμάτων από το Τσανάκ Καλέ
09.09.1922 Συμφωνία των Συμμάχων στο Παρίσι για εκχώρηση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία (συζητήσεις Πουανκαρέ και Λόρδου Κώρζον)
10.09.1922 Οι τρεις δυνάμεις ζητούν με κοινή ανακοίνωσή τους προς την Τουρκία τη συμμετοχή της σε Διάσκεψη Ειρήνης με αντάλλαγμα την απόδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία
11.09.1922 Έκρηξη επαναστατικού κινήματος Πλαστήρα-Γονατά στη Χίο και στη Μυτιλήνη. Στόχος του η ανατροπή του Κωνσταντίνου και η σωτηρία της Ανατολικής Θράκης. Το σύνθημα είναι «Ελλάς-Σωτηρία»
12.09.1922 Επιβίβαση σε πλοία των επαναστατικών στρατευμάτων της Χίου και της Μυτιλήνης με προορισμό την Αττική
12.09.1922 Η Κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου αποδέχεται την παράδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία
14.09.1922 Ο Βενιζέλος αναλαμβάνει την εκπροσώπηση του επαναστατικού καθεστώτος στο εξωτερικό
15.09.1922 Είσοδος των επαναστατικών στρατευμάτων στην Αθήνα
15.09.1922 Ο Κωνσταντίνος παραιτείται
16.09.1922 Τελεσίγραφο των Άγγλων προς τους Τούρκους στο Τσανάκ Καλέ. Το τελεσίγραφο δεν επιδίδεται στους Τούρκους από τον στρατηγό Χάριγκτον
17.09.1922 Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος φεύγει από την Ελλάδα
18.09.1922 Συμφωνείται μεταξύ Συμμάχων και Τούρκων Διάσκεψη Ανακωχής που θα διεξαχθεί στα Μουδανιά
19.09.1922 Θυελλώδης συζήτηση Βενιζέλου-Λόρδου Κώρζον στο Παρίσι
20.09.1922 Αρχίζει η Διάσκεψη των Μουδανιών
20.09.1922 Τηλεγράφημα του Βενιζέλου προς την Επανάσταση για την αποχώρηση από την Ανατολική Θράκη
21.09.1922 Ο Πλαστήρας στη Θράκη. Αποτυγχάνει να συναντηθεί με τον Κεμάλ
21.09.1922 Άφιξη της ελληνικής αντιπροσωπίας στα Μουδανιά
22.09.1922 Ο Βενιζέλος δηλώνει στον Λόρδο Κώρζον ότι η Ελλάδα θα αποχωρήσει από την Ανατολική Θράκη
23.09.1922 Αποχώρηση του Πλαστήρα από τα Μουδανιά
24.09.1922 Η Ελληνική Κυβέρνηση αποδέχεται την παράδοση της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία
25.09.1922 Η Ελληνική Κυβέρνηση εξουσιοδοτεί τον Έλληνα Αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη να υπογράψει τη Συνθήκη Ανακωχής των Μουδανιών
28.09.1922 Υπογραφή της Συνθήκης των Μουδανιών. Αποχώρηση Έλληνα αντιπρόσωπου
30.09.1922 Ο Στρατηγός Νίδερ εκδίδει διαταγές για την αποχώρηση των Ελλήνων από την Ανατολή Θράκη
30.09.1922 Σύσκεψη του υπουργικού συμβουλίου στην Αθήνα και αποδοχή της εκχώρησης της Ανατολικής Θράκης στην Τουρκία
02.10.1922 Αρχίζει η εγκατάλειψη της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες
06.10.1922 Παραίτηση της Κυβέρνησης Λόυδ Τζωρτζ
20.10.1922 Συμπλήρωση της εγκατάλειψης της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες
11.11.1922 Αρχίζει η αποχώρηση των Ελλήνων από τη Θρακική Χερσόνησο
15.11.1922 Παράδοση της Ανατολικής Θράκης στους Τούρκους.
ΘΕΜΑ 28ο

ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΘΡΑΚΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΝΣΛΑΒΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ- ΑΡΘΡΟ 3ο

*Η Θράκη

Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

          Η προπαγάνδα των Βουλγάρων, ήταν ένα στοιχείο έντονο, που προηγήθηκε των γεγονότων του Σχίσματος και της δημιουργίας Βουλγαρικής Εξαρχίας. Αυτοί όμως που σχεδίασαν τις εξελίξεις, βάσισαν την επιτυχία τους, στην προπαγάνδα. Και μάλιστα σε βάθος χρόνου, γιατί η προπαγάνδα ήταν στα χέρια τους ένα δυνατό εργαλείο που λειτούργησε για πολλά χρόνια μετά το Σχίσμα και η μεγάλη έξαρσή της σημειώθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα.
Τον περασμένο αιώνα, ήταν σε έξαρση η προσπάθεια της Βουλγαρίας να ελέγξει τα ελληνικά χωριά, με παπάδες και δασκάλους, ώστε να προσαρτηθούν στη Σχισματική Βουλγαρική Εξαρχία. Και η Οθωμανική εξουσία έκανε τα «στραβά μάτια» στις διενέξεις μεταξύ των υπόδουλων λαών της, όταν δεν τις υποδαύλιζε.

*Η Φιλιππούπολη
Πολύ εύστοχα ο υποπρόξενος στη Φιλιππούπολη Γ. Δ. Κανακάρης έγραφε το 1861[1]:
        «Η Οθωμανική εξουσία έχει βεβαίως το συμφέρον να υπάρχει διαίρεσις μεταξύ των Χριστιανικών φυλών. Φοβουμένη την υπεροχήν του Ελληνισμού ενισχύει τον Βουλγαρισμόν είς τον οποίον κατά την εαυτής κρίσιν δεν υπάρχουσιν επίφοβα στοιχεία». Και αποκάλυπτε, ότι υπέρ των Βουλγάρων δούλευε και ο μετατεθείς εκεί από την Αδριανούπολη Άγγλος υποπρόξενος K. Blunt, πολυπράγμων και ανθέλληνας διπλωμάτης.
        Σε εμπιστευτική αναφορά[2] της 29ης Δεκεμβρίου 1861, αποκαλύπτεται ο φιλοβουλγαρισμός του Blunt, η σύζυγος του οποίου, μάλιστα είχε αναλάβει την εφορία ενός Βουλγαρικού σχολείου θηλέων της Φιλιππούπολης. Ο Γάλλος υποπρόξενος Champoiseau, που ο Κανακάρης τον θεωρούσε φιλέλληνα, είχε διακόψει τις σχέσεις του με τον βουλγαρόφιλο Βρετανό. Ο Blunt την επόμενη χρονιά, μετατέθηκε και πάλι στην Αδριανούπολη, επειδή η Αγγλία, που δεν είχε υπηκόους στη Φιλιππούπολη, αποφάσισε να κλείσει το υποπροξενείο της. Πήρε μάλιστα και αύξηση στο μισθό του, από 350 σε 500 λίρες Αγγλίας.
        Ο Έλληνας υποπρόξενος Γ. Δ. Κανακάρης όμως έδειχνε ανακουφισμένος, όπως φαίνεται από την αναφορά του στις 5 Ιανουαρίου 1862[3] προς την Πρεσβεία μας στην Κωνσταντινούπολη, όταν έγραφε:
        «Εκ της μεταθέσεως ταύτης η Ελληνική κοινότης μυρίας έχει αφορμάς ευχαριστιών, η Βουλγαρική τουναντίον συνησθάνθη την αιφνιδίαν ταύτην του κ. Blunt μετάθεσιν, διότι η εντεύθεν αποδημία του θέλει ματαιώσει πολλάς μελετωμένας ραδιουργίας και τεκταινόμενα υπέρ του Βουλγαρισμού σχέδια».

*Η Αδριανούπολη
        Στην Αδριανούπολη ο Blunt διακρίθηκε για τον φιλοτοτουρκισμό του. Κατά τον πρόξενο Ι. Μεταξά το 1870[4] ο Blunt «τα πάντα διαπράττει κατά του Ελληνισμού».
Οι Βούλγαροι στην προπαγάνδα τους, με τη στήριξη πάντα των Ρώσων, που οραματίζονταν Σλαβική αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, χρησιμοποίησαν κάθε δυνατότητα. Τον εντυπωσιασμό, το χρηματισμό, τη δύναμη, την πειθώ και τη βία.
Από νωρίς, θέλησαν να επιβληθούν με τον εντυπωσιασμό. Είναι χαρακτηριστική μια έκθεση του Α. Δόσκου από την Αδριανούπολη με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 1859[5]. Γνωστοποιούσε στην Αθήνα ότι ο   μητροπολίτης Σαμακοβίου διερχόμενος από την Αδριανούπολη τον πληροφόρησε, ότι «προ τριών μηνών αφίχθησαν δύο άγνωστοι ευρωπαϊκά ενδεδυμένοι φέροντες και επενδύτας με χρυσά κομβία». Αυτοί, ισχυριζόμενοι ότι είναι Σαμακοβίτες προέτρεπαν τους Βουλγάρους να μην ανέχονται την Οθωμανική δουλεία, ότι η απελευθέρωση της Βουλγαρίας είναι εύκολη αφού υπάρχει γι’ αυτούς προστασία και τους υπεδείκνυαν να απαιτήσουν από το Μητροπολίτη να γίνονται σε ολόκληρη την επαρχία οι ιερουργίες στα Σλαβικά.
Το 1862[6] οι Οθωμανοί είχαν πληροφορίες, ότι περίπου 60 Βούλγαροι κατάσκοποι διέτρεχαν τη Βουλγαρία για να εξεγείρουν τους συμπατριώτες τους κατά των Οθωμανών. Αμέσως πήραν μέτρα και κατόρθωσαν να συλλάβουν τέσσερις, που ομολόγησαν την αποστολή τους και προφυλακίσθηκαν.
Μια άκρως ενδιαφέρουσα αναφορά, υπάρχει μεταξύ των εγγράφων της Βιβλιοθήκης της Βουλής, σε αχρονολόγητη έκθεση του Γ. Χατζόπουλου για το Καβατζήκι, τη σημερινή Λευκίμη Έβρου.
          «Ελληνικόν χωρίον σπουδαιότατον– γράφει η έκθεση Χατζόπουλου- δια την θέσιν αυτού, τον πληθυσμόν, τον καθαρόν και αμιγή Ελληνισμόν και δια τον ηρωϊσμόν και τα ελληνικότατα αισθήματα των κατοίκων του.
          Το χωρίον τούτο ορεινόν ον, είναι ακατάλληλον δια την γεωργίαν και την κτηνοτροφίαν, οι κάτοικοι φιλοπονώτατοι ενασχολούνται μεν εις την γεωργίαν και την κτηνοτροφίαν, ιδίως όμως ζώσιν δια του μικρεμπορίου, αλλά μετά πολλού κόπου και μάλλον πένονται. Εξασκεί πολλήν την επιρροήν εις τα παρακείμενα χωρία τα Βουλγαρικά και συγκρατεί αυτά εντός των ορίων του καθήκοντος προς την Μ. Εκκλησίαν…».
          Για τον κίνδυνο της Βουλγαρικής προπαγάνδας, υπάρχει μια προειδοποίηση του Ν. Γ. Χατζόπουλου σε έκθεσή του γραμμένη στις Φέρρες στις 25-7-1882,απευθυνόμενη προς την Εκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότητα της Κωνσταντινούπολης. Σ’ αυτήν γράφει μεταξύ άλλων:
          «Ευσεβάστως υποβάλλω Υμίν, ότι εκ των Βουλγαρικών χωρίων της επαρχίας Διδυμοτείχου και Μαρωνείας, ενεργείται όπως ληφθώσιν Βουλγαρόπαιδες οίτινες εκπαιδευόμενοι εις τα εν Φιλιππουπόλει Βουλγαρικά σχολεία, να διδάξωσιν ακολούθως εις τα διάφορα μέρη των επαρχιών των.
          Δια του τρόπου τούτου η πανσλαυϊστική προπαγάνδα θα έχει εγχώρια όργανα, άτινα δια των συμπατριωτών των θα υπηρετώσιν αποτελεσματικώς τους σκοπούς αυτής».

*Η Αίνος
        Σε άλλη έκθεσή του με ημερομηνία 3 Αυγούστου 1883, που είναι γραμμένη στην Αίνο, ο Νικ. Γ. Χατζόπουλος περιλαμβάνει και το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα:
          «Τα Βουλγαρικά χωρία θα ώσιν Βουλγαρικά και μάλλον επικίνδυνα εκπαιδευόμενα δαπάνη ημετέρα και δια της Ελληνικής Παιδείας ως η πείρα τούτο απέδειξε. Διότι οι φανατικώτεροι και αμειλικτότεροι πολέμιοι του Ελληνισμού υπήρξαν πάντοτε οι Ελληνιστί εκπαιδευθέντες Βούλγαροι. Προς τι τάχα να μην δίδωται η βοήθεια αύτη εις το ομογενές και πτωχόν Διδυμότειχον, όπερ συμφέρει και ως έδρα Μητροπολίτου και ως έδρα Μουτασερίφου;».
          Επιπλέον στο ίδιο έγγραφο, που έφτασε και πρωτοκολλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 20 Αυγούστου 1883 επισημαίνονται και τα εξής διαφωτιστικά:

*Οι Φέρρες
          «Εκ του τμήματος Φερρών απεστάλησαν εις την εν Φιλιππουπόλει Βουλγαρικήν Σχολήν πέντε Βουλγαρόπαιδες. Είς εκ των της κωμοπόλεως Φερρών Ιωάννης Καραμανώλη, εκ του χωρίου Μπαλήκιοϊ(περιοχή του σημερινού χωριού Μελία) καταγόμενος και εν Φέρραις αποκατασταθείς προ ετών. Είς έτερος εκ του Βουλγαρικού χωρίου Τουρμπαλήκιοϊ . Τρίτος Βουλγαρόπαις εκ του χωρίου Μπαλήκιοϊ και δύο εκ Δουάν Ασσάρ. Τους Βουλγαρόπαιδες τούτους εκπαιδεύουσα η Βουλγαρική προπαγάνδα προπαρασκευάζει εγχώρια όργανα, άτινα δια των συμπολιτών αυτών θα εξυπηρετήσωσιν αποτελεσματικώτερον τους σκοπούς της προπαγάνδας».
          Επιπρόσθετα, και εκτός των αρχείων της Βιβλιοθήκης της Βουλής μπορούμε να επικαλεσθούμε δυο στοιχεία, που δείχνουν σε πόσο επικίνδυνο περιβάλλον διαβίωνε ο Ελληνισμός, εξαιτίας των προσπαθειών της βουλγαρικής προπαγάνδας που προσπαθούσε με κάθε μέσο να εμφανίσει πότε πραγματικά και πότε απατηλά, ότι προσέρχονταν οι Έλληνες στη σχισματική τους εκκλησία.

*Το Διδυμότειχο
          Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Μικρά Ασία» του Ιανουαρίου 1875 «δεκατέσσαρα χωρία της επαρχίας Διδυμοτείχου αποσπασθέντα άδηλόν πως της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας ότε ο νυν άγιος Κρήτης διετέλει μητροπολίτης Διδυμοτείχου, δεν υπήκουον τον μητροπολίτη, ούτινος εμνημόνευον  μεν το όνομα, αλλ’ εις τον οποίον ουδ’ οβολόν εκ της επιχορηγήσεως αυτού απέτεινον, ηπείλουν δε ότι θα προσέλθωσι τη εξαρχία των σχισματικών. Ευτυχώς όμως άμα τω διορισμώ του νυν αγίου Διδυμοτείχου κ. Μελετίου, όστις εχρημάτισε και άλλοτε μητροπολίτης εκεί και όστις ευαρεστοτάτας παρά τοις εκεί χριστιανοίς κετέλειπεν αναμνήσεις, δεκατρία των χωρίων τούτων εδήλωσαν εγγράφως της Αυτού Παναγιότητι ότι ευχαριστήθησαν εκ της γενομένης εκλογής και διατρανούσι την προς αυτόν αφοσίωσιν αυτών». 
          Η επάνοδος στο μητροπολιτικό θρόνο του Διδυμοτείχου του μητροπολίτη Μελέτιου, που είχε μετατεθεί επί επτά χρόνια σε μητρόπολη της Κρήτης, ήταν ένα πολυσήμαντο γεγονός και χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από τους κατοίκους της πόλης όταν τελικά επέστρεψε εκεί στις 15 Ιουλίου 1875.
          Το γεγονός που ανακούφισε τους κατοίκους και θεωρήθηκε άκρως σημαντικό, είναι αυτό που επισημαίνει στις 27 Ιουλίου 1875 ο «Νεολόγος». Τα βουλγαρικά χωριά της επαρχίας, που είχαν αποσκιρτήσει επί των δύο προκατόχων μητροπολιτών, μόλις έφτασε ο Μελέτιος δήλωσαν δια των αντιπροσώπων τους, ότι του λοιπού θα ανήκουν στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία υπό την ποιμαντορία του Μελέτιου.
          Το άλλο σημείο αφορά μια ανακοίνωση της Μητρόπολης Διδυμοτείχου (αναφέρεται από τον Νικόλαο Βαφείδη) που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Εκκλησιαστική Αλήθεια» του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 23 Ιανουαρίου 1892. Η ανακοίνωση αυτή εκδόθηκε, όταν σε βουλγαρική εφημερίδα δημοσιεύθηκε η ψευδής και αναληθής πληροφορία, ότι η Μητρόπολη Διδυμοτείχου προσχώρησε στη  σχισματική Εκκλησία των Βουλγάρων. Στην ανακοίνωση αναφέρονταν ότι το Διδυμότειχο «ουδένα πραγματικόν Βούλγαρον κάτοικον έχει, ειμή μόνον αθιγγάνους εμπεριέχει. Κατοικείται υπό 8.236 κατοίκων, ων οι 3.185 Οθωμανοί, 4380 Ορθόδοξοι ρωμαίοι, 186 Αρμένιοι και 485 Εβραίοι».  
          Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου το γεγονός και αναφέρεται από τις εφημερίδες της εποχής εκείνης, ότι οι Βούλγαροι, όταν κατέλαβαν οι Ρώσοι τη Θράκη, έκαναν κυρίαρχη λέξη στο καθημερινό λεξιλόγιό τους, τη βουλγαρική προσφώνηση «Μπρατούσκα» που σημαίνει «Αδελφέ». Με την προσφώνηση αυτή προς του Ρώσους, υπογράμμιζαν τους δεσμούς της κοινής σλαβικής καταγωγής τους και εδραίωναν σε επίπεδο εντυπώσεων τη θέση τους, μεταξύ των άλλων εθνοτήτων της Θράκης.
          Πολλά χρόνια όμως πριν είχε γίνει αισθητή η βουλγαρική προπαγάνδα, που ασκούσαν δάσκαλοι και ιερωμένοι κάθε λογής που είχαν αρχίσει να εξαπλώνονται σαν ιστός αράχνης σε Μακεδονία και Θράκη.

*Το Χάσκιοϊ
          Μια ανταπόκριση από το Χάσκιοϊ της Ανατολικής Θράκης δημοσιευμένη στο «Νεολόγο» της Κωνσταντινούπολης1[7], έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου, ότι μετά το θρησκευτικό Σχίσμα, θα δημιουργούσαν και πολιτικό ζήτημα, με στόχο την ίδια την Κωνσταντινούπολη, όπως υποδηλώνει η φράση περί Ανατολής.
          «Ομάς ανθρώπων- έγραφε– εν Βοημία ή αλλαχού μορφωθείσα και εμπνεομένη υπό των πλέον αλλοκότων περί θρησκευτικής και πολιτικής ζωής δοξασιών, διασπαρείσα κατά την Βουλγαρίαν, Θράκην και Μακεδονίαν υπό το σχήμα του διδασκάλου, του ιερέως και του μοναχού, από πολλού ανενδότως και συστηματικώς ειργάζετο, έχουσα υπό την όψιν, ουχί το συμφέρον του βουλγαρικού έθνους αλλά τα σχέδια των απορροφητικών πανσλαυιστών, να γενικεύσει και να διαδώσει τας εαυτής καταστρεπτικάς δια την αυθυπαρξίαν της Ανατολής ως είρηται δοξασίας. Τούτο δε αύτη κατορθώσασα, καθ’ όσον αφορά το εκκλησιαστικόν ζήτημα, ήδη αγωνίζεται να παρασύρει το βουλγαρικόν έθνος εις τας εαυτής πλεκτάνας, κινούσα πολιτικόν ζήτημα…».
          Αναζητώντας τις πτυχές της βουλγαρικής προπαγάνδας τα χρόνια εκείνα, αξίζει να αναφέρουμε μια ανταπόκριση του «Νεολόγου» από τη Φιλιππούπολη, τον Ιανουάριο του 1875. Δείχνει πολύ παραστατικά τα μέσα που μετέρχονταν οι Βούλγαροι για να υπερισχύσουν του ελληνικού στοιχείου. Μετέρχονταν ακόμα τους…. προικοθήρες γαμπρούς! Ειδικότερα η εφημερίδα αναφέρει ότι οι Βούλγαροι που μετανάστευαν από τα χωριά στη Φιλιππούπολη, ζητούσαν σε γάμο Ελληνίδες, αλλά με την προϋπόθεση ότι έπρεπε να είχαν σπίτι δικό τους, το οποίο να περάσει στην ιδιοκτησία του Βούλγαρου γαμπρού με «τακτική πώληση». Και προσθέτει η εφημερίδα: «Εννοείται δε οίκοθεν, ότι η νύμφη πρέπει να κάμη χάριν του αφιλοκερδούς συζύγου, την μικράν θυσίαν να αρνηθεί τα πάτρια».    
          Οι Θρακιώτες της εποχής που εξετάζουμε, είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τη βουλγαρική προπαγάνδα, και την προπαγάνδα του Ουνιτισμού, που είχε ισχυρά ερείσματα στην περιοχή της Αδριανούπολης. Το πόσο σκληροί και φανατικοί ήταν οι καθολικοί και οι ουνίτες ιερωμένοι, φαίνεται μέσα από το ασυνήθιστο περιστατικό μιας κηδείας!

*Η Αδριανούπολη
          Όσο και αν δείχνει απίστευτο, όταν στις 28 Ιουνίου 1875 πέθανε στην Αδριανούπολη ο πρόσφατα αντικατασταθείς πρόξενος της Αυστροουγγαρίας ντε Καμερλόχερ, οι καθολικοί ιερείς αρνήθηκαν να τον κηδέψουν «επειδή ελέχθη, θνήσκων δεν εχρίσθη» όπως έγραψε τότε ο «Νεολόγος».
Ο «Φάρος της Ανατολής» κατήγγειλε, ότι ο ντε Καμερλόχερ επί 14 χρόνια έκανε πολλές εξυπηρετήσεις στον καθολικό κλήρο και ιδίως στα σχολεία των Ουνιτών.
Η οικογένεια του εκλιπόντος, όταν συνάντησε την άρνηση των καθολικών ιερέων να τελέσουν τη νεκρώσιμη ακολουθία έστειλε στον καθολικό αρχιεπίσκοπο που είχε έδρα στο Σταυροδρόμιο της Κωνσταντινουπόλεως, τηλεγράφημα διαμαρτυρίας. Και αυτός απάντησε κυνικά, ότι ως θεματοφύλακας των εκκλησιαστικών νόμων, δεν μπορεί να τους αθετήσει χωρίς να διαπράξει έγκλημα, το οποίο δεν θα ανακούφιζε την ψυχή του εκλιπόντος!
 Έτσι η οικογένεια του ντε Καμερλόχερ αναγκάσθηκε να προστρέξει στον Ορθόδοξο αρχιερέα της Αδριανούπολης Διονύσιο, ο οποίος συμπαραστατούμενος από 30 ιερείς τέλεσε την νεκρώσιμη ακολουθία . Τρεις χιλιάδες κόσμος παρακολούθησε την κηδεία, ενώ η οικογένεια δυσαρεστημένη από τη στάση των καθολικών κάλυψε, για να μην φαίνεται κατά την εκφορά, το παπικό παράσημο με το οποίο είχε τιμηθεί ο πρόξενος.
Ο ντε Καμερλόχερ ετάφη στον περίβολο της Ορθόδοξης Εκκλησίας του Καραγάτς. 
          Εκτός όμως από τον Ουνιτισμό από πολύ νωρίτερα είχε αρχίσει και ο προσηλυτισμός στον Προτεσταντισμό, κυρίως στην περιοχή της Αδριανουπόλεως, από τους Άγγλους.
          Ο υποπρόξενος της Ελλάδας Ιωσήφ Βαρότσης σε μια αναφορά του στις 18 Ιουνίου 1853[8] περιγράφει και τον νέο κίνδυνο που πλαγιοκοπούσε τον Ελληνισμό της περιοχής εκείνης.
«Ο κορυφαίος των φανατικών της πόλεως Βέιδων Ιβέσης, διαζεύξας μίαν Χριστιανήν υπηρέτριάν του από τον άνδρα της, ετούρκισεν αυτήν. Η ενδεκάτη πληγή του Φαραώ, ο Οθωμανικός προσηλυτισμός έφερεν και μίαν δωδεκάτην, τον Προτεσταντισμόν. Οι απόστολοι της Αγγλίας διατηρούν ενταύθα δύο κήρυκας του Προτεσταντισμού, Αρμενίους εν γένει. Οι Διάβολοι ούτοι αφού διέφθειραν πολλούς Αρμενίους επέσυρον εις τας παγίδας των και τρεις Γραικούς. Η Ορθόδοξος ενταύθα Αρχή αμηχανεί προς ποίον να καταφύγει δια να χαλινώσει το κακόν».   
          Η Βουλγαρική προπαγάνδα εκείνα τα χρόνια είχε κινηθεί δραστήρια προς κάθε κατεύθυνση ώστε να αποκτήσει ερείσματα. Ένας από τους φιλικά διακείμενους προς τους Βούλγαρους ήταν και ο Γάλλος υποπρόξενος της Φιλιππούπολης Κάρολος Σαμπουαζώ. Ο Έλληνας συνάδελφός Γ. Δ. Κανακάρης, όμως κατόρθωσε μετά από αλλεπάλληλες συνομιλίες μαζί του, να του αλλάξει πολλές από τις ανθελληνικές του απόψεις, όπως μαρτυρεί σε αναφορά του προς τον πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Π. Δεληγιάννη στις 26 Μαΐου 1865[9].

*Ο Σαμπουαζώ
          Μια από τις εμμονές των Γάλλων ήταν ότι μπορούσαν να προσηλυτίσουν τους Βούλγαρους στον Καθολικισμό. Γι’ αυτό και ενίσχυσαν σκανδαλωδώς την Δυτική και Ουνιτική προπαγάνδα. Για το ίδιο λόγο άλλωστε ίδρυσαν και γαλλικά σχολεία αρρένων και θηλέων στη Φιλιππούπολη με δασκάλους από το Τάγμα των Λαζαριστών και των Δομηνικανών και δασκάλες Αδελφές του Ελέους, που στέλνονταν συνέχεια από τη Γαλλία.

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

 

ΘΕΜΑ  29

1878: ΚΙΡΚΑΣΙΟΙ, ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΛΕΗΛΑΤΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΙΝΕ ΤΗ ΒΙΖΥΗ

*Κιρκάσιοι. Πίνακας του Πολωνού ζωγράφου Alfred Von Wierusz Kowalski

*Τα άγνωστα πάθη του Ελληνισμού
Γράφει ο Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

                Οι Κιρκάσιοι, γνωστοί και ως Τσερκέζοι,  υπήρξαν μια από τη μεγαλύτερες πληγές της  Θράκης διαχρονικά. Και άλλοτε σε αυτό το ιστολόγιο  αναφερθήκαμε στην κακοποιό δράση τους ειδικότερα κατά τον 19ο αιώνα. Ως φυλή, ήταν αυτόχθονες στην ανατολική παρευξείνια περιοχή από τις νότιες ακτές της Αζοφικής έως την πεδιάδα του Κουμπάν στο ΒΔ Καύκασο. Είχαν ασπασθεί τον Μωαμεθανισμό.
          Οι σχέσεις τους με τους Ρώσους ήταν πάντα προβληματικές και το γεγονός αυτό οδήγησε σε μεγάλες μετοικεσίες Τσερκέζων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ιδίως κατά τον 19ο αιώνα. 
          Η παρουσία τους στα Βαλκάνια και την Τουρκία, υπήρξε παράγοντας αστάθειας.






*Οι πολεμοχαρείς Τσερκέζοι. Πίνακας του Πολωνού ζωγράφου Alfred Von Wierusz Kowalski 

            

                Φυλή πολεμοχαρής, επιδόθηκε σε ληστείες και άλλες αγριότητες.  Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1878 έδωσε ευκαιρία στους διάσπαρτους Κιρκάσιους να οργανωθούν σε συμμορίες και να καταληστεύσουν τις περιοχές που εγκατέλειπαν οι Οθωμανοί, προ του επελαύνοντος ρωσικού στρατού.
                Όταν οι Ρώσοι έφτασαν σχεδόν στα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης, με την επέμβαση και των ευρωπαϊκών δυνάμεων, υπεγράφη η γνωστή συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.
                Όμως, καίτοι είχε υπογραφεί το πρωτόκολλο των προκαταρκτικών όρων της ειρήνης  και της ανακωχής, η Θράκη στέναζε και κάτω από την νέα Κατοχή και τον ανατέλλοντα βουλγαρικό εθνικισμό αλλά και κάτω από την ληστρική δράση των Κιρκάσιων ληστών.
Μια από τις θρακικές πόλεις που δοκιμάστηκε κατά τρόπο άγριο ήταν και η πατρίδα του Γεώργιου Βιζυηνού, η Βιζύη. Στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1878  είχε διαβιβασθεί  έκθεση του Μητροπολίτη Βιζύης Κωνστάντιου, η οποία απεστάλη  στην Υψηλή Πύλη με «πατριαρχικόν τακρίριον» λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης. (Τακρίριον είναι η διακοίνωση). Προηγουμένως ο μητροπολίτης Κωνστάντιος, που είχε καταφύγει στή Μήδεια, είχε τηλεγραφήσει τρείς φορές στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ζητώντας να μεσολαβήσει στην Υψηλή Πύλη, ώστε να σταλεί στρατός να προστατέψει τον κόσμο από τους ληστές.

*Βιζύη: Βυζαντινός ναός, που μετετράπη σε τζαμί

Η εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης «Βυζαντίς» υπογράμμισε σε σχετικό δημοσίευμά της: «Καθήκον είναι νομίζομεν της Αυτοκρατορικής Κυβερνήσεως να διατάξει την άμεσον σύλληψιν των αγρίων τούτων όντων και την παραδειγματικήν τιμωρίαν των». Τους αποκαλούσε «θηρία»!!!
                Σύμφωνα με  τα στοιχεία της έκθεσης εκείνης, μετά την αναχώρηση από την περιοχή του στρατιωτικού διοικητή Μεχμέτ Αλή Πασά, του καϊμακάμη (έπαρχου) του καδή (δικαστή) και των Οθωμανών κατοίκων στις 12 Ιανουαρίου 1878 Κιρκάσιοι «βασιβοζούκοι και ζεϊμπέκαι» μπήκαν στη Βιζύη και την λεηλάτησαν άγρια, χωρίς να εξαιρεθεί ούτε η Μητρόπολη της πόλης.
                Οι χριστιανοί κάτοικοι αλλόφρονες πήραν τα βουνά για να σωθούν. Πολλοί όμως δολοφονήθηκαν. Ανάμεσά τους και τρεις ιερείς. Οι ληστές μετά τη Βιζύη, σκόρπισαν στα γύρω χωριά  Άγιος Γεώργιος, Άγιος Ιωάννης, Πινακά, Τζακλί, Καβάκι, Σεράι, Γιόβαλι , Μαγκριώτισα, Ασμπουγά, Τσιζίκιοϊ, Αχμέτ Μπεή, Μεσσινίν, Τσιφλίκιοϊ, και Τζόγρα κ.ά. και επιδόθηκαν σε λεηλασίες και φόνους. Και όταν τελείωναν το έργο τους αυτό έβαζαν φωτιά και πυρπολούσαν τα χωριά. Πολλές γυναίκες ατιμάσθηκαν. Πολλά κορίτσια, τα άρπαξαν και όταν οι γονείς ορισμένων κοριτσιών δέχτηκαν να πληρώσουν λύτρα για να τα απελευθερώσουν, οι Κιρκάσιοι έπαιρναν τα λύτρα, αλλά σκότωναν επί τόπου τους γονείς!!!

*Το αρχαίο θέατρο της Βιζύης

                Κατά την έκθεση 6.000 άμαξες γεμάτες λάφυρα και κορίτσια έφυγαν από την περιοχή. Επίσης έχασαν τη ζωή τους στη Βιζύη 300 άτομα, ενώ άλλοι 800 που είχαν κρυφτεί σε σπηλιά, κάηκαν ζωντανοί, όταν οι Κιρκάσιοι  έβαλαν φωτιά.
                Ένα πραγματικό ολοκαύτωμα συνέβη εκεί, με τους ατυχείς κατοίκους του χωριού Άγιος Γεώργιος. Περίπου 800 και πλέον άτομα, κατέφυγαν σε μια σπηλιά στην τοποθεσία Καρά Ντερέ. Οι Κιρκάσιοι ανακάλυψαν το κρησφύγετό τους, αλλά δεν μπορούσαν να συλλάβουν τους έγκλειστους Χριστιανούς επειδή εκείνοι αντιστέκονταν σθεναρά. Η εφημερίδα «Παλιγγενεσία» των Αθηνών την 1η  Φεβρουαρίου 1878, δημοσιεύει μια συνταρακτική ανταπόκριση, σύμφωνα με την οποία οι Κιρκάσιοι κατέφυγαν σε ένα πανούργο και βάρβαρο τέχνασμα. Άνοιξαν με μοχλούς τρύπες στο θόλο της σπηλιάς και έριξαν μέσα θειάφι και πίσσα. Μετά άρχισαν να πυροβολούν. Το μίγμα πήρε φωτιά και οι ατυχείς Χριστιανοί πέθαναν από ασφυξία. Γλίτωσαν μόνο 18 άτομα.

*Οθωμανικό γραμματόσημο, σφραγισμένο στη Βιζύη

                Τα θύματα των φόνων, έκειντο άταφα στους δρόμους της Βιζύης και των χωριών.
                «Η επαρχία μου θέλει μεταβληθεί εις αληθή ερημίαν» τόνιζε ο Κωνσταντιος και κατέληγε: «Ο Θεός βοηθός ημίν».                 
                 Ταυτόχρονα με το Πατριαρχείο το θέμα έφεραν στην Οθωμανική Βουλή, ελληνικής καταγωγής βουλευτές.
                  Ο Συμεωνάκης εφέντης, βουλευτής Ικονίου, κατήγγειλε μεταξύ άλλων, ότι οι Κιρκάσιοι εκτός των φόνων που διέπραξαν, απήγαγαν και 600 κορίτσια και έκαψαν 800 άτομα που είχαν καταφύγει σε μια σπηλιά. Πρόκειται για το ολοκαύτωμα που προαναφέραμε.
                  Όταν ο Οθωμανός πρόεδρος της Βουλής ζήτησε να μην τεθεί εκείνη τη μέρα το ζήτημα αυτό, ο βουλευτής Τενέδου Βασιλάκης εφέντης, αντιτάχθηκε και κατέθεσε πρόταση για να γίνει συζήτηση, ενώ ένας βουλευτής της Σμύρνης κατέθεσε σε μετάφραση την έκθεση του Πατριαρχείου. Μοιραία έγινε συζήτηση και πολλοί Μουσουλμάνοι βουλευτές  από τη Θεσσαλονίκη, την Αδριανούπολη, το Χαλέπι και άλλες περιοχές αμφισβήτησαν την έκθεση του Πατριαρχείου και ισχυρίσθηκαν ότι τα γεγονότα αυτά,οφείλονται σε ραδιουργίες των Ρώσων και σε Βουλγάρους, που είχαν μεταμφιεσθεί σε Κιρκάσιους. Προκλήθηκε αναστάτωση και δύο Έλληνες βουλευτές αποχώρησαν διαμαρτυρόμενοι.
            «Είναι λυπηρόν ότι οι μουσουλμάνοι βουλευτές επιμένουσιν όπως παραστήσωσιν τους Κιρκασίους αθώους ως περιστεράς» έγραψε η εφημερίδα «Βυζαντίς» στις 31 Ιανουαρίου 1878. Επίσης στις 7 Φεβρουαρίου 1878 η αθηναϊκή «Εφημερίς» του Δημητρίου Κορομηλά σχολίασε τη στάση των Μουσουλμάνων βουλευτών τονίζοντας ότι: «Δεν εδίστασαν να εγερθώσι συνήγοροι του βδελυροτέρου σκυλολογίου αρκεί ότι τούτο ανήκει εις το Ισλάμ».
           Πάντως τα κλεμμένα των της Βιζύης και των χωριών, έφτασαν και στην Κωνσταντινούπολη, όπου οι Κιρκάσιοι τα πουλούσαν στα παζάρια. Και σημειώθηκαν τότε και ιλαροταγικά περιστατικά. Όπως όταν κάποιος ληστής πούλησε ένα μύλο του καφέ αντί 15 γροσίων. Όταν όμως ο αγοραστής θέλησε να δει ότι λειτουργεί  ο μύλος του καφέ, τον άνοιξε και τότε διαπιστώθηκε ότι ήταν γεμάτος με κρυμμένα μαργαριτάρια!!! Και φυσικά ο Τσερκέζος πωλητής τον άρπαξε και εξαφανίσθηκε. Σε μια άλλη περίπτωση ο ληστής κουβάλησε ένα τόπι μεταξωτό ύφασμα για την κατασκευή γυναικείων υποκαμίσων. Συμφώνησε να το πουλήσει αντί ενός 20γρόσου χαρτονομίσματος σε μια γυναίκα. Όταν όμως η γυναίκα άρχισε να ξετυλίγει το τόπι για να δει πώς είναι το ύφασμα παραμέσα, έπεσαν κάτω ένα περιδέραιο με χρυσά φλουριά και άλλες 400 λίρες. Φυσικά ο ληστής το άρπαξε και εξαφανίσθηκε κλέβοντας και το 20γροσο χαρτονόμισμα, που του είχε δώσει αρχικά η γυναίκα.  
            Από τις επιθέσεις των αδηφάγων και αιμοβόρων Κιρκάσιων γλύτωσε η γειτονική Μήδεια, καίτοι έγιναν τρεις επιθέσεις εναντίον της. Οι κάτοικοι με δική τους πρωτοβουλία οπλίσθηκαν και οργάνωσαν την αυτοάμυνα της πόλης τους, που τη φρουρούσαν νύχτα- μέρα.
             Οι ειδήσεις για τις θηριωδίες αυτές έκαναν θλιβερή εντύπωση. Λίγες μέρες αργότερα η «Εφημερίς» του Κορομηλά έγραψε ότι κάποιος φτωχός πολίτης, ο δικαστικός κλητήρας Ν.Γ. Λάσκαρις κάτοχος «ενός ταλλήρου του Όθωνος, το μόνον όπερ είχε εν τω θυλακίω του φυλαγμένον προ πολλού» το έστειλε στην κυβέρνηση και ζητούσε να κατασκευασθούν 5 έως 10 εικόνες των θυμάτων του σπηλαίου όπου έγινε το ολοκαύτωμα αλλά και των θυμάτων άλλων σφαγών στην Κρήτη, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο και αλλού «υπό Κιρκασίων ζεϊμπέκων και γκέκηδων» και να σταλούν αυτές οι εικόνες «αντί μέλιτος του Υμηττού και νημάτων των κλωστηρίων του Πειραιώς εις την παγκόσμιον έκθεσιν των Παρισίων και να τοποθετητώσιν εκεί προς θέαν του πεπολιτισμένου κόσμου της Ευρώπης».

Παντελής Στεφ. Αθανασιάδης

One thought on “ΘΡΑΚΗ:Διάφορα Λαογραφικά-Ιστορικά-Γεωγραφικά μέρος 2o”

  1. Παράθεμα: Ross

Comments are closed.